Διονύσης Σαββόπουλος: Ο αντιφατικός μύθος μιας Ελλάδας που τραγούδησε τον εαυτό της
Ο Διονύσης Σαββόπουλος υπήρξε καθρέφτης μιας Ελλάδας που πάλευε ανάμεσα στη ρήξη και στη συμφιλίωση, στην εξέγερση και στην παράδοση, στον αριστερό ρομαντισμό και στη μικροαστική της ψυχή. Με τον θάνατό του, στα 80 του χρόνια, κλείνει ένας κύκλος μισού αιώνα ελληνικής ταυτότητας – εκείνης που εκφράστηκε με τη φωνή, το πνεύμα και τις αντιφάσεις του.
Από την αμφισβήτηση στην αυλή της εξουσίας
Ο νεαρός Θεσσαλονικιός που το 1966 εγκατέλειψε τη Νομική για να γίνει «ο τραγουδοποιός της γενιάς του», μπήκε στη συνείδηση των Ελλήνων ως ο ποιητής της αμφισβήτησης. Το «Φορτηγό» και το «Περιβόλι του Τρελού» μύριζαν επανάσταση, μιλούσαν για την ελευθερία, για την ψυχή που δεν χωρά στους θεσμούς.
Και όμως, λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος που ύμνησε τους «Αχαρνής» και τη ριζοσπαστική πνοή του Διονύσου, έγινε το πρόσωπο που θα έπαιζε με τους κανόνες της εξουσίας: τραγούδησε στην υποδοχή του Πάπα, φωτογραφήθηκε δίπλα σε πρωθυπουργούς, συμμετείχε σε εκδηλώσεις που πολλοί θεωρούσαν «συντηρητικές».
Ήταν προδοσία; Ή απλώς συνέπεια μιας διαρκούς ανάγκης να γεφυρώσει τα άκρα;
Ο Σαββόπουλος ως πολιτικό φαινόμενο
Ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε ποτέ αμιγώς πολιτικός καλλιτέχνης – κι όμως, κάθε του στίχος ήταν πολιτική πράξη. Από την εσωτερική μετανάστευση της «Δημοσθένους Λέξις» έως την κοινωνική ακτινογραφία των «Αναστροφοδίαιτων», η ποίησή του μιλούσε για την Ελλάδα της κρίσης πολύ πριν η λέξη αποκτήσει οικονομικό νόημα.
Πίστεψε στη δύναμη του έθνους, χωρίς να υποκύψει ποτέ σε εθνικισμούς. Σαγηνεύτηκε από την Αριστερά, αλλά την αποκήρυξε όταν ένιωσε πως εγκλωβίστηκε στο δόγμα. Υπήρξε φίλος του Καραμανλή, αλλά και επικριτής του συντηρητισμού.
Ήταν ένας διαρκής παρατηρητής – όχι στρατευμένος, αλλά βαθιά πολιτικός. Ήξερε να ενοχλεί, να μπερδεύει, να διχάζει. Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερό του προσόν: ότι δεν υπηρέτησε ποτέ καμία γραμμή πέρα από τη δική του.
Το καλλιτεχνικό αποτύπωμα
Από το «Μπάλλο» έως το «Ρεζιτάλ», από το «Βρώμικο Ψωμί» έως τα «Τραπεζάκια Έξω», ο Σαββόπουλος δεν έφτιαχνε απλώς τραγούδια – έστηνε μικρές πολιτισμικές επαναστάσεις. Συνδύασε το ρεμπέτικο με το ροκ, το λαϊκό με το λόγιο, τη βυζαντινή μελωδία με το κοινωνικό σχόλιο.
Ήταν ο πρώτος που κατάλαβε πως η ελληνικότητα δεν είναι θέμα «παράδοσης», αλλά δημιουργικής σύγκρουσης. Όπως είπε κάποτε ο ίδιος:
«Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από μιμητές, αλλά από εραστές της».
Με το πέρασμα των δεκαετιών, ο ήχος του άλλαξε – άλλοτε φωτεινός, άλλοτε μελαγχολικός, πάντοτε βαθιά προσωπικός. Και αν πολλοί τον κατηγόρησαν ότι «μαλάκωσε» ή «συμβιβάστηκε», κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως το έργο του αποτελεί ζωντανό αρχείο του ελληνικού ψυχισμού μετά το ’60.
Οι αντιφάσεις του, η αλήθεια μας
Ο Σαββόπουλος αγαπήθηκε και μισήθηκε για τους ίδιους λόγους. Γιατί υπήρξε ειλικρινής.
Γιατί δεν έκρυψε ποτέ την αστική του παιδεία πίσω από επαναστατικά συνθήματα.
Γιατί δεν φοβήθηκε να γεράσει, να αλλάξει, να αποδεχθεί πως η ζωή είναι διαρκής μετατόπιση.
Εκεί όπου άλλοι έμειναν «ήρωες μιας εποχής», εκείνος επέλεξε να γίνει αφηγητής μιας διαδρομής. Ένας ελεύθερος Έλληνας που δεν χωρούσε πουθενά – γι’ αυτό και έμεινε παντού.
Μια παρακαταθήκη πιο βαθιά απ’ τα τραγούδια
Τι μας αφήνει ο Διονύσης Σαββόπουλος;
Όχι μόνο στίχους και μελωδίες. Μας αφήνει το δικαίωμα να αμφιβάλλουμε.
Να αγαπάμε τη χώρα μας χωρίς να τη θεοποιούμε.
Να μιλάμε με χιούμορ για τα τραύματά μας.
Να είμαστε, εντέλει, ελεύθεροι – όχι όπως μας θέλουν, αλλά όπως μπορούμε.
Γιατί, όπως έγραψε ο ίδιος:
«Η ιστορία γράφεται με παρέες».
Και η δική του παρέα –από τον νεαρό ροκά του ’60 μέχρι τον ώριμο στοχαστή του 21ου αιώνα– θα συνεχίσει να μας συντροφεύει, κάθε φορά που η Ελλάδα θα ψάχνει τον εαυτό της μέσα σε ένα τραγούδι.