Δημοσκοπικός σεισμός: Η Μαρία Καρυστιανού απειλεί την πρωτιά της ΝΔ και το σύστημα απαντά με λάσπη
Παρά το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει στις μετρήσεις ως μεγαλύτερη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους στρατηγούς της πολιτικής σκηνής: η Μαρία Καρυστιανού, η μητέρα που βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου μετά την τραγωδία των Τεμπών, δεν είναι πλέον απλώς ένα “πουλόβερ προς πώληση ψήφων” αλλά μια πολιτική πραγματικότητα με ρεαλιστικές πιθανότητες να διαμορφώσει εκλογικά αποτελέσματα.
Η αναδυόμενη δημοσκοπική δυναμική που ταράζει τα νερά
Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO, που δημοσιεύτηκε στα Νέα και παρουσιάζει λεπτομερώς τα δεδομένα για την πρόθεση ψήφου, το εν δυνάμει «Κόμμα Καρυστιανού» – ακόμη και χωρίς να έχει ακόμη τυπικά ιδρυθεί – εμφανίζει σοβαρή απήχηση σε ένα ευρύ φάσμα ψηφοφόρων. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι η απήχηση αυτή δεν περιορίζεται στο παραδοσιακό αντι-συστημικό ακροατήριο αλλά «απλώνεται» μεταξύ πολιτών που δεν αυτοτοποθετούνται στον άξονα αριστερά–δεξιά.
Παράλληλα, στοιχεία από άλλες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το ενδεχόμενο σχηματισμού κόμματος από την Καρυστιανού δημιουργεί μετακινήσεις ψηφοφόρων από υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις, συμπιέζοντας παραδοσιακά κομματικά ακροατήρια και μετακινώντας κόσμο από Πλεύση Ελευθερίας, Νίκη και Ελληνική Λύση, ενώ εμφανίζει μικρότερο αλλά υπαρκτό ενδιαφέρον και σε παραδοσιακούς χώρους όπως ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ.
Την ίδια στιγμή, η MRB σε δημοσκόπηση που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο δείχνει την Καρυστιανού να υπερβαίνει τον Αλέξη Τσίπρα σε όρους προτίμησης των πολιτών, με τη Νέα Δημοκρατία να καταγράφει πτώση και να κινείται γύρω στο ~29% ενώ η Καρυστιανού εμφανίζει ισχυρό προβάδισμα έναντι ενός παραδοσιακού ηγέτη της αντιπολίτευσης.
Το πολιτικό ντόμινο: Πώς αντιδρά η κρατική και παραδοσιακή δημοσιογραφία
Αυτό που καθιστά τα ευρήματα ιδιαίτερα εκρηκτικά είναι η πολιτική και δημοσιογραφική ανταπόκριση στις μετρήσεις.
🔹 Οι κυβερνητικοί και φιλοκυβερνητικοί κύκλοι έχουν επιδοθεί σε μια τυπική «εκστρατεία αποδόμησης» – αναδεικνύοντας κάθε αμφιβολία, υπερτονίζοντας αντιδράσεις από κοντινά της πρόσωπα, και ενίοτε μετατρέποντας εισηγήσεις πολιτικών αντιπάλων σε «σειρήνες κινδύνου».
🔹 Παραδοσιακά μέσα που τυπικά ευνοούν τη σταθερότητα του δικομματισμού – κυρίως με αναφορές σε «χωρικό πληθυσμό αναποφάσιστων» ή «διόγκωση ακραίων φαινομένων» – επιχειρούν να διασκεδάσουν εντυπώσεις, εντείνοντας συζητήσεις περί «διαχωρισμού ρόλων» και «μη υπαρκτών ψηφοφόρων».
Το αποτέλεσμα; Έναν πολιτικό και δημοσιογραφικό κλοιό που μοιάζει περισσότερο με στρατηγικό πανικό παρά με συντονισμένη εικόνα πραγματικότητας. Ο λόγος είναι απλός: όταν μια νέα πολιτική δύναμη δείχνει ικανή να πλήξει σημαντικά την ψαλίδα μεταξύ των μεγάλων κομμάτων, αλλά και να κινητοποιήσει ψηφοφόρους που έχουν εγκαταλείψει τη συμμετοχή στις εκλογές, τότε το σύστημα θέλει να προστατεύσει την ομαλότητα, ακόμα κι αν αυτή είναι πια υπό αμφισβήτηση.
Η «πραγματική» εικόνα στην κοινωνία
Οι πολίτες – ειδικά αυτοί που έχουν εμπειρία πολιτικής κόπωσης δεκαετιών – δεν είναι μαριονέτες στον πολιτικό λόγο και τις δημοσιογραφικές κορώνες. Σε μια εποχή όπου η εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα και τα μέσα ενημέρωσης βρίσκεται σε χαμηλό ιστορικό, η παρουσία μιας δημόσιας μορφής που συνδέεται άμεσα με κοινωνικό τραύμα και κινητοποιεί με βάση εμπειρία και αξιοπιστία έχει νόημα και απήχηση.
Ακριβώς αυτό – και όχι κάποιο κατασκευασμένο αφήγημα – είναι που εξηγεί γιατί δημοσκόπηση μετά δημοσκόπησης, το όνομα Καρυστιανού αναδεικνύεται όχι απλώς σε ένα πολιτικό «φαινόμενο», αλλά σε έναν παράγοντα που μπορεί να επανακαθορίσει το εκλογικό τοπίο της χώρας το 2026.
Η πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι:
– Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται στις μετρήσεις που αφορούν τα κόμματα υπό το τρέχον νομικό πλαίσιο,
– αλλά η είσοδος νέων σχημάτων – και κυρίως μιας προσωπικότητας όπως η Μαρία Καρυστιανού – μεταβάλλει τα δεδομένα του παιχνιδιού με τρόπο που πολλοί στο πολιτικό κατεστημένο αρνούνται να αναγνωρίσουν έγκαιρα.
Αυτό το σκηνικό είναι πλεον μια προειδοποίηση ότι ο πολιτικός χάρτης αλλάζει ριζικά, και το παλιό κατεστημένο πρέπει να αναζητήσει απαντήσεις πέρα από τα γνωστά μοτίβα αντιπαράθεσης και επικοινωνιακού πολέμου.