4s

«Κάποτε θα ’ρθουν να σου πουν…»

 

   «Υπάρχουν ομοιώματα ανθρώπων που δεν είναι ανώτερα από χιμπατζήδες. Πρέπει ν’ αγρυπνούμε, για να μην τους επιτρέψουμε ν’ ανάψουν φωτιά και να κάψουν τον κόσμο». Νίκος Καζαντζάκης.

 

γράφει ο Κώστας Βελούτσος *

«Μισός αιώνας πέρασε και από τότε νοιώθω να είμαι νεκρός. Από εκείνη τη μαύρη Παρασκευή του Απρίλη. Της 21ης αυτού του μήνα.

Τόσα χρόνια μετά από τότε και είναι σαν να μην ζω. Καθηλωμένος πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι  και από μπροστά μου περνούν όλες οι εικόνες από το δικό μου χουντικό παρελθόν. Πάνε δέκα-δεκαπέντε χρόνια από σήμερα, από τώρα που κάποιοι ντόπιοι πολιτικάντηδες με τίμησαν για την πράξη μου να πετάξω την στολή του μπάτσου που φορούσα στη χούντα, μου είπαν λόγια όμορφα γι’ αυτήν την ανδραγαθία μου, μου είπαν πως ήμουν ένας ήρωας αφού τόλμησα κάτι τέτοιο, μα εγώ δεν μίλησα, δεν ευχαρίστησα κανέναν παρά μόνο έκλαιγα.  Μου πρότειναν μάλιστα να πολιτευτώ,  να γίνω βουλευτής… Πήγαν να με ξεγελάσουν λέγοντάς μου ότι η Ελλάδα έχει ανάγκη από ανθρώπους σαν κι εμένα… Τους έδιωξα μακριά. Τους ρώτησα να μου που αν θα μπορούσαν να μου δώσουν λευτεριά. Αν θα ήταν ικανοί να δώσουν λευτεριά σ’ όλους μας. Δεν απάντησαν. Παρακολουθώ όσο μπορώ τις πολιτικές εξελίξεις στον τόπο και με λύπη διαπιστώνω ότι από τότε δεν έχει αλλάξει τίποτα παρά τις όποιες δεσμεύσεις και τις υποσχέσεις των πολιτικών μας.

Δεν μιλάω πια δεν χαμογελώ, δεν νοιώθω τίποτα, παρά μόνο τα μάτια μου τρεμοπαίζουν καμιά φορά σε κάποια ονόματα που ακούω. Σαν κι αυτά της Ηλέκτρας, του Πάνου, του Γιώργου, του Περικλή και τόσων άλλων που βασανίστηκαν, έμβλημα τής τότε εποχής, που τους βίασαν, που ασέλγησαν πάνω στα νεαρά κορμιά τους, που τους εξόρισαν, που τους σκότωσαν. Τα δάκρυά μου δεν έχουν στερέψει και κάθε φορά που θυμάμαι το παρελθόν μου δακρύζω. Ποιο παρελθόν αναρωτιέμαι. Αυτό το μαύρο απαντώ μέσα μου. Από τότε κάνω διαρκώς διαλόγους μέσα στο μυαλό μου και αυτό είναι ό, τι χειρότερο για μένα. Αυτό είναι που με τρελαίνει. Θα ήθελα πολύ να μην είχα σκέψη, να μην σκέφτομαι, να είχα ξεχάσει όλα όσα έζησα αυτά τα πέτρινα χρόνια…

  Από τη στιγμή που συμφωνήσαμε εγώ και ο Παύλος για την ημέρα που θα τον συναντούσα, η απορία για όλα αυτά που ήθελε να μου πει ήταν διαρκώς μέσα μου. Οι σκέψεις και τα λόγια που θα μου έλεγε εκείνος είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητας μου. Άλλωστε κατ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργούσα πάντα και δεν ήταν καμία απολύτως ανάγκη να αλλάξω τώρα, δικαιολογήθηκα αμέσως, παραμερίζοντας έτσι την ανησυχία και την αγωνία μου για την καινούρια συνάντηση. Αναρωτιόμουν συχνά πυκνά όλο αυτό το διάστημα τι να έκρυβε μέσα του ένας τέτοιος άνθρωπος σαν τον Παύλο και αν θα ήταν ενδιαφέρουσα η ιστορία που θα μου έλεγε.  Η πραγματικότητα όμως ήταν πώς τον Παύλο δεν τον ήξερα καθόλου μέχρι τότε και αυτό το γεγονός εξίταρε την περιέργειά μου.

