Μισή ζωή, ολόκληρη φωνή: Η Ελένη Κρεμαστιώτη για την Ερατώ της, τη μικρή εγγονή και μια Δικαιοσύνη που δεν φτάνει ποτέ
Υπάρχουν συνεντεύξεις που διαβάζονται.
Και υπάρχουν συνεντεύξεις που σε υποχρεώνουν να σταθείς προσοχή.
Η συνομιλία της Ελένης Κρεμαστιώτη με το «Βήμα» και τη Μικαέλα Θεοφίλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν είναι απλώς η ιστορία μιας γυναικοκτονίας. Είναι η διαδρομή μιας μάνας που από «άγνωστη» γυναίκα που ήθελε ήσυχα να χαίρεται την κόρη και την εγγονή της, έγινε –χωρίς να το επιλέξει ποτέ– «η μαμά της Ερατούς». Μιας Ερατούς που δολοφονήθηκε τον Μάιο του 2019 στη Μυτιλήνη, από τον εν διαστάσει σύζυγό της, ενώ στο διπλανό δωμάτιο κοιμόταν η δίχρονη κόρη τους.
«Δεν θέλαμε να γίνουμε γνωστές. Θέλαμε απλά να ζούμε με τα παιδιά μας», λέει η Ελένη.
Κι όμως, σήμερα, την 25η Νοεμβρίου, στη Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, η φωνή της είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
«Για εμάς, κάθε μέρα είναι 25η Νοεμβρίου»
Στην ερώτηση πώς νιώθει μια τέτοια μέρα, η απάντηση της Ελένης είναι ξεκάθαρη, καθαρή, σχεδόν σκληρή:
«Για εμάς είναι κάθε μέρα αυτή η Διεθνής ημέρα. Κάθε μέρα παλεύουμε για να καταργήσουμε αυτή τη μέρα. Ξέρουμε ότι δεν θα τα καταφέρουμε, αλλά όταν προσπαθείς για το άριστο, θα καταφέρεις κάτι καλό».
Κι ύστερα έρχεται η φράση –καταδίκη και τίτλος μαζί:
«Οι μητέρες που έχουμε χάσει τα κορίτσια μας, δεν έχουμε πια ονοματεπώνυμα. Είμαστε οι μαμάδες των δολοφονημένων παιδιών μας».
Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις πως αυτή η ομάδα γυναικών –οι μαμάδες της Ελένης Τοπαλούδη, της Γαρυφαλλιάς, της Σόφης, της Ντόρας, της Πόλυς– δεν είναι απλώς ένα σωματείο. Είναι μια ανθρώπινη ασπίδα που προσπαθεί να σταματήσει την επόμενη σφαίρα, την επόμενη καραμπίνα, το επόμενο «Όλα καλά» ενός δολοφόνου στο τηλέφωνο.
Από τον εφηβικό έρωτα στην παγίδα
Η ιστορία της Ερατούς δεν ξεκίνησε με σκοτάδι. Ξεκίνησε με έναν εφηβικό έρωτα.
Εκείνη 16 χρονών. Εκείνος ένα χρόνο μεγαλύτερος. Στη Λέσβο, εκεί όπου η οικογένεια μετακόμισε για να είναι κοντά στον πατέρα.
Χώριζαν, τα ξαναέφτιαχναν, όπως συμβαίνει με πολλές νεανικές σχέσεις. Όταν η Ερατώ έφυγε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη, είχαν χωρίσει. Τα ξαναβρήκαν, εκείνος επέμεινε, εκείνη γύριζε σε μια σχέση που έμοιαζε με εκείνο το είδος της «αγάπης» που σε σφίγγει αντί να σε αγκαλιάζει.
Και μετά ήρθε η εγκυμοσύνη.
Η Ελένη θυμάται τη στιγμή σαν να συνέβη χθες:
«Μαμά, θα σου πω κάτι, θα σου κλείσω το τηλέφωνο και θα σε ξαναπάρω σε 5 λεπτά… Είμαι έγκυος».
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν χάρηκε. Θυμήθηκε ότι εκείνος ήθελε επίτηδες να κάνουν παιδί για να κρατήσει κοντά του την κόρη της, όταν εκείνη ήταν μόλις 17 χρονών. Θυμήθηκε πόσο πολύ είχε παλέψει να την προστατεύσει.
