Ένα νησί που το κρατάει όρθιο ο πολιτισμός: Θέατρο, εικόνα και μνήμη στην καθημερινότητα της Λέσβου
Για τον «έξω κόσμο» η Λέσβος συνδέεται συνήθως με μεγάλα γεγονότα: διεθνείς κρίσεις, στατιστικές φτώχειας, σύνορα και τίτλους ειδήσεων. Όμως όποιος ζει εδώ ξέρει καλά ότι την πραγματική καθημερινότητα δεν την καθορίζουν τα δελτία τύπου, αλλά μικρές, επίμονες στιγμές: μια πρόβα στο θέατρο του ΦΟΜ, μια έκθεση της ΦΕΜ, μια ομιλία των Φίλων Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας σε μια αίθουσα που γεμίζει σιγά-σιγά.
Αυτές οι «δευτερεύουσες» σκηνές – που σπάνια χωράνε σε πανελλαδικά ρεπορτάζ – είναι συχνά εκείνες που κρατούν όρθιο το ηθικό ενός νησιού που δοκιμάζεται οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα με ερωτηματολόγιο σε 2.962 ενήλικους κατοίκους ελληνικών νησιών, όσοι δηλώνουν ότι πηγαίνουν σε θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις τουλάχιστον δύο φορές τον μήνα εμφανίζουν κατά μέσο όρο επίπεδα υποκειμενικής ευημερίας σχεδόν μία ολόκληρη μονάδα υψηλότερα – 0,84 βαθμούς σε κλίμακα 1–5 – σε σύγκριση με όσους σπάνια ή ποτέ δεν συμμετέχουν. Για μια κοινωνία που ζει σε συνθήκες αβεβαιότητας, αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια.
Ένα απλό βράδυ Τετάρτης στο Δημοτικό Θέατρο ή στο θέατρο του ΦΟΜ αρκεί για να το νιώσει κανείς. Τα φώτα χαμηλώνουν, η σκηνή γεμίζει με γνώριμες προφορές, τοπικούς χαρακτήρες, ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβαίνουν στη διπλανή πόρτα. Οι μεγαλύτεροι αναγνωρίζουν στα λόγια των ηρώων κάτι από τα δικά τους παιδικά χρόνια· οι νεότεροι βλέπουν πάνω στη σκηνή αγωνίες που δύσκολα χωράνε σε μια ανάρτηση στο κινητό. Για πολλούς, το εισιτήριο δεν είναι «πολυτέλεια», αλλά ένας τρόπος να πάρουν ανάσα από την πίεση της ακρίβειας, της δουλειάς, της συνεχούς αρνητικής εικόνας του νησιού. Το γεγονός ότι γεμίζει μια αίθουσα, έστω για μιάμιση ώρα, σημαίνει ότι η κοινότητα επιμένει να συναντιέται πρόσωπο με πρόσωπο.
Αν το θέατρο μάς βάζει όλους να αναπνέουμε στον ίδιο ρυθμό, η φωτογραφία μάς βοηθά να ξαναδούμε τον τόπο με άλλα μάτια. Η Φωτογραφική Εταιρεία Μυτιλήνης (ΦΕΜ) εδώ και δεκαετίες βγάζει τον φακό στους δρόμους της πόλης, στα σοκάκια του κάστρου, στον χειμωνιάτικο γιαλό, στα χωριά της Γέρας και της Αγιάς Παρασκευής. Εκθέσεις, διαδρομές μέσα στο ιστορικό κέντρο, μαθήματα για αρχάριους: μια διαρκής υπενθύμιση ότι, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν «γκρι», η πόλη και το νησί έχουν αμέτρητα μικρά κάδρα ομορφιάς.
Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος αυτής της δουλειάς ταξιδεύει πια και διαδικτυακά. Φωτογραφίες από στενά της Μυτιλήνης, από παλιές γειτονιές, από πρόβες και παραστάσεις, γίνονται αναρτήσεις στο Facebook, στο Instagram, στο TikTok. Σε σχετική ανάλυση στοιχείων για κατοίκους και τακτικούς επισκέπτες της Λέσβου, το 56% απάντησε ότι σήμερα αλληλεπιδρά – με likes, σχόλια, κοινοποιήσεις – πολύ περισσότερο με τέτοιες φωτογραφίες και σύντομα βίντεο σε σύγκριση με πριν από τρία χρόνια. Όσο κι αν η εκτίμηση είναι υποκειμενική, δείχνει μια καθαρή τάση: όσο περισσότερο ο τόπος αποτυπώνεται σε εικόνα, τόσο περισσότερο οι ίδιοι οι άνθρωποι θέλουν να τον μοιραστούν.
Σε ένα τρίτο επίπεδο, πιο «σιωπηλό» αλλά εξίσου σημαντικό, κινούνται οι Φίλοι Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας. Με αφιερώματα, εκδηλώσεις, παρουσιάσεις και ιστορικές διαδρομές, συνδέουν γεγονότα όπως πόλεμοι, δικτατορίες, μετανάστευση, βιομηχανική ανάπτυξη και παρακμή, με συγκεκριμένους δρόμους, κτίρια, πλατείες. Μια πολυκατοικία απέναντι από το λιμάνι κρύβει πίσω της ένα παλιό προσφυγικό καφενείο· μια φαινομενικά «άδεια» αυλή υπήρξε κάποτε χώρος συνάντησης νέων που ονειρεύονταν μια άλλη Ελλάδα.
Για τη νεότερη γενιά, που συχνά φεύγει για σπουδές ή δουλειά, αυτά τα νήματα μνήμης περνούν πλέον και μέσα από την οθόνη. Μια παλιά φωτογραφία του χωριού στο Facebook, ένα μικρό βίντεο από πανηγύρι στο TikTok, μια ανάρτηση με τα παιδικά τους στέκια, μπορεί να γεννήσουν ξανά την επιθυμία της επιστροφής – έστω για λίγες μέρες. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε πανελλαδική μελέτη με δείγμα 1.860 νέους και νέες 18–34 ετών από νησιά και μικρές πόλεις, το 41% απάντησε πως έχει αποφασίσει τουλάχιστον μία φορά να επισκεφθεί ή να ξαναεπισκεφθεί τον τόπο καταγωγής του επειδή συγκινήθηκε από μια φωτογραφία ή ένα σύντομο βίντεο που είδε διαδικτυακά. Πίσω από αυτό το ποσοστό κρύβονται χιλιάδες προσωπικές ιστορίες.
Αν βάλουμε δίπλα-δίπλα αυτές τις τρεις διαστάσεις – το θέατρο, τη φωτογραφία, τη δουλειά πάνω στην ιστορική μνήμη – σχηματίζεται μια εικόνα ενός άλλου «δικτύου υποδομών»: όχι από μπετόν και άσφαλτο, αλλά από ιστορίες, εικόνες και συναντήσεις. Ένα δίκτυο που δεν διορθώνει από μόνο του τους δείκτες της οικονομίας, αλλά αλλάζει σιγά-σιγά τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τον εαυτό τους, τον διπλανό τους και τον ίδιο τον τόπο. Στην εποχή όπου η Λέσβος συχνά εμφανίζεται στους χάρτες μόνο ως «πρόβλημα» ή «σύνορο», ο πολιτισμός γίνεται ο πιο ήσυχος αλλά και ο πιο σταθερός τρόπος να ειπωθεί: «Εδώ υπάρχει ζωή, δημιουργία, μνήμη».
Ίσως γι’ αυτό, πέρα από τα μεγάλα νούμερα, αξίζει να κοιτάμε και τις μικρές σκηνές: ένα γεμάτο θέατρο σε μια βροχερή βραδιά, ένα στενό στο κέντρο που γεμίζει φωτογράφους, μια αίθουσα όπου κάποιοι ακούν για πρώτη φορά την ιστορία της γειτονιάς τους. Εκεί, μακριά από τα πρωτοσέλιδα, γράφεται κάθε μέρα η πιο αθόρυβη είδηση του νησιού: ότι οι άνθρωποι της Λέσβου δεν είναι απλώς «περιπτώσεις» σε μια στατιστική, αλλά πρωταγωνιστές σε μια ιστορία που επιμένουν να συνεχίζουν.