Εκείνη την ημέρα κάπου προς το τέλος του Μάρτη το τηλέφωνο του σπιτιού μου χτύπησε αρκετές φορές και όταν σήκωσα το ακουστικό μια γέρικη αντρική φωνή με καλημέρισε και με ευγενικό τρόπο μου συστήθηκε. Αρχικά, ακούγοντας το όνομά του, προσπαθούσα να φέρω την εικόνα του προσώπου του κατά νου κάτι που μου πήρε αρκετό χρόνο για να καταλάβω ποιος ήταν. Μιλούσε αργά και από το ύφος του λόγου του κατάλαβα ότι ο Παύλος ήταν ένας καλλιεργημένος άνθρωπος που σου ενέπνεε σεβασμό αλλά και σοβαρότητα.  Μου συστήθηκε σαν Αυγέρης, Παύλος Αυγέρης, και αμέσως υπέθεσα ότι τέτοιο επίθετο δεν υπάρχει στα δικά μας μέρη και υπέθεσα ότι δεν θα ήταν από το νησί.

«Νοιώθω την ανάγκη να μιλήσω. Τόσα χρόνια σιωπώ, τόσα χρόνια δεν έχω πει τίποτα… Καιρό τώρα ήθελα να πραγματοποιήσω αυτό που κάνω τώρα, αλλά πάντα δείλιαζα. Τώρα όμως βρήκα το θάρρος να σου πω αυτά που θέλω,  μου είπε μεταξύ των άλλων. Τώρα γιατί διάλεξα εσένα είμαι σίγουρος ότι έχεις ήδη καταλάβει. Πριν προλάβω να του πω οτιδήποτε και να εκφράσω την εύλογη απορία μου εκείνος ξαναπήρε τον λόγο και με αφοπλιστική ειλικρίνεια μου είπε: « Η πόλη μας είναι μικρή και όλοι είμαστε  γνωστοί. Εύκολα μαθαίνεις και παίρνεις τις πληροφορίες για οποιονδήποτε. Αυτό θέλω ό, τι σου πω να μείνει για πάντα.  Θέλω να γράψεις τα λόγια μου. Κάποτε ίσως όλα ξεχαστούν, ίσως επιχειρήσουν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια, μπορεί ακόμα και να αμφισβητηθούν».

Αφού απέφυγα μέσα μου τους πρώτους ενδοιασμούς δέχτηκα να τον δω από κοντά και να τον ακούσω και οι λόγοι ήταν δυο. Από μεγάλο ενδιαφέρον και από περιέργεια για όλα αυτά που ήθελε ο Παύλος για να μου πει.  Το ραντεβού μας ήταν κατά τις απογευματινές ώρες μέρες μετά από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε, αφήνοντας-απ’ ό, τι μου είπε ο ίδιος- σε μένα την επιλογή της ώρας. Νωρίς το απόγευμα έφτασα στο σπίτι του Παύλου που πραγματικά δυσκολεύτηκα αρκετά για να το εντοπίσω. Μια παλιά μονοκατοικία πάνω ακριβώς από το μικρό δασύλλιο στην περιοχή της Αγίας Κυριακής και πολύ μακριά από τον Συνοικισμό ήταν το σπίτι του Παύλου. Απομονωμένο από τα υπόλοιπα, σχεδόν κρυμμένο μέσα σ’ έναν δασύ πευκώνα που έκανε ακόμα και τη ματιά μου απροσπέλαστη σ’ αυτό. Έσυρα ελάχιστα τη σιδερένια βαριά -ομολογουμένως- καγκελόπορτα πάνω στον μεταλλικό οδηγό για να ακουστεί ένα δυνατό και απαίσιο τρίξιμο, δείγμα της σκουριάς που ήταν εμφανέστατη παντού και αφού πέρασα από έναν στενό διάδρομο με ασπρόμαυρο βότσαλο σε γεωμετρικά σχήματα με απόλυτη συμμετρία, ανέβηκα τα επιβλητικά μαρμάρινα σκαλιά του σπιτιού.  Πλησίασα με δισταγμό και πριν προλάβω να χτυπήσω το μπρούτζινο ρόπτρο που κρεμόταν ψηλά στην ξύλινη πόρτα, άκουσα τη φωνή του.