Από εκείνο το σημείο, η ζωή της Ερατούς άρχισε να κινείται σε δύο παράλληλες γραμμές:
τη γραμμή του ονείρου – να σπουδάσει, να κάνει πράγματα, να ζήσει–
και τη γραμμή του ελέγχου – να μην μπορεί ποτέ να είναι πραγματικά ελεύθερη.
«Μαμά, αν πεθάνω, τι θα κάνεις;»
Υπάρχουν φράσεις που δεν θα έπρεπε ποτέ να ειπωθούν ανάμεσα σε μια μάνα και μια κόρη.
Κι όμως, τον Φεβρουάριο του 2019, τρεις μήνες πριν τη δολοφονία, η Ερατώ ζητά από τη μητέρα της να της υποσχεθεί κάτι:
«Μαμά, αν πεθάνω, τι θα κάνεις; Αυτό ποιος θα το μεγαλώσει;» λέει, δείχνοντας το παιδί της.
Η Ελένη προσπαθεί να το διώξει σαν κακό αστείο. Την κυνηγάει γύρω από το τραπέζι για να την «τσουρομαδίσει» που της λέει τέτοια πράγματα. Αλλά μέσα της κάτι γράφεται με ανεξίτηλο μελάνι. Κάτι που θα γίνει, δυστυχώς, πραγματικότητα λίγους μήνες μετά.
Την ίδια περίοδο, η βία έχει ήδη αφήσει σημάδια στο σπίτι.
Η Ελένη φτάνει στο νησί και βλέπει την πόρτα του μπάνιου σπασμένη από μπουνιά.
Τον ρωτά ευθέως:
«Θέλω να ξέρω ότι δεν έχεις κάνει τίποτα τέτοιο στην κόρη μου».
Εκείνος απαντά:
«Όχι, γι’ αυτό έριξα μπουνιά στην πόρτα».
Η βία είναι ήδη εκεί. Χτυπάει πόρτες, τοίχους, νεύρα. Και ετοιμάζεται να χτυπήσει άνθρωπο.
Η μετακόμιση, η παρακολούθηση, το τέλος
Στις 30 Απριλίου 2019, η Ερατώ κάνει το μεγάλο βήμα: φεύγει από το σπίτι στο χωριό και μετακομίζει στην πόλη. Ο χωρισμός είναι οριστικός. Η μητέρα της ανεβαίνει στο νησί να τη βοηθήσει στη μετακόμιση. Πιστεύουν –ή θέλουν να πιστέψουν– ότι η δύσκολη φάση τελείωσε.
Εκείνος εξακολουθεί να βλέπει το παιδί.
Στις 7 Μαΐου, ενώ η μικρή κοιμάται στο καινούριο σπίτι, η Ερατώ ανοίγει την κουρτίνα και της λέει:
«Έλα να δεις, μαμά, να με παρακολουθεί».
Είναι έξω από το σπίτι. Τους παρακολουθεί ήδη. Το τέλος έχει ξεκινήσει.
Στις 22 Μαΐου είναι η τελευταία φορά που η Ελένη ακούει τη φωνή της κόρης της στο τηλέφωνο.
Στις 23 Μαΐου ξαναγυρίζει στο νησί.
Όχι για να την αγκαλιάσει.
Για να την κηδέψει.
Το τηλεφώνημα, η σιωπή, η φράση που δεν ξεχνάς
Εκείνη την ημέρα η Ελένη έχει κλείσει το κινητό. Είχε μιλήσει και με τα δύο παιδιά της, δεν περίμενε κάτι.
Η αδερφή της φτάνει στο σπίτι πανικόβλητη. Οι κλήσεις είναι δεκάδες:
ο γιος της, ο κολλητός της Ερατούς, ο Γιώργος.
Ο γιος της δεν μπορεί να της το πει ευθέως. Μιλάει για «ατύχημα», για «παρακολούθηση», για αστυνομία. Μέχρι να μάθει λεπτομέρειες, έχει ήδη κλείσει εισιτήρια.
Και τότε παίρνει τη μητέρα του δολοφόνου. Της μιλάει μητέρα με μητέρα:
«Σε εκλιπαρώ σαν μάνα, πες μου τι έγινε γιατί το δικό μου παιδί δεν ξέρω πού είναι και το δικό σου είναι στην αστυνομία».
