«Οι θεές» της Ελένης Λαδιά

 

Οι θεές» της Ελένης Λαδιά, από τις Εκδόσεις της Εστίας (Πρώτη έκδοση: Μάιος 2015)

 
 

 

Μπορεί εσύ να είσαι αιώνιος

 

κι ο θάνατος μια φαύλη ιστορία.

 

«Ο φυσιολογικός άνθρωπος ξεχνά. Ο συγγραφέας και το όνειρο ποτέ». Έτσι ξεκινά το βιβλίο της Ελένης Λαδιά με τον τίτλο Οι θεές, κάνοντας τον αναγνώστη ευθύς αμέσως να ερωτά: και ποιες είναι αυτές οι θεές, που ένας συγγραφέας δεν ξεχνά; Ή, μήπως, όσα θέλει η συγγραφέας να μας διηγηθεί είναι κάτι που στα όνειρά της πλέον συναντά; Και το όνειρο, όταν δεν ξεχνά τι είναι εφιάλτης; Ενώ η ρήση του Γιουνούς Εμρέ, που έχει θέση επικεφαλίδας στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, «…κι ο θάνατος μια φαύλη ιστορία», προετοιμάζει τον αναγνώστη για κάτι το ακαριαίο, αμετάκλητο κι αιώνιο που θα ακολουθήσει, «με τη συμπαντική μνήμη, τη μνήμη του κόσμου ή του Θεού, να γίνεται ο ρυθμιστής της δικαιοσύνης ή, καλύτερα, να γίνεται η ανταπόδοση του καλού και του κακού». Ωστόσο, η ατομική μνήμη παραμένει η πηγή μέσα από την οποία θα αναδυθεί/ξαναγεννηθεί στο έργο Οι θεές, η Αρετή, η μητέρα της Έλλης.

 

 

«Έλα, κοριτσάκι μου, καλώς ήρθες στον κόσμο», άκουσε η Έλλη τη φωνή της να καλοδέχεται τη γέννηση της μάνας της. Έτσι αρχίζει η εξιστόρηση της παιδικής ζωής στο χωριό της. Πολύ αργότερα η Έλλη, μεσήλικη πλέον, ξαπλωμένη στη γη, μέσα από τη μνήμη της γεννούσε τη μάνα της νιώθοντας τους ίδιους πόνους τοκετού στο σώμα και το μυαλό της. Πόνους για την απώλειά της. Τον θάνατό της. Κατά τη διάρκεια αυτού του «τοκετού», οι ρόλοι κόρης και μάνας αλλάζουν συνεχώς και, ενώ τα πρόσωπα παραμένουν τα ίδια, έρχονται οι έννοιες και απλώνονται, και μοιάζει σαν να μην είναι στις σελίδες αυτές οι μόνες ηρωίδες, αλλά σαν να είναι ένα ολόκληρο κράτος, ή καλύτερα σαν να είναι το Σύμπαν. Σαν να είναι ο Χρόνος! Άχρονος και αιώνιος.

 

Το βιβλίο μέσα στις σελίδες του εμπεριέχει κι ένα άλλο βιβλίο. Διαδοχικά, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Γνώριμη συνήθεια της Ελένης Λαδιά –το έχουμε συναντήσει και στην Ταραντούλα– έτσι, έχουμε την εξιστόρηση της Έλλης και ένα συνεχώς εμβόλιμο κεφάλαιο, σαν χορός αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, να ακολουθεί με τον τίτλο «Το έλεγαν οι Μπάμπες», προσθέτοντας συνεχώς, άλλοτε παγανιστικές, άλλοτε μυθολογικές, άλλοτε πάλι ιστορικές ερμηνείες και καταγραφές, επιχρίοντας το κείμενο με τον χρόνο, ο οποίος καταγράφεται μέσα από την εξέλιξη του μύθου και τη ζωή των ηρωίδων. Ένα από τα παιγνίδια της μικρής Αρετής στο χωριό με τις φίλες ήταν ο χορός στο χοιροστάσιο μετατρέποντάς το σε χοροστάσιο. Χόρευαν, σάμπως ρυθμός και βήματα να υπήρχαν από πάντα μέσα τους. Στο DNA τους. Αλλού, πάλι, όπως ακριβώς στην τελετή της Περπερούνας, το κοριτσάκι που ντύνεται με πρασινάδες και αγριόχορτα και χορεύει ραντισμένο με νερό προκαλώντας τη βροχή, είναι και πάλι η μικρή Αρετή.