Είναι ανοιχτά, έλα πέρασε… Σε περίμενα πιο νωρίς για να είμαι ειλικρινής, μου είπε.  Από την πρώτη στιγμή βλέποντάς τον στο πρόσωπο διέκρινα στη θολή του ματιά μια αδιευκρίνιστη για μένα μελαγχολία και μια σκούρα μεμβράνη που κάλυπτε τα μάτια του. Με υποδέχτηκε πάνω στο αναπηρικό του αμαξίδιο και πρόσεξα ότι τα κάτω άκρα του ήταν καλυμμένα με μια κουβέρτα. Αμήχανος βάδιζα αργά τον μεγάλο διάδρομο και προσπαθούσα να είμαι όσο πιο διακριτικός μπορούσα με την αναπηρία του, για να φτάσουμε σχεδόν μαζί στο καθιστικό του σπιτιού του. Απλό, όπως απλός ήταν και ο Παύλος απ’ ό, τι διαπίστωσα σ’ αυτήν την πρώτη συνάντησή μας. Μια πολυθρόνα και ένας καναπές όλα σκαλιστά που με βεβαιότητα χρονολογούνταν από τις αρχές του αιώνα  ήταν τα έπιπλα που υπήρχαν σ’ αυτό τον χώρο, και δυο ασπρόμαυρα κάδρα, στο ένα ήταν η προσωπογραφία του Λένιν και στο άλλο υπήρχαν γραμμένοι οι στίχοι από ένα τραγούδι απ’ ό, τι κατάλαβα, ήταν οι πρώτες εικόνες που αντίκρισα μπαίνοντας στο σπίτι του.  Μια μεγάλη παμπάλαια βιβλιοθήκη κάλυπτε απ’ άκρη σ’ άκρη τον απέναντι τοίχο του καθιστικού η οποία ήταν γεμάτη από εγκυκλοπαίδειες και βιβλία. Παλιά βιβλία αρχαίων κλασικών συγγραφέων: του Αισχύλου, του Αριστοτέλη, του Σοφοκλή που είχαν πάνω τους τη φθορά του χρόνου, περιοδικά και δίσκοι βινυλίου, όλα ασφυκτικά σφηνωμένα μεταξύ τους και στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης ξεχώριζε ένα γραμμόφωνο.

Θέλω αυτά που θα σου πω να τα γράψεις, μου είπε με αγωνία, αφού σταθήκαμε ο ένας απέναντι από τον άλλον.  Άκουσέ με λοιπόν προσεκτικά. Σε λίγες μέρες όπως όλοι ξέρουμε πια είναι η μαύρη επέτειος της χούντας. Πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε. Κάθε τέτοια μέρα, αυτή την 21η του Απρίλη, νοιώθω ότι ένα βαθύ σκοτάδι απλώνεται μέσα στην ψυχή και στο μυαλό μου. Κάθε χρόνο γίνεται όλο και πιο σκοτεινό όλο και πιο μαύρο. Κάθε τέτοια μέρα οι μνήμες ξαναζωντανεύουν. Αμέσως κατάλαβα τόσο για τον Παύλο, όσο και γι’ αυτά που ήθελε να μου πει. Γι’ αυτό σου είπα να ’ρθεις. Εγώ δεν μπορώ να μετακινηθώ, δεν μπορώ πια να κάνω τίποτα μόνος μου. Άλλοι με φροντίζουν.

Πες μου τι γνωρίζεις για τότε; Με ρώτησε. Τι ξέρεις για εκείνη την ημέρα;

Δεν γνωρίζω πολλά πράγματα, του είπα επειδή ήθελα να ακούσω τι θα μου έλεγε εκείνος. Είναι κι αυτό ένα κομμάτι της ιστορίας μας, ένα μαύρο κομμάτι όπως ακριβώς ήταν και ο εμφύλιος πόλεμος, έτσι δεν είναι;

Έτσι ακριβώς. Έτσι είναι. Με την δικαιολογία ότι βάσιμα υπήρχε στη χώρα ένας κίνδυνος, ένας ανεξήγητος φόβος νέου κομμουνιστικού γύρου, άρχισε ο Παύλος να μου περιγράφει, έγινε το πραξικόπημα της χούντας από μια ομάδα ανδρείκελων συνταγματαρχών. Οι …άξιοι συνεχιστές των χιτών και των παρακρατικών που βασάνιζαν τους αθώους πολίτες την περίοδο του εμφύλιου,  μου είπε και έσφιξε με μίσος τα δάχτυλα των χεριών του για να σχηματίσουν δυο γέρικες γροθιές έτοιμες να επιτεθούν. Το «αποφασίζομεν και διαττάζομεν» αλλά και το «ελλάς ελλήνων χριστιανών» ήταν διαρκώς τα λόγια που έλεγαν οι δικτάτορες. Μέσα σε μία μέρα από την έλευση όλων αυτών στην εξουσία απαγορεύτηκε κάθε έννοια της λέξης ελευθερία. Έκλεισαν εφημερίδες, ο τύπος λογοκρίνονταν, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία βιβλίων σαν κι αυτά των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων που είδες να υπάρχουν στην βιβλιοθήκη διότι θεωρήθηκαν ότι κατά κάποιον τρόπο προωθούν τον κομμουνισμό, ακόμα και τον αθεϊσμό, αφού οι δικτάτορες πίστευαν ότι τέτοιου είδους συγγράμματα ανήκαν στο φάσμα της ειδωλολατρίας όπως οι αρχαίοι πρόγονοί μας, άρα δεν θα απείχαν πολύ από τον αθεϊσμό, απαγορεύτηκαν τραγούδια και θεατρικά έργα, καλλιτέχνες συνελήφθησαν  και χιλιάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν με τη βία στην ασφάλεια για να δώσουν «διευκρινήσεις» για το «ένοχο» παρελθόν τους. Ο στόχος τους και ο σκοπός τους ήταν ένας. Για να επιβιώσεις μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία που οραματίζονταν όλοι αυτοί οι δυνάστες, όλοι αυτοί οι φασίστες έπρεπε να είσαι κτήνος. Αυτό ακριβώς έπρεπε να γίνεις. Να φορέσεις με τη βία την στολή του ΕΣΑτζή, να χτυπάς, να δέρνεις και να γίνεις σαν κι αυτούς. Ένα ανθρωπόμορφο κτήνος. Μόνο τότε θα ζούσες.

Ένας τέτοιος απάνθρωπος ήμουν κι εγώ. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά θέλω να το γράψεις. Θέλω να μου φύγει αυτό το βάρος που έχω μέσα στην ψυχή μου. Ήμουν μπροστά στις κτηνωδίες τους, δίχως να είμαι σίγουρος αν θα μπορούσα να κάνω κάτι και αυτό είναι που δεν συγχωρώ στον εαυτό μου ποτέ, και είδα με τα ίδια μου τα μάτια τον άγριο ξυλοδαρμό του Μουστακλή και τον βασανισμό της Ηλέκτρας, μιας κοπέλας που την βασάνισαν και την εξευτέλισαν μέσα  στο άντρο της οδού Μπουμπουλίνας και στο τέλος τη βίασαν κτηνωδώς ο Καραπαναγιώτης, ο Κραβαρίτης και ένας άλλος με ζωώδη μορφή  έβαλε μέσα στην κοιλιά της τον καρπό της χούντας. Αυτό δεν το άντεξα.  Από εκείνη τη νύχτα πέταξα μακριά την στολή του χωροφύλακα που φορούσα αφού δεν μπορούσα να είμαι άλλο συνένοχος στα εγκλήματα που διέπρατταν και έτρεξα να βρω κάπου να κρυφτώ. Πέταξα στα μούτρα τους τη στολή, τους έφτυσα και έφυγα προς άγνωστη κατεύθυνση. Για δυο μερόνυχτα έτρεχα από τον φόβο της σύλληψής μου, αφού ήξερα ότι αν θα με πιάναμε θα με σκότωναν. Οι δυνάμεις μου όμως ένοιωθα να με προδίδουν και στάθηκα για να ξεκουραστώ, να πάρω ανάσες σ’ ένα ακατοίκητο σπίτι κάπου στον Πειραιά. Εκεί αποκοιμήθηκα.

