|

Ηλίας Κακαλιός: Ο Αγιασώτης που εκτελέστηκε στην Καισαριανή – Η ζωή ενός 31χρονου που έγινε σύμβολο θυσίας

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
7'

Με την ευκαιρία της πανελλήνιας συγκίνησης του προκάλεσε η γνωστοποίηση της δημοπράτησης φωτογραφιών των εκτελεσμένων πατριωτών (κομμουνιστών στην συντριπτική τους πλειοψηφία) από τους ναζί κατακτητές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, παραθέτουμε το βιογραφικό του Ηλία Κακαλιού από την Αγιάσο, ενός από τους έξι Λέσβιους που άφησαν τη στερνή τους ανασαιμιά στο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς»

 

Ηλίας Κακαλιός (1913-1944).

 

γράφει ο Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής

Ηλίας Κακαλιός (1913–1944)

 

Γεννήθηκε το 1913 στην Αγιάσο. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Νικόλα Κακαλιού από το δεύτερο γάμο του με την Βασιλική το γένος Νικολ. Καλουντζόγλου. Τα άλλα τέσσερα ήταν ο Στρατής, η Βλωτίνα που «έφυγε» πολύ νωρίς από επιλόχειο πυρετό, η Μιλιά κι ο Παναγιώτης. Είχαν ακόμα έναν ετεροθαλή αδερφό, το Γρηγόρη, από τον πρώτο γάμο του πατέρα τους.

Από μικρός είχε έφεση για μάθηση. Αριστούχος σ’ όλες τις τάξεις του Δημοτικού Σχολείου αποφοίτησε το 1926. Δεν μπόρεσε όμως να σπουδάσει παραπέρα λόγω των δύσκολων καιρών. Παρόλα αυτά ρίχτηκε με σεβντά στην αυτομόρφωση και απόχτησε σημαντική για νεολαίο πνευματική καλλιέργεια. Ενστερνίστηκε τις επαναστατικές ιδέες και εντάχτηκε στο κομμουνιστικό κίνημα. Διετέλεσε Γραμματέας της ΟΚΝΕ Αγιάσου που εξέδιδε τότε δική της τοπική εφημερίδα.  Ήταν ράφτης στο επάγγελμα και πρωτοστάτησε μαζί με το Στρατή Καραφύλλη για τη συγκρότηση της Συνεργατικής Ραφτάδων Αγιάσου.

Το 1934 γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Τον συλλαμβάνουν με το «Ιδιώνυμο» και τον στέλνουν εξορία στη Σίκινο. Εκεί τον κράτησαν τέσσερις μήνες και μετά τον άφησαν. Επανερχόμενος στην Αγιάσο συνέχισε με περισσότερο ζήλο την πολιτική του δράση.

Στις 31 Μάη 1936 στον Κήπο της Παναγίας Αγιάσου έγινε το πολιτικό μνημόσυνο των θυμάτων της δολοφονικής κρατικής τρομοκρατίας στη Θεσσαλονίκη (Μάης 1936). Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν και ο Ηλίας Κακαλιός που εκ μέρους της νεολαίας κάλεσε το λαό να αγωνιστεί ενάντια στις δικτατορικές τάσεις του Μεταξά. Και ο Π. Μπουρλής εκ μέρους των εργατών γης καυτηρίασε την κυβέρνηση για τα τρομοκρατικά μέτρα που παίρνει ενάντια στους εργάτες κάθε φορά που διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Η εκλεγείσα από τη λαϊκή συνέλευση επιτροπή εξέδωσε το ακόλουθο ψήφισμα που στάλθηκε στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης, της Βουλής και στις εφημερίδες «Γνώμη» και «Ριζοσπάστη»: «Συγκέντρωσις 400 εργατών Αγιάσου διά πολιτικόν μνημόσυνον θυμάτων Θεσσαλονίκης, αιτεί αποζημίωσιν οικογενειών θυμάτων, κατάπαυσιν τρομοκρατίας, γενικήν πολιτικήν αμνηστείαν».

Ο Ηλίας Κακαλιός στρατευμένος.