Με παράλληλες ιστορίες, όπου η μυθολογία διασταυρώνεται με τη λαογραφία, αφήνοντας ταυτόχρονα χώρο για το παραμύθι, την Ιστορία και τη ζωή, η Ελλάδα παρελαύνει. Άνθρωποι απλοί, άγριοι μεταξύ τους και μέσα τους, αγωνίζονται να επιβιώσουν απαρτίζοντας μια κοινωνία όπου, σύμφωνα με την αφήγηση της συγγραφέως, δεν υπάρχει μόνο το γενεαλογικό δένδρο της Έλλης, αλλά απεικονίζεται ανάγλυφη η Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από το 1940 μέχρι σήμερα. Τα κεφάλαια, αν και μεταξύ τους διαφορετικά, έχουν συνοχή με συνδετικό κρίκο την αγάπη, τον θάνατο και τη ροή του χρόνου. Ταυτόχρονα, λαογραφικές συνήθειες δίνουν τις χαρακτηριστικές πινελιές εκείνης της εποχής, ενώ η γλώσσα δίνει τη δική της μάχη για ν’ ανταποκρίνεται γλαφυρά στην κοινωνική τάξη των ηρώων. Οι Μπάμπες, σαν σοφές, ήξεραν κάθε γιατροσόφι και κάθε παγανιστικό, όπως επίσης ήξεραν πολύ καλά τη μυθολογία και την Ιστορία. Κι η Ελένη Λαδιά, επίσης!

 

Η αφήγηση, ιστορικά σωστή και αφοπλιστικά περιγραφική, στοργική, τρυφερή και ανθρώπινη, κάνει το κείμενο να κυλά σαν γάργαρο νερό, που ενώνεται όμως με παραποτάμους από δάκρυα. Ως προς το κείμενο και τη δομή του, αν και διατηρείται η αρχιτεκτονική των πρώτων βιβλίων της Ελένης Λαδιά, με τα γνωστά της θέματα, Ιστορία, φιλοσοφία, μυθολογία, να πρωταγωνιστούν, τώρα, σε αυτό προστίθεται μια πολύ πιο ανθρώπινη χροιά. Μοιάζει, στα χρόνια που κύλησαν η συγγραφέας να εστιάζει στον άνθρωπο –όπως έκανε πάντα, εξάλλου– αλλά με ένα άλλο βλέμμα. Αυτό που αποκτά κανείς όταν έχει βιώσει τον έρωτα και τον θάνατο. Όταν έχει ζήσει τις αγάπες και τους έρωτες που έρχονται και παρέρχονται, όπως και τις απώλειες αγαπημένων ανθρώπων, εν προκειμένω της μάνας. Σε αυτό το βιβλίο μπορώ να πω πως υπερτερούν: το ανθρώπινο στοιχείο και η αγωνία του ανθρώπου για το άγνωστο του θανάτου, δίνοντας ακόμη μια φορά την ευκαιρία στη συγγραφέα να βαδίσει μεταξύ δύο κόσμων και να βρεθεί ταυτόχρονα ανάμεσα σε δύο παράλληλα σύμπαντα.

 

Η Ελένη Λαδιά, στο πηγάδι της έμπνευσης και του θανάτου, όπως τότε η Δήμητρα στο φρέαρ της Ελευσίνας, θρηνεί σιωπηρά. Της το ’λεγε συχνά η μάνα της: «Αυτός κλαίει με ήσυχα κλάματα, μορφωμένα!». Έτσι σιωπηρά θρηνεί και η συγγραφέας –εμφανώς μόνο σε λίγες αράδες του βιβλίου– ενώ ένας υπόγειος πόνος διατρέχει κάθε σελίδα του. Κι η συγγραφέας προσθέτει: «Όταν είσαι δυστυχής μικραίνεις, συσπειρώνεσαι και μπορείς να ζεις σε τόσο μικρό χώρο, σαν να ζεις σ’ έναν υπέργειο τάφο, αν κι η δυστυχία σου μοιάζει να μην χωρά πουθενά. Ούτε εσύ!». Θυμάται το βλέμμα της μάνας της, τότε που δόθηκε ο αργαλειός της – υπήρχε αυτή η θλίψη, όταν ξέρεις ότι κάτι που αγαπούσες πολύ το χάνεις για πάντα.

 

Οι θεές είναι ένα βιβλίο με πολυεπίπεδη γραφή, όπου γνώσεις, αφηγηματική τεχνική και πλοκή συνδυάζονται αριστουργηματικά για να καλύψουν τον πόνο του θανάτου. Εξοικειωμένη δε στα βιβλία της να συνθέτει την πλοκή του μύθου της με στοιχεία Ιστορίας, μυθολογίας, φιλοσοφίας, παγανισμού και ζωής, η Ελένη Λαδιά επιλέγει να γράψει το πιο τρυφερό της βιβλίο, που το απλώνει σαν παραμύθι – θέλοντας, ίσως, να ξανακούσει τα παραμύθια που τότε, παιδάκι, της έλεγε η μαμά της.

 

Βρείτε το εδώ

Επιμέλεια στήλης: Ράνια Μπουμπουρή

 

Της το ’λεγε συχνά η μάνα της: «Αυτός κλαίει με ήσυχα κλάματα, μορφωμένα!».

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