Από τα Τέμπη στις αμβλώσεις: Η Καρυστιανού έχασε το Κέντρο και χάρισε οξυγόνο στην ακροδεξιά
Η νέα ανάρτηση της Μαρία Καρυστιανού δεν διορθώνει το πρόβλημα — το βαθαίνει
Η συζήτηση που άνοιξε μετά το αποκαλυπτικό στιγμιότυπο από τη συνέντευξη της Μαρία Καρυστιανού δεν αφορά πλέον τα Μέσα Ενημέρωσης ούτε την «ποιότητα» της κάλυψης. Αφορά το ίδιο το πολιτικό μήνυμα που εκπέμφθηκε και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια επέλεξε να το διαχειριστεί εκ των υστέρων. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα.
Η αρχική τοποθέτησή της για τις αμβλώσεις δεν ήταν ασαφής ούτε παρεξηγήσιμη. Αντιθέτως, κινήθηκε ξεκάθαρα σε μια βαθιά συντηρητική, έως ακροδεξιά, λογική, η οποία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο έχει ταυτιστεί με τον περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων των γυναικών. Το ζήτημα δεν είναι αν η θέση αυτή είναι δημοφιλής ή όχι, αλλά ότι πρόκειται για θέση με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, το οποίο δεν μπορεί να «εξαφανιστεί» με μεταγενέστερες διευκρινίσεις.
Η νέα ανάρτηση της Καρυστιανού δεν έρχεται να απαντήσει σε αυτή την ουσία. Δεν ξεκαθαρίζει αν θεωρεί την άμβλωση αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα. Δεν τοποθετείται με σαφήνεια απέναντι στον πυρήνα της κριτικής που της ασκήθηκε. Αντ’ αυτού, μετατοπίζει τη συζήτηση από τις δικές της θέσεις στον ρόλο των Μέσων Ενημέρωσης, υιοθετώντας μια γενικευτική και επιθετική γραμμή απέναντι στο σύνολο σχεδόν του δημοσιογραφικού κόσμου.
Το επιχείρημα ότι τα ΜΜΕ «αποσιώπησαν τα θεσμικά ζητήματα» και επέλεξαν να αναδείξουν μονοθεματικά το ζήτημα των αμβλώσεων παραβλέπει μια βασική πραγματικότητα της δημόσιας σφαίρας. Οι αμβλώσεις δεν είναι δευτερεύον ή άκαιρο θέμα. Αποτελούν θεμελιώδες ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σωματικής αυτονομίας και κράτους δικαίου. Όταν ένας δημόσιος λόγος αγγίζει αυτό το πεδίο, είναι αναπόφευκτο —και απολύτως θεμιτό— να βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας.
Η επιλογή να παρουσιαστεί η δημοσιογραφική κριτική ως οργανωμένη επιχείρηση αποδόμησης και «δολοφονίας χαρακτήρα» λειτουργεί περισσότερο ως ρητορική υπερβολή παρά ως πειστικό επιχείρημα. Η δημοσιογραφία δεν δημιουργεί πολιτικές θέσεις· τις αποκαλύπτει. Και όταν αυτές οι θέσεις προκαλούν αντιδράσεις, η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται συλλήβδην σε όσους τις φωτίζουν.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εσωτερική αντίφαση της ανάρτησης. Στο δεύτερο μέρος της, η Καρυστιανού υιοθετεί λεξιλόγιο κοινωνικού κράτους, μιλώντας για πρόληψη, κοινωνική πρόνοια, στήριξη της μητρότητας, πρόσβαση στην υγεία και στην αντισύλληψη. Πρόκειται για θέσεις που, από μόνες τους, δεν αμφισβητούνται. Ωστόσο, δεν αναιρούν το αρχικό πολιτικό στίγμα που δόθηκε. Η υπεράσπιση της κοινωνικής στήριξης δεν αποκλείει, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει, τη σαφή υπεράσπιση του δικαιώματος στην άμβλωση. Όταν αυτή απουσιάζει, το κενό γίνεται πολιτικά ηχηρό.
Σε αυτό το σημείο, η νέα ανάρτηση δεν λειτουργεί κατευναστικά ούτε διαφωτιστικά. Αντί να αποσαφηνίσει, πολώνει. Αντί να απαντήσει, μεταθέτει. Και αντί να διευρύνει το ακροατήριο, συσπειρώνει μόνο όσους ήδη συμφωνούν, αποξενώνοντας το κρίσιμο κέντρο του δημόσιου διαλόγου.
Στην πολιτική επικοινωνία, η ασάφεια δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιλογή. Όταν αποφεύγεται μια καθαρή απάντηση σε ένα θεμελιώδες ζήτημα δικαιωμάτων, το μήνυμα μεταδίδεται έμμεσα αλλά ξεκάθαρα. Και αυτή τη φορά, το έμμεσο μήνυμα αποδείχθηκε ισχυρότερο από κάθε καταγγελία κατά των Μέσων Ενημέρωσης.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η συζήτηση «έπρεπε» να στραφεί αλλού. Είναι αν όποιος διεκδικεί ρόλο στον δημόσιο χώρο μπορεί να σταθεί με καθαρές θέσεις, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς επίκληση γενικευμένων εχθρών. Γιατί στον δημόσιο λόγο, όπως και στην πολιτική, όταν δεν μιλάς καθαρά, μιλάς —απλώς— με τρόπο που σε προδίδει.
Αναλυτικά όλη η ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού :
“Ανέμενα στωικά χθες μέχρι το βράδυ, παρακολουθώντας την πλήρη «απογύμνωση» των Μέσων Ενημέρωσης.
Δυστυχώς η πλειοψηφία των Μέσων Ενημέρωσης (με ελάχιστες εξαιρέσεις που οφείλω να αναγνωρίσω) ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ που ανέδειξε η χθεσινή συνέντευξή μου στους κ.κ. Στραβελάκη και Καραμήτρου, και εστίασε ΜΟΝΟΘΕΜΑΤΙΚΑ στην άκαιρη ερώτηση περί αμβλώσεων, που οι ερωτώντες δημοσιογράφοι έκριναν πιο σημαντική στις προτεραιότητές τους από τα προβλήματα που ταλανίζουν τη χώρα μας, δηλαδή τα τεράστια σκάνδαλα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η συνεχής θεσμική εκτροπή, η εξόντωση των αγροτών, η ακρίβεια και η φτωχοποίηση των πολιτών, η κατάρρευση της υγείας και της παιδείας, και τόσα άλλα σημαντικά θέματα που βιώνουμε.
Η χθεσινή απάντησή μου στο θέμα των αμβλώσεων διαστρεβλώθηκε ΣΚΟΠΙΜΩΣ από όσους βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία αποδόμησης μου και συμπράττουν αδίστακτα στο πολιτικό συμβόλαιο δολοφονίας χαρακτήρα μου.
Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα ΔΕΝ τίθεται σε διαβούλευση, ΔΕΝ αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά ΟΥΤΕ και πεδίο πολιτικών παιχνιδιών, όπως κάποιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν.
Όσοι βάλλουν εναντίον μου με αφορμή ένα πολυδιάστατο ιατρικό και νομικό θέμα για το οποίο ο νομοθέτης έχει ήδη προβλέψει, δεν νοιάζονται ούτε για τη θέση της γυναίκας σήμερα, ούτε για τα προβλήματα της, ούτε για τη στήριξη της μητρότητας, ούτε για την υπογεννητικότητα, ούτε για το δημογραφικό πρόβλημα, ούτε για τα δικαιώματα των παιδιών, ούτε για την οικογένεια και την επιβίωσή της!
Ούτε έχουν σκεφθεί γιατί οδηγείται μια γυναίκα ή ένα ζευγάρι στην άμβλωση, πόσο μάλλον για τη βιοηθική.
Το βασικό για αυτούς ήταν και είναι να ανακοπεί με κάθε τρόπο και μέσο, η εντατική «κυοφορία» ενός μεγάλου κινήματος, που μπορεί να αλλάξει τη συζήτηση και να θέσει τη κοινωνία και πάλι στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και της λήψης αποφάσεων.
Η ανάγκη δημόσιου διαλόγου, στην οποία αναφέρθηκα, αφορά τα πραγματικά κοινωνικά αίτια που οδηγούν χιλιάδες γυναίκες σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη απόφαση: την ελλιπή ενημέρωση των νέων, την απουσία συστηματικής σεξουαλικής αγωγής, την περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες μεθόδους αντισύλληψης και, κυρίως τα κενά της κοινωνικής πρόνοιας.
Για τον λόγο αυτό, ο ουσιαστικός διάλογος πρέπει να στραφεί: στη δημιουργία ολοκληρωμένων δομών κοινωνικής πρόνοιας για εγκύους και νέες μητέρες, στη δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού και αντισύλληψης, στη στήριξη της μονογονεϊκής οικογένειας, σε επιδόματα και υπηρεσίες που επιτρέπουν σε μια γυναίκα να μη διχάζεται ανάμεσα στην κύηση και την εργασία ή τις σπουδές της.
Η δημογραφική και υπαρξιακή κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα, δεν μπορεί να απαντηθεί με περιορισμούς δικαιωμάτων, αλλά με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που προσφέρει πραγματικές επιλογές και αληθινή στήριξη στον πολίτη.
Η ελευθερία της γυναίκας γίνεται ουσιαστική μόνο όταν συνοδεύεται από οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση στην υγεία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και προστασία της μητρότητας.
Αυτή είναι η διαβούλευση που οφείλουμε να ανοίξουμε: μια συζήτηση για όρους δημόσιας υγείας, κοινωνικής πρόνοιας και σεβασμού των θεσμών, ώστε καμία γυναίκα να μη φτάνει σε αδιέξοδο από φόβο, άγνοια ή εγκατάλειψη.
Με αίσθημα ευθύνης απέναντι στις γυναίκες, στα παιδιά και στο μέλλον της χώρας, πιστεύω σε μια κοινωνία που θα τις στηρίζει μέσα από την πρόληψη, την ενημέρωση και την αλληλεγγύη, και όχι βέβαια μέσα από διχασμούς.
Σας ευχαριστώ”.