Παραμονές της μεταξικής δικτατορίας γράφει επώνυμα πύρινα άρθρα για τα λαϊκά δίκαια στην «ΗΧΩ» της Αγιάσου, εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα της εποχής, με διευθυντή σύνταξης το Σωκράτη Φραντζή και προϊστάμενο τυπογραφείου το Σπύρο Κολομόνδο. Αντιγράφουμε από το φύλλο 1 της Κυριακής 7-6-1936 το άρθρο του με τίτλο «Στο περιθώριο της ζωής» (σελ. 2) που φωτογραφίζει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργαζόμενων και την άνοδο του λαϊκού κινήματος παραμονές της μεταξικής δικτατορίας (ένας βασικός σκοπός εξάλλου των εκάστοτε πραξικοπημάτων είναι να καταστείλουν αυτήν ακριβώς τη δυναμική του μαζικού λαϊκού παράγοντα): «Σ’ όλη τη χώρα γοργά και σταθερά ένα τεράστιο λαϊκό απεργιακό κύμα τραντάζει τα εκατομμύρια των εκμεταλλευόμενων, των απόκληρων της ζωής. Σ’ όλη τη χώρα ένας αγέρας φυσά, αγέρας ενάντια στην άχαρη ζωή του άνεργου εργάτη, του κατεστραμμένου αγρότη, του χρεωμένου μικροϊδιοκτήτη και του επαγγελματία με μόνο πελάτη το φοροεισπράκτορα. Σ’ όλη τη χώρα όλοι κείνοι που κοινοί πόθοι, μα και κοινές συνθήκες τους συνδέουν, αδυνατώντας να αντέξουν σ’ αυτή τη μαρτυρική ζωή, ενωμένοι διεκδικούν ένα καλύτερο γι’ αυτούς αύριο, δηλώνοντας πως δεν είναι διατεθειμένοι να πεθάνουν απ’ τις στερήσεις και την πείνα, μέσα σε υπερπαραγωγή προϊόντων. Από όλη τη χώρα καθημερινά μας έρχεται το μήνυμα, μα κι η κραυγή των εργαζόμενων πως προτιμάνε το θάνατο παρά την αφόρητη αυτή ζωή. Σ’ όλο τον κόσμο ο Λαός πραγματοποιώντας το λαϊκό μέτωπο πάλης αποφάσισε να λύσει μόνος του τα ζητήματα που τον απασχολούν παρόλη την αντίδραση του «υπερταξικού κράτους». Ο Λαός ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις ενωμένος παλεύει και ζητά μια καλύτερη ζωή. Χρόνια τώρα υπέμενε μοιρολατρικά, χωρίς να τον προσέχει κανείς. Όλες του οι παρακλήσεις πετιόντουσαν στον κάλαθο των αχρήστων. Στον κάλαθο κείνο που πετάχτηκε το υπόμνημα του συλλαλητηρίου της Αγιάσου. Μα τώρα η ζωή έγινε προβληματική και αυτό ακόμα το ξεροκόμματο είναι δύσκολο να εξασφαλισθεί. Ο περισσότερο παραγωγικός κόσμος μένει χωρίς δουλειά και η πόρτα του μπακάλη για πίστωση έχει πια κλεισθεί. Πάνω από τον εργαζόμενο λαό φυσάει αγέρας της απόγνωσης μα και αγέρας για τη λευτεριά για μια καλύτερη και πιο ευτυχισμένη ζωή. Τα τελευταία γεγονότα είναι η απαρχή της πάλης του λαού για τη διεκδίκηση του δρόμου προς τη ζωή, προς την ευτυχία, προς τον πολιτισμό».

Ο Ηλίας Κακαλιός (αριστερά) μαζί με συγχωριανούς του που κρατάνε ανοιχτό το Ριζοσπάστη (προπολεμική φωτογραφία).

Μερικές βδομάδες αργότερα κηρύχτηκε ο στρατιωτικός νόμος και η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936, που οργανώθηκε και επιβλήθηκε από τη μοναρχική φασιστική μερίδα της ολιγαρχίας με επικεφαλής το βασιλιά Γ. Γκλίκσμπουργκ, το στρατηγό Ι. Μεταξά και τους Άγγλους ιμπεριαλιστές.

Όταν κηρύχτηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 ο Ηλίας κρύ­φτηκε στο βουνό τρεις μήνες για να μην τον συλλάβουν και τον στείλουν εξορία. Κι όταν ήρθε η μέρα να καταταγεί στο στρατό, κατέβηκε από το βουνό και παρουσιάστηκε στη Στρατολογία στη Μυτιλήνη. Έτσι, όχι μόνο γλίτωσε τα βά­σανα της εξορίας αλλά και στις εξόδους, τις διανυκτερεύσεις και τις άδειες τού δι­νόταν η ευκαιρία να προσφέρει ό,τι μπο­ρούσε στο κίνημα.

Κάποτε, την παραμονή του 1937 ή 1938 - δεν θυμάται ακριβώς η αδερφή του Μιλιούδα - μαζί με άλλους συντρόφους γέμισαν το βράδυ με συνθήματα για την Εργατική Πρωτομαγιά πάνω σε κόκκινα πανό, το χωριό. Κοκκίνισε η Αγιάσος. Άμα τελεί­ωσαν, ο Ηλίας έφυγε τα μεσάνυχτα με τα πόδια στη Μυτιλήνη και το πρωί μπήκε στο στρατόπεδο.

Την παραμονή της απόλυσής του από το στρατό, Δεκέμβρης του 1938, κι ενώ ετοίμαζε τα πράγματά του για να επιστρέψει στην Αγιάσο, του στέρησαν τη χαρά να δει τη μάνα του, τ’ αδέρφια του, τους συντρόφους του, τους φίλους του, το χωριό του, αναγγέλλοντάς του πως τον παίρνουν πάλι εξορία κατευθείαν από το στρατόπεδο.

Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξόριστων (ΟΣΠΕ) Ανάφης το 1939. Μεταξύ τους διακρίνονται οι: Ηλίας Κακαλιός, πρώτος από αριστερά, καθήμενος), Λευτέρης Σέφερης, Παναγιώτης Κλειδαράς (Πλωμάρι), Νίκος Καραθανάσης, Δημήτρης Πρινάρης (Μυτιλήνη), Α. Ντόνας, Δημήτριος Γκούλιος (εκτελέστηκε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά) και άλλοι. (Από το βιβλίο του Βασίλη Γ. Μπαρτζιώτα «Στις φυλακές και στις εξορίες», Εκδόσεις Θ. Καστανιώτη, Αθήνα 1978, σελ. 161).

«Είχαμε ετοιμάσει φα­γητό με κρέας, βασιλόπιτα, φοινίκια και χαρά χαρούμενοι περιμέναμε τον Ηλία να ’ρθει απολυμένος στην Αγιάσο. Μα δεν φάνηκε ποτέ. Την άλλη μέρα μάθαμε ότι τον έστειλαν κατευθείαν στην εξορία. Τι στενοχώρια πήραμε...», λέει η Μιλιούδα.

Ο Ηλίας συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται στη Σίφνο και από κει στην Ανάφη. Στην Ανάφη έμεινε κοντά πέντε χρόνια. Κρύο, πείνα, αρρώστιες, στερή­σεις, κακουχίες. Να τι γράφει, ανάμεσα σε άλλα, σ’ ένα γράμμα που το ’στειλε στη μητέρα του στις 7/6/1939: «Μητέρα είναι το τρίτο γράμμα που σας στέλνω και που δυστυχώς δε μου απαντήσατε. Δε ξέρω βέβαια συγκεκριμένα ποιο είναι αυτό που σας κάνει να μην μου γράφε­τε. Πάντως ότι και να ‘ναι πιστεύω πως αυτό το γράμμα μου δεν θα ‘χει την ίδια τύχη. Μητέρα, αν θέλεις να μάθεις για μένα είμαι σχεδόν καλά, πρέπει δε να σου πω πως το μάλλινο σεντόνι που ’χα το χάλασα και το ’κανα φανέλες, γιατί, όπως σας είχα γράψει και άλλοτε, είχα πλευ­ρίτιδα. Γι’ αυτό δεν πρέπει να θυμώσετε πολύ, γιατί δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά και αν θέλεις στείλε μου ένα σε­ντόνι μάλλινο, γιατί μ’ αυτό που ’χω κρυώνω. Ακόμα, αν έχετε λεφτά και θέλετε, αγο­ράστε μου ένα ζευγάρι άρβυλα στρατιωτικά νούμερο τριάντα εννιά και στείλτε τα μου. Μητέρα, ίσως να σας γίνομαι βάρος γι’ αυτά που ζητώ. Τα άρβυλα, παρόλο ότι δεν έχω παπούτσια, δεν πειράζει, στείλτε τα οπόταν μπορέσετε. Το σεντόνι όμως στείλτε το, αν είναι δυνατόν, όσο μπορείτε πιο γρήγορα».

«Εμείς του γράφαμε συνέχεια, φαίνεται όμως πως δεν του έδιναν τα γράμματά μας. Το ’καναν επίτηδες για να νιώθει μόνος. Ότι τον εγκατέλειψαν και οι δικοί του. Να απογοητευθεί και να σπάσει. Τα περισσότερα γράμματα λογοκρίνονταν», λέει η Μιλιούδα.