Η απάντηση δεν έρχεται. Η άλλη μάνα λέει «δεν ξέρω τίποτα»·
και όταν η Ελένη της λέει πως σε λίγες ώρες θα είναι στο νησί, αλλάζει τόνο:
«Τι θέλεις ρε Ελένη; Στην τελική η Ερατώ έφταιγε που χάλασε το σπίτι της».
Η Ελένη ρωτά σήμερα –και όλοι μας μαζί της–:
«Θεωρείτε ότι στις φλέβες αυτής της γυναίκας κυκλοφορεί αίμα μάνας;»
Την ίδια ώρα, ο γυναικοκτόνος, έχοντας ήδη σκοτώσει την Ερατώ, παίρνει το παιδί και το πάει στη μητέρα του. Οι αστυνομικοί της λένε:
«Πες στον γιο σου να περιμένει εκεί, να έρθουμε να τον συλλάβουμε».
Δεν παραδίδεται.
Δεν έχει ηρωικές κρίσεις συνείδησης.
Φεύγει από το σπίτι μετά τον φόνο, έχει χρόνο, έχει αποστάσεις, έχει επιλογές.
Κι όμως, κάνει πάντα την πιο σκοτεινή επιλογή.
Ο πατέρας, η καραμπίνα, η «κατεστραμμένη ζωή» – αλλά ποιανού;
Υπάρχει ακόμη ένα πρόσωπο στον εφιάλτη: ο πατέρας του δολοφόνου.
Τον βλέπει να πηγαίνει στο σπίτι να πάρει την καραμπίνα.
Δεν τον σταματά.
Δεν παίρνει τηλέφωνο τον πατέρα της Ερατούς, που μένει δύο δρόμους πιο κάτω, για να του πει «τρέξε, κάτι πάει να γίνει».
Κι όταν μπαίνει στο σπίτι και βλέπει το πτώμα της Ερατούς, βγαίνει και φωνάζει:
«Ρε το μ@λ@κα, τι έκανε, κατέστρεψε τη ζωή του».
Όχι τη δική της ζωή.
Όχι τη ζωή του παιδιού της.
Όχι τη ζωή της εγγονής που θα μεγαλώσει χωρίς μητέρα.
Τη ζωή του γιου του.
«Για κάτι τέτοια ανθρωπάρια δεν αξίζει να κάτσω μέσα σε ένα σπίτι να κλαίω το παιδί μου», λέει η Ελένη.
Και προσθέτει:
«Το παιδί μου δεν είναι για κλάματα. Αυτοί είναι για κλάματα. Το παιδί μου είναι στο πραγματικό φως».
«Η Ερατώ μεγαλώνει το παιδί. Εγώ απλά το προσέχω»
Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο σπάει κανείς οριστικά, είναι εδώ.
Η μικρή –η κόρη της Ερατούς– τα ξέρει όλα από έξι χρονών.
Ξέρει τι σημαίνει «σκότωσε». Ξέρει τι σημαίνει «γυναικοκτόνος».
Στο σχολείο, όταν την ρωτά ένα άλλο παιδί, ίσως καινούργιο, τι γίνεται με τη μαμά της, απαντά με τη σκληρή διαύγεια που μόνο τα παιδιά έχουν:
«Εγώ μαμά δεν έχω, γιατί τη σκότωσε ο μπαμπάς».
Η Ελένη και η οικογένεια δεν τη φορτώνουν με χαρακτηρισμούς. Δεν τον βρίζουν μπροστά της. Δουλεύουν με ψυχολόγο, επιλέγουν τις λέξεις προσεκτικά.
Αλλά την αλήθεια δεν την κρύβουν.
Κι όμως, η Ελένη επιμένει σε κάτι που, αν δεν πιστεύεις, μοιάζει μεταφυσικό. Αν όμως την ακούσεις, μοιάζει απλώς με την τελευταία άμυνα μιας μάνας:
«Δεν μεγαλώνω εγώ την κόρη της. Η Ερατώ τη μεγαλώνει. Εγώ απλά την προσέχω. Όταν πελαγώνω, έρχεται η απάντηση για το τι πρέπει να κάνω. Σαν να μου λέει η Ερατώ τι να κάνω».
Η μικρή της μοιάζει σε όλα. Στο πείσμα, στον χαρακτήρα, στα όνειρα.