Θυμάμαι ξημέρωνε η Μ. Τρίτη, η εβδομάδα και τα χρόνια των δικών μου παθών είχε ήδη ξεκινήσει. Το κρύο της κάνης που ένοιωσα στο μάγουλό μου μ’ έκανε να ξυπνήσω  απότομα. Όπως φάνηκε δεν ήταν δύσκολο να με βρουν. Παντού υπήρχαν ρουφιάνοι και προδότες. Με συλλάβανε, μου πέρασαν χειροπέδες και με πήγαν στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ για τα υπόλοιπα. Με κρέμασαν από τα πέλματα των ποδιών μου και με χτυπούσαν για 25 ολόκληρες ημέρες. Με άφησαν γυμνό και κάθε τόσο με έλουζαν με παγωμένο νερό ενώ ξερίζωναν τις τρίχες από τα γεννητικά μου όργανα και από το κεφάλι. Μου έσπασαν τα δόντια, μου ’σπασαν τα πλευρά, με έκαψαν. Όσο δεν μιλούσα, όσο δεν απαντούσα στις προκλήσεις τους για το αν γνώριζα τον Παναγούλη, αν ήμουν μέλος της νεολαίας του Λαμπράκη τόσο εκείνοι επέμεναν. Αποτέλεσμα ήταν να μείνω παράλυτος από ένα δυνατό και βίαιο χτύπημα με στυλιάρη που δέχτηκα στον αυχένα. Από τότε δεν περπάτησα ποτέ.

Το δικτατορικό καθεστώς θορυβήθηκε και κάτω από άκρα μυστικότητα με μετέφεραν στην Πολυκλινική των Αθηνών λέγοντας στους γιατρούς ότι ήταν σφοδρό τρακάρισμα με αυτοκίνητο. Εκεί παρέμεινα κλινήρης για δέκα μήνες, αλλά όπως βλέπεις η κατάσταση της υγείας μου δεν άλλαξε. Όταν πήρα το εξιτήριο από το νοσοκομείο η Αθήνα για μένα ήταν πια ξένη και απόμακρη. Δεν μπορούσα να ζήσω άλλο εκεί. Φοβόμουν, φοβόμουν πολύ. Κάποιοι μακρινοί συγγενείς που είχα εδώ στο νησί με προσκάλεσαν και ήρθα για να μείνω πάντα. Αυτά που άκουσες αυτά θέλω να γράψεις. Αυτά τα λόγια τα ξέρεις μόνο εσύ και κάποιος άλλος που δεν γνωρίζω αν είναι ακόμα στη ζωή.

Μέσα στο νοσοκομείο, στην πολυκλινική στην Αθήνα, με πλησίασε ένας γιατρός. Ένας ορθοπεδικός γιατρός. Εκείνος δεν πίστεψε ποτέ για το τρακάρισμα που του είπαν οι δικτάτορες και σ’ αυτόν  αποκάλυψα για τα βασανιστήρια που μου έκαναν. Σ’ εκείνον είπα όλα αυτά που άκουσες. Μου είπε ότι κι αυτός περνούσε τον δικό του Γολγοθά. Η κόρη του η Ηλέκτρα ήταν εκείνη η οποία είχε συλληφθεί από την χούντα ήταν αυτή που μεταφέρθηκε στην ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας, ήταν η ίδια και απ’ ό, τι μου είπε ο πατέρας της πρόσφατα είχε φέρει στον κόσμο το παιδί της. Ένα νόθο αγόρι είχε γεννηθεί εκείνες τις ημέρες, καρπός του βιασμού της από τους δικτάτορες…

Η ματιά μου αστραπιαία έφυγε από το πρόσωπο του Παύλου και καρφώθηκε  σε κάποια από τα λόγια που ήταν γραμμένα σ’ ένα από τα δυο κάδρα του τοίχου.  «Κάποτε θα ’ρθουν να σου πουν πως σε πιστεύουν…»

 

Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του Αχιλλέα Χ. Χαλβατζάρα ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ 1967-1974.

 

------------

* Ο Κώστας Ν. Βελούτσος γεννήθηκε, ζει κι εργάζεται στη Μυτιλήνη. Υπηρέτησε στο Πυροσβεστικό Σώμα από το 1987 έως το 2015.  Είναι έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών.

Έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του :  "Σεργιάνι στη ζωή" ,  "Τελευταία Φορά" , "Ζωή από τον θάνατο" ,"Κόκκινα Φεγγάρια" και πρόσφατα "Άλικες Ζωές"

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