Συνεξόριστοί του τότε και μέλη της Ομάδας Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων (ΟΣΠΕ) Ανάφης ήταν και οι Λευτέρης Σέφερης, Κλειδαράς, Νίκος Καραθανάσης, Δημήτρης Πρινάρης (από τη Μυτιλήνη), Α. Ντόνας, Δημήτρης Γκούλιος (εκτελέστηκε στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά») και άλλοι. Ο Κώστας Μπίρκας στο βιβλίο του «Με την ψυχή στα δόντια» αναφέρει ότι ο Ηλίας ήταν ένας από τους τρεις ποιητές της Ανάφης, με βαθιά για την ηλικία του παρατηρητικότητα και σατιρική διάθεση. Έγραφε κι απάγγειλε όμορφα ομοιοκαταληκτικά ποιήματα.

Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας κατατάχτηκε στο 22ο Σύνταγμα Πεζικού και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Όμως, οι διώξεις εναντίον του συνεχίστηκαν. Με την αριθμ. 180915/5-8-1940 διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών παραπέμπεται σε εκτόπιση μέχρι να λήξει παλιότερη ποινή που του είχε επιβληθεί κι έτσι μένει στην Ανάφη μέχρι το 1943, οπότε μεταφέρθηκε στις φυ­λακές Αβέρωφ και παραδόθηκε από την εθνοπροδοτική κυβέρνηση της Αθήνας στους Γερμανούς κατακτητές. Συνολικά οι τεταρτοαυγουστιανοί παρέδωσαν στους κατακτητές 1.600 πολιτικούς κρατούμενους που βρίσκονταν στις φυλακές και στα ξερονήσια. Από τις φυλακές Αβέρωφ οι Γερμανοί τον μετέφεραν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου όπου παρέμεινε ως την Πρωτομαγιά του 1944. Τη μέρα εκείνη οι ναζιστές για αντίποινα εκτέλεσαν διακόσιους κομμουνιστές στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και μεταξύ αυτών τον Ηλία Κακαλιό, που έγραψε με το αίμα του την τελευταία σελίδα της σύντομης ζωής του, η οποία υπήρξε υπόδειγμα ηρωισμού, αυτοθυσίας και αγωνιστικής συνέπειας. Στο ετήσιο προσκλητήριο νεκρών ηχεί βροντερό το ΠΑΡΩΝ όταν εκφωνούνται τα ονόματα των διακοσίων ηρώων, ανάμεσα στα οποία κι αυτά του Ηλία Κακαλιού και των άλλων παλικαριών της Λέσβου που εκτελέστηκαν την ίδια μέρα στο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς», δηλαδή του Γιάννη Ανουσά, του Ιγνάτη Αντωνέλη, του Τηλέμαχου Βασάλου, του Αναστάση Πατέστου και του Στέφανου Φουντή.

Απόσπασμα της επιστολής που έστειλε στην οικογένεια του ο Ηλίας Κακαλιός από την Ανάφη στις 7/6/1939. 

Αυτός ήταν ο Ηλίας Κακαλιός. Πέθανε μόλις 31 χρόνων. Τόσο σύντομη ζωή, μα τόσο γεμάτη από αγώνες, θυσίες και πίστη για ν' αλλάξει η ζωή του καταφρονεμένου, του εργάτη. Λίπασμα η θυ­σία του. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν τ' αδέρφια του. Πέρασε κι αυτός στο πάνθεον των ηρώων κομμουνιστών που έπεσαν για τη ζωή.

Ο αδερφός του ο Στρατής αντάρτης, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν για τρεισή­μισι χρόνια. Όταν γύρισε ούτε αυτός γνώ­ρισε τη μικρότερη κόρη του τη Μυρσίνη ούτε και η κόρη τον πατέρα. Τότε που τον συνέλαβαν η Μυρσίνη ήταν βρέφος κι όταν γύρισε έπαιζε με τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς.

Ο αδερφός του Παναγιώτης φαντάρος στη Μακρόνησο! Και εξόριστος και φαντάρος! Εξευτελισμός σώματος και ψυχής! Βασανι­στήρια, καψόνια, κουβάλημα της πέτρας, στο τσουχτερό κρύο και στο λιοπύρι, για να χτίσουν εκκλησίες και κτίρια να εκκλη­σιάζονται και να μένουν οι βασανιστές τους.

Η αδερφή τους Μιλιά σύνδεσμος και τροφοδότρια των ανταρτών. Από μικρή στον αγώνα, μέλος του ΚΚΕ, με συμμετο­χή μέχρι που έκλεισε τα 95 της χρόνια.

Τον ίδιο δρόμο με τ’ αδέρφια του ακο­λουθούν και τα παιδιά τους…

Πηγή: Παναγιώτη Μιχ. Κουτσκουδή. «Συναξάρια. Βίοι Λέσβιων Λαϊκών Αγωνιστών.» Τόμος Πρώτος. Σελ. 417-422. Αθήνα 2018.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις