|

17 χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου: Η Ελλάδα που ακόμη φοβάται να αντιμετωπίσει την αλήθεια

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Δεκαεπτά χρόνια μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα αμείλικτο ερώτημα:
πώς μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα εξακολουθεί να παράγει και να ανέχεται φαινόμενα αστυνομικής βίας, αδιαφάνειας και ατιμωρησίας;

Η 6η Δεκεμβρίου 2008 δεν ήταν μια «κακή στιγμή». Ήταν μια τομή που αποκάλυψε ένα βαθύ και διαρκές πρόβλημα: την εκτροπή ενός ένοπλου σώματος από τον συνταγματικό του ρόλο. Η σφαίρα που αφαίρεσε τη ζωή ενός 15χρονου παιδιού δεν στόχευσε μόνο έναν μαθητή. Διαπέρασε την εμπιστοσύνη μιας ολόκληρης κοινωνίας προς την αστυνομία, τους θεσμούς και το ίδιο το κράτος.

Η δολοφονία ως κοινωνικός σεισμός

Τη νύχτα εκείνη στα Εξάρχεια, η χώρα είδε το αδιανόητο να συμβαίνει: ένας έφηβος έπεφτε νεκρός ύστερα από στοχευμένο πυροβολισμό αστυνομικού. Το σοκ δεν κράτησε μέρες — έγινε πολιτικό και κοινωνικό τραύμα με διάρκεια. Χιλιάδες νέοι κατέβηκαν στους δρόμους, όχι για να «ξεσπάσουν», αλλά για να δηλώσουν κάτι πολύ πιο βαθύ: ότι το κράτος οφείλει να προστατεύει τους πολίτες, όχι να τους απειλεί.

Η εξέγερση που ακολούθησε δεν προκλήθηκε ξαφνικά ούτε τυχαία. Ήταν η συσσωρευμένη αγανάκτηση μιας γενιάς που έβλεπε την αυθαιρεσία να μετατρέπεται σε κανονικότητα. Για πολλούς νέους, ο Αλέξης έγινε σύμβολο μιας πραγματικότητας που κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί δημόσια: ότι η σχέση πολίτη–αστυνομίας είχε πλέον διαρραγεί.

Η αστυνομική βία δεν σταμάτησε το 2008 – απλώς άλλαξε μορφές

Δεκαεπτά χρόνια μετά, η συζήτηση για την αστυνομική αυθαιρεσία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Τα περιστατικά πολλαπλασιάστηκαν, οι εικόνες έκαναν τον γύρο της χώρας και η βία πήρε νέες, πιο ωμές διαστάσεις:

  • Νεαροί πολίτες να σύρονται στο έδαφος σε πλατείες·
  • Βίαιες προσαγωγές ακόμη και σε ανήλικους·
  • Καταδιώξεις που καταλήγουν με πυροβολισμούς·
  • Καταγγελίες για βασανισμούς σε τμήματα που δεν διερευνήθηκαν ποτέ ουσιαστικά·
  • Υποθέσεις πυροβολισμών κατά Ρομά, με θύματα τον Νίκο Σαμπάνη και τον Κώστα Φραγκούλη.

Τα περιστατικά δεν είναι μεμονωμένα. Ανήκουν σε ένα σύστημα που συχνά αποδέχεται ως «παράπλευρη απώλεια» τη χρήση βίας. Οι ΕΔΕ, αντί να λειτουργούν ως εργαλείο διαφάνειας, καταλήγουν να κλείνουν υποθέσεις χωρίς να φτάνουν στην ουσία. Έτσι δημιουργείται μια κουλτούρα ατιμωρησίας, που ενθαρρύνει την επανάληψη των ίδιων πρακτικών.

 

Η πολιτεία σε μόνιμη άρνηση

Παρά την πρόοδο σε επιμέρους τομείς, η πολιτεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τα περιστατικά αστυνομικής βίας σαν «μεμονωμένες παρεκτροπές», αποφεύγοντας να αναγνωρίσει την ύπαρξη ενός δομικού προβλήματος. Όμως όταν οι περιπτώσεις πολλαπλασιάζονται, όταν οι καταγγελίες μένουν χωρίς ουσιασική διερεύνηση και όταν οι συνέπειες εξαφανίζονται μέσα στην εσωστρέφεια του μηχανισμού, τότε δεν μιλάμε για συμπτώματα αλλά για συστημικό φαινόμενο.

Το πρόβλημα επιτείνεται από την πολιτική ρητορική «μηδενικής ανοχής» που υιοθετήθηκε τα τελευταία χρόνια, μια ρητορική που μεταφράστηκε σε υπερβολική καταστολή και χρήση βίας, αντί σε στοχευμένες μεταρρυθμίσεις, ουσιαστική εκπαίδευση και επιτήρηση των σωμάτων ασφαλείας.

Ένα παιδί που δεν πρόλαβε να γίνει ενήλικας – και μια κοινωνία που δεν ενηλικιώθηκε ακόμα

Ο Αλέξανδρος, αν ζούσε, θα ήταν σήμερα 32 ετών.
Η γενιά του μεγάλωσε, άλλαξε, κουράστηκε, αλλά εκείνη η νύχτα παραμένει ανεξίτηλη.

Γιατί δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Αφορά το παρόν και —κυρίως— το μέλλον:
το δικαίωμα κάθε παιδιού να μεγαλώνει χωρίς τον φόβο ότι μια κακή εκπαίδευση, μια λάθος κουλτούρα και ένα όπλο σε λάθος χέρια μπορούν να του κόψουν τη ζωή.

Η μνήμη δεν είναι τελετουργία. Είναι υποχρέωση. Όχι απέναντι στο παρελθόν, αλλά απέναντι στο τι κοινωνία θέλουμε να είμαστε. Κάθε 6η Δεκεμβρίου μάς υπενθυμίζει ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δεν χτίζεται με συνθήματα, αλλά με λογοδοσία και διαφάνεια. Και ότι η αστυνομία δεν μπορεί να είναι υπεράνω του νόμου που ορκίζεται να υπηρετεί.

 

Το ζητούμενο δεν είναι η οργή, αλλά η αλλαγή

Η επέτειος των δεκαεπτά χρόνων δεν πρέπει να είναι μια ακόμη επανάληψη μνήμης χωρίς αντίκρισμα. Πρέπει να λειτουργήσει ως αφετηρία για πραγματικές λύσεις:
μεταρρύθμιση των σωμάτων ασφαλείας, σύγχρονη εκπαίδευση, σαφείς κανόνες χρήσης βίας, πραγματική εποπτεία, ανεξάρτητα όργανα ελέγχου και —πάνω απ’ όλα— πολιτική βούληση.

Το μάθημα του Αλέξανδρου δεν είναι ένα μνημείο, είναι μια ευθύνη.
Όχι μόνο για όσους βρίσκονται στην εξουσία, αλλά και για μια κοινωνία που δεν μπορεί να επιτρέψει να χαθεί ένας ακόμη νέος άνθρωπος από το χέρι εκείνων που οφείλουν να προστατεύουν.

Μέχρι να γίνει αυτό, η 6η Δεκεμβρίου θα συνεχίσει να μας θυμίζει ότι η χώρα δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί με την αλήθεια της. Και ότι η πραγματική δικαιοσύνη δεν έχει ακόμη επικρατήσει.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις