Συνεντεύξεις

24/04/2021 - 15:45

Μια σπάνια συνέντευξη του Γιώργου Μπούρα με αφορμή το θάνατό του

Με αφορμή το θάνατο του Γιώργου Μπούρα, μια παλαιότερη συνέντευξη το 2004-05 που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΓΕΡΑ και Αιολικά Νέα της Μυτιλήνης.

ΔΕΗ

women

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Παναγιώτη Αγιακάτσικα και Στρατή Βασίλαρο

 Ο Γιώργος Μπούρας χωρίς αμφιβολία ήταν και είναι ο πιο γνωστός λαϊκός τραγουδιστής/μουσικοσυνθέτης της Λέσβο, άσχετα αν μερικοί που μπήκαν στο κόπο να καταγράψουν για την λαϊκή μουσική παράδοση της Λέσβου τον απαξίωσαν και ούτε καν σχεδόν ποτέ δεν έχουν αναφερθεί στο όνομά του. Αυτοδίδακτος στο μπουζούκι και το ακκορντεόν κατάφερε να γράψει συνθέσεις που ακόμη και σήμερα τραγουδιούνται – που ίσως και να τραγουδήσατε – και περιλαμβάνονται σε λαϊκά ρεπερτόρια μουσικών συγκροτημάτων. Ήταν ο πρώτος Λέσβιος που έκανε επιτυχίες στη δισκογραφία, ανάλογα με τα μικρά δεδομένα του νησιού μας. Ενώ δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι χάρις σε αυτόν κάποια παραδοσιακά της Μυτιλήνης έγιναν πασίγνωστα σε όλο το νησί, καθώς τα είχε κυκλοφορήσει στις αρχές του ’70 σε 45άρια και δεν είναι άλλα από το «Κιούρτικο – Τα Ξύλα»«Το Πιγκί»«Το Γεραγώτικο Συρτό»«Το Γεραγώτικο Μυτιληνιό Συρτό». Η συνέντευξη που του πήραμε στο σπίτι του στο Μεσαγρό δείχνει και τη διαδρομή του Μπούρα στο μουσικό γίγνεσθαι και που μάλλον δεν υπήρξε κάποια παρόμοια για Λέσβιο.

Κύριε Μπούρα πείτε μας τη δικιά σας ιστορία πως ξεκινήσατε ως μουσικός
Εγώ σαν μουσικός ξεκίνησα από τη Καλλονή, από τη Καλλονή είμαι γεννημένος. Ξεκίνησα ρε παιδιά μ’ ένα μαντολίνο. Ξεκινώ με το μαντολίνο ένα διάστημα σε ένα ξάδερφό μου που είχε καφενεδάκι στα Δάφια. Μετά βγήκαν – ακούγω λοιπόν- κάτι τραγούδια που είχαν βγάλει ο Χιώτης, ο Τσιτσάνης, τα παλιά αυτά – «Γιατί στα μάτια με κοιτάτε», «Συννεφιασμένη Κυριακή». Λέγου τι όργανο είναι αυτό που παίζει; Έμεινα κατάπληκτος. Λέγ’ μπουζούκ’ – ποιο είνι του μπουζούκ’;- μ’ το δείξαν σε μια φωτογραφία όταν κατέβηκα μια φορά στ’ Μυτιλήν’. Πριν πάρω μπουζούκι, στη Καλλονή όταν έπαιζα το μαντολίνο, γνώρισα κάποιο πλανόδιο καραγκιοζοπαίχτη που είχε έρθει εκεί και μου λέει αν θέλω να παίξω μαζί του για καμιά εβδομάδα με πληρωμή. Πίσω στα πράματά του είδα ότι είχε ένα κιθαρόμπασο, (όργανο με κιθάρα και μπουζούκι). Του λέω κυρ’ Κώστα θα παίξω όλη τη εβδομάδα και η πλερωμή μου θα είναι το κιθαρομπούζουκο. Εντάξει λέει, άρχισα να παίζω με αυτό. Κατέβκα και στ’ Μυτιλήν’ αγόρασα και ένα τρίχορδο μπουζούκι. Βγαίν’ ύστερα η μόδα το ακκορντεόν, -ω τι να κάνουμε-, το βλέπω πιτσιρικάς, παίρνω ακκόρτεον με δόσεις. Κλείνομαι στο σπίτι τάκα – τούκα μαθαίνω ορισμένα πράματα. Έπαιζα στο ξάδερφό μου, μετά με φώναζαν ρε μαύρε, ρε αραπέλ – ήμπταν μ’κρός α μας παίξ’ κανέ τραγουδάκ’- λέγου δε ξέρου. Ήξηρα μόνου «Κυρά Βαγγιλιό, ένα κρύο νερό». Παίξτο λέγ’, τότες είχαν βγει τα χαρτένια το κόκκινα δεκάρικα παίξε ο ένας παίξε ο άλλος’ γέμσα κόκκινα δεκάρικα. Κατεβαίνω κατόπιν Μυτιλήνη.

Για ποιά εποχή μιλάμε; Αρχές του ’50 ήμουν 19-20 χρονών. Εκεί γνωρίζω ένα τρομερό κιθαρίστα, το Ντάλτη Στράτος. Κοντά του έμαθα τα ακκόρντα. Παίξε ρε το «Μπαρμπουνάκι*» και μου έλεγε όλα τα σχετικά τα ακκόρντα. Μπήκα στο νόημα. Μαζί του έπαιξα ένα χειμώνα σε μια ταβέρνα στο Πάρκο στη Μυτιλήν, πάγαινε η αριστοκρατία. Παίζαμε καντάδες, αυτός έλεγε καντάδες τρομερά, πολύ πράμα, κάτι αρχοντορεμπέτικα.

Όπως το συγκρότημα του Ιατρού; Όχι αυτοί έπαιζαν και κλασσικά πράματα.

Τότες λοιπόν μπήκα στο νόημα με τα ακκοπανιαμέντα. Στο μεταξύ είχα τρομερή μανία και μάθαινα συνεχώς. Όταν γύρισα από το Καναδά το ’64 γράφω τότε και το «Τα νησιώτικά παιδιά, έχουν μάλαμα καρδιά», γράφω «Η Μυτιλήνη και ο Τουρισμός»«Σε θέλω πάντα δίπλα μου»

Μπουζούκι πότε μάθατε; Το 52-53.

Τον Στράτο Αράμπογλου τον είχατε γνωρίσει τότε; Ναι – που το ξέρεις; – Στη Πέτρα, αυτός ήξερε ήδη και έπαιζε. Παίξαμε μαζί οι δυό τότες για ένα διάστημα είχαμι τα «μυαλά τ’πειτνού»! Μετά χωρίσαμε και κατέβηκα και έπαιζα στη Μυτιλήνη.

Με ποιούς παίζατε; Με το Μουφλεζέλ’ για δέκα χρόνια, τότες έπαιζα ακκορντεόν. Σε ένα κέντρο στη Λαγκάδα στο «Βράχο». Μια φορά με το «Τσιτμή» (με αυτό το όνομα ήταν περισσότερο γνωστός ο Γιώργος Μουφλουζέλης) παίζαμε μαζί, έπινε πολύ πιοτό, νάτος πέφτ’ κάτω απ’ τ’ καρέκλα. Ο καταστηματάρχης λέει «Μπούρα» ανέλαβε εσύ. Έπαιζα μπουζούκι, αλλά τότες ακκορντεόν. Ύστερα πως πήγε στην Αθήνα και τα κατάφερε δεν ξέρω.

Έγραφε τραγούδια; Από τότες έγραφε. Μεσ’ τσέπ’ ιτ είχε στίχ’ (ους), εγώ ακόμη τότες δεν είχα ασχοληθεί με τέτοια, δεν τα φιλοσοφούσα τα πράγματα, άλλα γύρευε ο κόσμος.

Εσείς πότε αρχίσατε να γράφετε; Το 58-59 πήγα τα πρώτα τραγούδια στην Αθήνα. Αλλού τα θέλαν αλλού όχι, άστα να τα δούμε, υπήρχε και ο φόβος να τα κλέψουν. Πάω λοιπόν και βρίσκω κάποιον Μυτιληνιό - Πολίτη τον λέγαν - από τη Βατούσα που είχε την Polyphone. Λέγου χουργιανέ έχου φέρ’ κατ’ τραγούδια, μη συστήσαν κάποιοι άλλ’. Η δουλειά που έκανι ήταν ράφτς σε μια στοά μέσα στην Πλατεία Βάθης. Λέγ’ Γιουργάκι θα βγάλουμι του «Μυτιλήν Προυχώρσι Πουλί στο Τουρισμό» (Η Μυτιλήνη και ο Τουρισμός) και στη τύχη. Θα του πεις ισύ μή τ’ Μυτιληνιά τ’ προυφουρά.

