«Από ζάχαρη κι αλάτι» της Βανέσας Αδαμοπούλου – Εκδόσεις Ψυχογιός

«Από ζάχαρη κι αλάτι» της Βανέσας Αδαμοπούλου, από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

(Πρώτη έκδοση: Σεπτέμβριος 2017)

 

 

Γράφει η Ράνια Μπουμπουρή

 

Η Βανέσα Αδαμοπούλου σπούδασε Ιστορία, Μεθοδολογία και Θεωρία της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά στράφηκε επαγγελματικά στο τραγούδι. Η πρώτη της εμφάνιση στο εκδοτικό τοπίο έγινε το 2011 με το μυθιστόρημα Αθώοι στον έρωτα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, ενώ το δεύτερό της μυθιστόρημα, Από ζάχαρη κι αλάτι, μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Το μυθιστόρημα αυτό, δοσμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, είναι η εξομολόγηση του Αντρέα, ενός διακεκριμένου πανεπιστημιακού καθηγητή, ο οποίος «ξετυλίγει θαρρετά τον μίτο της ύπαρξής του με ιδιαίτερο ζήλο και νοσταλγία, αγκαλιάζει όλα εκείνα που τον έθρεψαν και τον στοίχειωσαν, εκείνα που αγάπησε κι άγγιξε με τα δάχτυλά του. Αναμετριέται με θεριά και δαίμονες, δίνει φωνή σε όσους έφυγαν, για να στήσει από την αρχή τους σταθμούς της πολυτάραχης ζωής του», όπως διαβάζουμε στο κείμενο του οπισθοφύλλου. Και πράγματι, γεννημένος τη δεκαετία του ’30 σ’ ένα μικρό χωριό της Ηπείρου, ο Αντρέας ζει ως παιδί το έπος του ’40 –περπατάει μαζί με τη μάνα, τη γιαγιά του και άλλους συγχωριανούς δύο μέρες μες στο χιόνι μεταφέροντας εφόδια για τους φαντάρους στο βουνό–, ζει την ιταλική και γερμανική Κατοχή, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο, ενώ η ζωή ξανοίγεται μπροστά του σε μεγαλουπόλεις πια – Αθήνα, Ρώμη, Χαϊδελβέργη…

Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινά στην Ήπειρο του ’40 και γλωσσικά το πλαίσιο δίνεται απολύτως πειστικά, τόσο ως προς το λεξιλόγιο, όσο και ως προς τη συντακτική δομή, ενώ ο ρυθμός του κειμένου είναι νοσταλγικός αλλά στιβαρός, κάπως νωχελικός αλλά οπωσδήποτε δυναμικός: «Κοντοζύγωναν τα Χριστούγεννα του ’41, τα πρώτα της Κατοχής. Στο σπίτι δε στολίσαμε, μονάχα εγώ με τα παιδιά κονομήσαμε κάμποσες κουκουνάρες απ’ το βουνό. Βαλθήκαμε να τις βουτήξουμε σε μπογιά, να γίνουν χρωματιστές, και πήραμε να τις κοτσάρουμε σε διάδρομο και σάλα. Τις απλώσαμε στο σκρίνιο της τραπεζαρίας, στα σεμεδάκια του σερβάν, στα κοφίνια με τα κούτσουρα, στην είσοδο του σπιτιού. Η Αργυρώ έφτιαξε ανθρωπάκια από χαρτί, σφιγμένα χέρι χέρι, άνοιγαν σαν βεντάλιες, πέντ’-έξι ανθρωπάκια στη σειρά, σαν έτοιμα να στήσουν χορό, σαν καμωμένα να δρασκελίσουν την πόρτα, να βγουν στην αυλή να παίξουνε το “γύρω γύρω όλοι”. Τα κρεμάσαμε στα παραθύρια, μπροστά απ’ τα χαρτόνια – ήλιο δε θα μπορούσανε να βλέπουν, μα ήταν κι εκείνα ανθρωπάκια της Κατοχής, όφειλαν να προσαρμοστούνε στις συνθήκες» (σελ.139).

Ως προς το ιστορικό πλαίσιο, η επιλογή των στοιχείων έχει γίνει με τέτοιον τρόπο ώστε το μυθιστόρημα να μην επιβαρύνεται από καμιά περιττή πληροφορία – κι αυτό είναι αποτέλεσμα όχι μόνο χωνεμένης γνώσης, αλλά και του ξεκάθαρου στόχου της συγγραφής εδώ, που είναι η μυθοπλασία και όχι η παράταξη ιστορικών στοιχείων. Ο μικρός Αντρέας, όπως ίσως τα περισσότερα παιδιά, αναζητά ενστικτωδώς τη χαρά της ζωής, ακόμα και μες στον πόλεμο. Μία με τη συνομήλική του Αργυρώ, την άλλη με μια μεγαλύτερή του κοπέλα, τη Χάνα, μια Εβραιοπούλα που βρέθηκε να κρύβεται στο ορεινό χωριό του. Είναι ένα καλό συγγραφικό εύρημα η γνωριμία του Αντρέα με τη Χάνα και τον αδελφό της, τον Ιζάκ, ώστε να γίνει η αναφορά στον αφανισμό του εβραϊκού πληθυσμού στα Γιάννενα και στη Θεσσαλονίκη – απαραίτητη αναφορά όταν μιλάμε για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά που δίνεται στον ίδιο ρυθμό της αφήγησης, χωρίς να φαντάζει ξένο σώμα σε αυτή. Στο μυθιστόρημα υπάρχουν κάποιες σκληρές εικόνες –και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού αφορά τις γενιές που έζησαν στο πετσί τους τον πόλεμο– αναμεμειγμένες όμως με την αισιοδοξία και την αγνή χαρά του έρωτα.

Ο Αντρέας είναι ένας άνθρωπος ξεχωριστός, που πολλές φορές ξεφεύγει από την πεπατημένη, και το αξιόλογο αυτό μυθιστόρημα, με αφορμή τον απολογισμό της ζωής του, επιχειρεί να εμβαθύνει στις ουσιαστικές παραμέτρους αλλά και στις υπόγειες διαδρομές της ανθρώπινης ζωής.

 

Βρείτε το εδώ

 

φωτο: Από την κεντρική παρουσίαση του μυθιστορήματος στο Public Συντάγματος, τη Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017. Από αριστερά: Λευτέρης Ελευθερίου, Ράνια Μπουμπουρή, Βανέσα Αδαμοπούλου και Ελένη Καρακάση.

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