Και κάπως έτσι, μέσα στη συντριβή, φυτρώνει κάτι σαν ευλογία:
«Μέσα μου είναι όλα μισά. Μισός άνθρωπος, μισή γυναίκα, μισή μαμά, μισή χαρά. Από την άλλη νιώθω τεράστια ευλογία που έχουμε το παιδί της. Που υπάρχει η συνέχειά της».
«Τα ισόβια δεν είναι ισόβια. Τα ισόβια είναι για εμάς»
Ο δολοφόνος της Ερατούς καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και σε 3 χρόνια για οπλοκατοχή και οπλοχρησία.
Για την Ελένη, η πρώτη αντίδραση ήταν μια στιγμιαία ηθική δικαίωση.
Όσο όμως περνά ο χρόνος, όσο γνωρίζει και άλλες μητέρες σε αντίστοιχη θέση, τόσο καταλαβαίνει την πραγματική διάσταση:
«Η απόφαση της ισόβιας κάθειρξης δεν είναι ισόβια για τους δολοφόνους. Τα ισόβια είναι για μας και για το παιδί, που δεν θα ξαναδεί ποτέ το φως του ήλιου, που δεν θα μεγαλώσει το παιδί της, που δεν θα εκπληρώσει τα όνειρά της».
Και πάει ένα βήμα πιο πέρα, ακουμπώντας το ίδιο το νομικό σύστημα:
«Αφού τα ισόβια δεν είναι ισόβια, να καταργηθεί ο όρος. Να έχει τα κότσια ο κάθε πρόεδρος, ο κάθε δικαστής, ο κάθε εισαγγελέας να πει: για το κράτος μας, για τους νόμους που ψήφισαν οι βουλευτές μας, η ζωή της κόρης σου αξίζει 25 χρόνια. Όχι ισόβια. Αυτό είναι πιο τίμιο από το να λένε ισόβια που δεν είναι ποτέ ισόβια».
Μιλά για δίκες όπου δικάζεται το θύμα. Για ερωτήσεις που αμφισβητούν τον χαρακτήρα των κοριτσιών: αν ήταν «καλές», αν «προκάλεσαν», αν «έφταιγαν».
Μιλά για αναβολές, για επαναλαμβανόμενη δολοφονία – και του σώματος, και του χαρακτήρα.
«Γίνε Άνθρωπος»: Όταν ο πόνος γίνεται συλλογική φωνή
Μέσα από όλα αυτά, γεννήθηκε –μαζί με τις άλλες μάνες– ο φορέας «Γίνε Άνθρωπος».
Μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε με αφορμή τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς και σήμερα εκφράζει μια χώρα που, όσο κι αν κλείνει τα μάτια, δεν μπορεί πια να πει «δεν ήξερα».
Εκεί, η Ελένη, η μητέρα της Ελένης Τοπαλούδη, η μητέρα της Γαρυφαλλιάς, η μητέρα της Σόφης, της Ντόρας, της Πόλυς, στέκονται μαζί.
Και λένε το πιο απλό και το πιο τρομακτικό:
«Το μόνο που λέμε είναι ότι δεν θα θέλαμε να είχαμε γνωριστεί».
Τι ζητούν: «Γυναικοκτονία ως νομικός όρος – ένα βήμα τη φορά»
Οι μάνες δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν δικαιοσύνη με όνομα και επώνυμο.
- Να θεσπιστεί ο όρος «γυναικοκτονία» ως νομικός όρος.
- Να αλλάξει ο τρόπος που δικάζονται τα έμφυλα εγκλήματα.
- Να πάψει η κοινωνία να αντιμετωπίζει τον φόνο μιας γυναίκας ως «οικογενειακή τραγωδία» και να τον ονομάσει αυτό που είναι: έγκλημα εξουσίας, κτήσης, ελέγχου.
Σε όσους λένε «μα και γυναίκες σκοτώνουν άντρες», η Ελένη απαντά με αριθμούς και ουσία:
«Κοιτάξτε τα στατιστικά. Στους 10 δολοφόνους έμφυλων εγκλημάτων, οι επτά είναι άντρες. Δεν είπα ότι δεν αφαιρείται ανθρώπινη ζωή σε κάθε περίπτωση, αλλά το κίνητρο έχει διαφορά. Το ξέρουν οι νομοθέτες».