Του βάζου του τραγούδ’ μόλις πάου στου τελευταίου του στοιχάκ’ λέγει η μηχανικός θα συ κόψειν. Να αλλάξεις το στίχο - Πω....λέγου. Πάω πίσου στου ξενοδοχείου εκεί απού κάτου απ’ τν Ομόνοια μια τυραννία όλη νύχτα μέχρι του προυί να ψάχνω να βρω του τελευταίου στίχου.

Και λέγου του τελευταίου στίχου «Έχει και αεροπλάνου στ’ Μυτιλήν’ μας τώρα πια, μας πέρν’ πουλλά πουλλά φραγκέλια αλλά μας εξυπηρετά. Ομόρφι η Μυτιλήν’ και ακόμη πιο όμορφη θα γίν’». Πάγου σαν αύριου τσι λέγου Πολίτη – έτσι τον λέγαν – ξεκινάμι, χτυπάμε του τραγούδ’.

Λέγ’ η μηχανικός «αυτός είσι»

Είχατε και τη λογοκρισία; Ε βέβαια, ήταν επί δικτακτορίας.

Από τη Β’ μεριά του μικρού δίσκου ποιό τραγούδι είχατε; «Όμορφη είναι η ζωή μας»

Οι μουσικοί που συμμετείχαν ήταν Μυτιληνιοί; Όχι απ’ την Αθήνα. Εγώ έπαιζα μπουζούκι και ο Χρήστος Νικολόπουλος πιτσιρικάς έκανε «τέρτσα» ρωτούσε πως γράφεις τα τραγούδια;

Αυτό έγινε επιτυχία τότε; Τότες πούλησε 150.000 κομμάτια, το αγόραζαν ακόμη και οι ξένοι και οι Αθηναίοι. Ύστερα έγραψα «Να ζήσ’ η Μυτιλήν’ μας» από την άλλη «Όσο θα στέκω στα δυό μου πόδια», «Σε θέλω πάντα δίπλα μου», «Πολλές ξαθιές γυρεύουν». Στίχοι και μουσική όλα δικά μου.

Είχατε βγάλει και τα οργανικά, τα Μυτιληνιά. Σε ένα από αυτά υπάρχει και ένα πολύ ωραίο ταξίμι βιολί, ποιός παίζει; Ο Πολιχνιάτης Τάσος Κουλούρης, Θειός σχουρέστον, το νησιώτικο το τραβάει το βιολί. Μετά από όλα αυτά τραγούδια που έβγαλα έκανα πολλά ταξίδια στο εξωτερικό πήγα δυο φορές Αυστραλία, δυο φορές Καναδά, Γερμανία, Βέλγιο. Μια φορά στην Αυστραλία οι διοργανωτές είχαν γεμίσει δύο τσβάλια από δολάρια από τις εισπράξεις των εισιτηρίων...Όταν πήγαινα εκεί όλοι οι έλληνες είχαν τα τραγούδια μου, τα ξέραν απ’ έξω και ανακατωτά. Μια φορά η Μυτιληνιά συνοικία είχε κάνει εκδήλωση, είχε βάλει και αφίσες, του βράδ’ δεν είχε να βάλει βελόνα μέσα στο κέντρου.

Πόσα χρόνια είναι που γυρίσατε από την Αθήνα; Είναι πάνω από 20 χρόνια.

Στην Αθήνα με ποια ονόματα παίξατε; Δεν είχα ονόματα. Όνομα ήμταν ιγώ. Άμα πήγαινα στο μπαράκ’ (καφενείο μουσικών) Μπούρα...Μπούρα καμιά δουλειά...Να ακουμπήσουν στ’ όνομα γι αθρώπ’. Πιάναν τα όργανα και δεν ξέραν που πάν τα τέσσερα. Ο Μπούρας τραβούσε τουν έρμουτ’. Η Αθήνα ήταν γεμάτη από Μυτιληνιούς, Σμυρνούς, Κωνσταντινοπολίτες. Παίξε έλεγαν τα δικά μας τα παλιά. Δεν ξέραν οι αθρώπ’ να παίξιν γρουτζανούσαν τα όργανα. Ο κόσμος χόρευε επάνω στο μπουζούκ, ιγώ στου ρυθμό είμι τούρκος! Άσι τι βρουντούσαν αυτοί από πίσου.

Και οι αδερφοί σας μουσικοί δεν είναι; Ο Στέλιος παίζει ντραμς, ο Θανάσης, μπουζούκι, κιθάρα, σαξόφωνο, με το Μανώλης και το Νίκου έπαιξα. Ιγώ τσ’ έβγαλα. Η γυναίκα μ’ τσ’ έπληνι. Τσ’ ταγίζαμι, τσ’ πουτίζαμι, τσ μάθαμι κι όργανα. Είχαμε μείνει ορφανοί.

Για πέστε μας για την καταγωγή σας.  Η πατέρας ιμ η Πέτρους ήταν αντάρτς στουν εμφύλιο. Ήταν πρόσφυγας απ’ το Τσεσμέ (πόλη απέναντι από τη Χίο). Ήταν κτηνοτρόφος, γεωργός, έτσι τον γνώρισα. Ο κόσμος την εποχή εκείνη είχε χωρισθεί σε δύο στρατόπεδα, πήγε στο ΕΛΑΣ ξαναγύρισε ξαναπήγε, τουν σκουτώσαν στ’ Καλλονή. Έκανε καλά πράματα ακόμη και σήμερα τον θυμούνται και δακρύζουν. Τον είχαν γράψ και σε βιβλίο. Τη μάνα τη θυμάμαι – ήμουν μικρός- όταν έπαθε φυματίωση και πέθανε στο νοσοκομείο στην Αγιάσο. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Ήμασταν έξη αδερφέλια και εγώ ο μεγαλύτερος. Τότε στον εμφύλιο είχαμι περιουσία, διακόσια πρόβατα, βόδια. Τα σπίτια μας τα κάψαν και μας τα πήραν.

Ύστερα ο Θανάσης λέγ’ θα πάγου μη τουν Ιατρού και τον Χαράλαμπο το Γιάννου, και ο Σιμιτσής  ο Παναγιώτης έπαιζε με αυτούς. Έπαιζαν ευρωπαϊκά, ιταλικά. Εγώ ήμουν λαϊκός, έπαιζα στο «Βράχο», η λαϊκούρα δε πέθαινε, ιμείς χτυπούσαμι κασμά....του είχαμι του χαντάκ’ δεν άδειαζι του χώμα. Εμείς βροντούσαμι εκεί. Η λαϊκούρα θα ερχόταν με τ λασπωμέν’ τν αρβύλα θα διέταζι, βάλε ρε του «Τσανταρμά!*» βάλι να χουρέψου του «Χαρμάνταλι*», φασούλ’ φασούλ’ τα βουλεύαμι. Τι θα λέμε λόγια;

ρρ

Με το Μπάνο το Θωμαΐδη πόσο καιρό παίξατε; Ιστορία μας, καλό παιδί, ωραίος, παίξαμε καμιά δεκαριά χρόνια μαζί. Αρχή ’γω τον έβγαλα κι αυτόν. Όταν τον γνώρισα τραγούδαγε «Η κοινωνία με κατακρίνει». Τον δοκιμάζω, του λέω πες ένα τραγούδι. Είχε ένα βιμπράτο ωραίο και έπαιζε επάνω στο ρυθμό με τη κιθάρα, λέγου μες του νου μ’, εσύ γίνισι. Μόλις αρχίσαμε και παίζαμε μαζί, ξαφνικά τον χάνω – φεύγει Γερμανία – έρχεται πίσω μετά από πολλά χρόνια. Με πέρν’ τηλέφωνο να ξαναπαίξουμε – είχα έρθει και τότες από Αθήνα – είχε ξεχάσει πως να παίζει κιθάρα. Τσίκι – τσίκι τον πλακώνω στις πρόβες και έτσι ξεκινήσαμε σαν ντουέτο οι δυό μας.

Τραγούδια σας ποιοί τραγουδήσανε; Τα έδινα σε εταιρεία και τα τραγούδησαν πολλοί, ο Μαργαρίτης, ο Κόλλιας που σκοτώθηκε «Αν σε χάσω αν», «Γυναίκα ποιός σε έπλασε» το λέει και ο Μαρίνος, «Απαλλάχτηκα από σένα», πολλά τραγούδια, ποιός τα θμάτε ρε, «Δεν κόβω εγώ τις τρέλες μου»«Εγώ θα γίνω άγιος»«Εμείς οι ναυτικοί». Και τώρα ακόμη έχω πάρα πολλά τραγούδια καινούργια για να κάνει κάποιος δίσκο.

Εδώ στο σημείο αυτό τελείωσε και η συζήτησή μας

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες, ΓΕΡΑ και Αιολικά Νέα το 2005

 

αναδημοσίευση από https://panosagiakatsikas.blogspot.com/

 

Μοιράσου το άρθρο!