Θυμίζει τη συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου, τις δεσμεύσεις ότι θα υπάρξει συνέχεια, ότι θα μπουν νομοθέτες στο ίδιο τραπέζι.
Και στέλνει ένα σαφές μήνυμα:
«Σίγουρα θα του ξαναχτυπήσουμε την πόρτα. Ακόμα κι αν εκείνος δεν επικοινωνήσει. Θέλουμε δύο νομοθέτες εκεί, έναν άντρα, μια γυναίκα – και κατά προτίμηση να είναι γονείς».
«Μιλήστε. Φύγετε. Ζητήστε βοήθεια. Η βία δεν έχει φύλο – αλλά έχει μοτίβο»
Τι λέει στις γυναίκες, στις μαμάδες, σε όλους;
Πρώτα απ’ όλα, να μιλάνε και να φεύγουν.
Η Ερατώ μίλησε. Μίλησε και σε δικηγόρο. Έφυγε από το σπίτι, πήγε σε δικό της χώρο. Κι όμως, δεν σώθηκε.
Κι εκεί η Ελένη δεν κρύβεται:
«Θα πω να μιλάνε και να φεύγουν, αλλά και η κόρη μου τα έκανε και τα δύο. Και μίλησε και έφυγε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να το κάνουν. Για τις άλλες μπορεί να είναι σωτήριο».
Η συμβουλή της είναι απλή και σπαρακτικά πρακτική:
«Αν νομίζει μια γυναίκα ότι δεν έχει βοήθεια, ας σταματήσει έναν άγνωστο στον δρόμο και να του πει τι περνάει. Κάποιος με πιο καθαρό μυαλό, πιο καθαρή ματιά, θα την βοηθήσει. Θα την πάει στην αστυνομία».
Και προς όλους –γιατί η βία δεν έχει φύλο, έστω κι αν έχει κυρίως ανδρικό δράστη– αφήνει ανοιχτή πόρτα:
«Οποιαδήποτε, οποιοσδήποτε χρειαστεί οτιδήποτε, αν νομίζει ότι μπορώ να βοηθήσω, εδώ είμαι. Εδώ είμαστε όλες. Χωρίς φόβο, χωρίς ντροπή».
«Δεν φοβάμαι. Μεγαλύτερο κακό δεν υπάρχει»
Η Ελένη δεν φοράει πέπλο ηρωίδας. Μιλάει ωμά.
«Να φοβηθώ τι; Μήπως μου κάνουν κακό; Μεγαλύτερο από αυτό που μου έχουν κάνει; Θα με στείλουν μια ώρα γρηγορότερα στο παιδί μου. Ευλογία είναι. Όχι, δεν φοβάμαι καθόλου. Αντίθετα αυτοί πρέπει να με φοβούνται».
Και ίσως εδώ κρύβεται το πιο δυνατό κομμάτι της: η μετατροπή του ανείπωτου πόνου σε συλλογική δύναμη.
«Είμαστε τρομερά αισιόδοξες. Όλες οι μαμάδες. Κάτι θα καταφέρουμε».
Η ιστορία της Ερατούς δεν είναι «ένα ακόμη περιστατικό».
Είναι ένας καθρέφτης.
Σε αυτόν τον καθρέφτη, η κοινωνία βλέπει:
- μια νεαρή γυναίκα που προσπάθησε να ζήσει, να φύγει, να προστατεύσει το παιδί της,
- μια μάνα που προειδοποιήθηκε με τη φράση «αν πεθάνω, θα μου μεγαλώσεις το παιδί;»,
- μια Δικαιοσύνη που μιλά για «ισόβια» που δεν είναι ισόβια,
- ένα κράτος που δεν τολμά να πει «γυναικοκτονία» εκεί όπου συμβαίνει,
- και ένα παιδί που λέει στο σχολείο:
«Εγώ μαμά δεν έχω, γιατί τη σκότωσε ο μπαμπάς».
Η Ελένη Κρεμαστιώτη δεν ζήτησε ποτέ να γίνει σύμβολο.
Δεν θέλησε να γίνει «δημόσιο πρόσωπο».
Το μόνο που ζητά –μαζί με όλες τις άλλες μάνες– είναι κάτι τρομακτικά απλό:
να μη χρειαστεί άλλη γυναίκα να της μοιάσει.