|

Η τελευταία πάστα πριν τον θάνατο του Βασιλέλλη - Η τελευταία σκηνή στο «Ριφιφί» που συγκλόνισε την Ελλάδα

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Όταν η τηλεόραση θυμίζει όσα η Δικαιοσύνη έκλεισε στο αρχείο

Το «Ριφιφί» και η επιστροφή της υπόθεσης Βασιλέλλη στη συλλογική μνήμη

Το φινάλε του «Ριφιφί» δεν επιδιώκει να κλείσει λογαριασμούς. Δεν προσφέρει ανατροπές, ούτε την ανακούφιση που συνήθως συνοδεύει μια ιστορία ληστείας. Επιλέγει τη σιωπή. Εκεί όπου άλλες σειρές υψώνουν κορώνες, ο Σωτήρης Τσαφούλιας αφήνει ένα πρόσωπο ακίνητο, μια κίνηση μικρή, ένα γλυκό που τρώγεται  επιτέλους ολόκληρο. Μια πάστα! Και μέσα σε αυτή τη λιτότητα, συμπυκνώνει κάτι που η ελληνική κοινωνία γνωρίζει καλά αλλά αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα: την αδικία που δεν θεραπεύεται.

Η τελευταία σκηνή δεν ανήκει στη ληστεία του αιώνα. Ανήκει στην απώλεια. Η Όλγα, η γυναίκα που σχεδίασε με χειρουργική ακρίβεια την πτώση ενός τραπεζικού οργανισμού, δεν στέκεται ως νικήτρια. Στέκεται ως μάνα. Η Ευαγγελία Μουμούρη  συγκλονιστική, δεν «παίζει» τη στιγμή· τη φέρει. Χωρίς λόγια, χωρίς εξηγήσεις. Η κάμερα την παρακολουθεί να ολοκληρώνει μια καθημερινή τελετουργία που, ξαφνικά, αποκτά βάρος μνήμης. Η πάστα αμυγδάλου –εκείνο το γλυκό που κάποτε έμεινε μισό σε ένα νοσοκομειακό δωμάτιο– τρώγεται για πρώτη φορά ολόκληρη. Όχι ως απόλαυση. Ως υπόμνηση. Η πάστα που ίσως άφησε κάποτε μισή το παιδί της Λέσβου επιστρέφει ως συλλογική μνήμη και τραύμα.  

Σε επίπεδο πλοκής, όλα μοιάζουν τακτοποιημένα. Οι έρευνες παγώνουν, οι πιέσεις ασκούνται, η υπόθεση θάβεται. Το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του. Οι περισσότεροι βρίσκουν έναν τρόπο να συνεχίσουν. Όχι όμως η Όλγα. Γιατί εκείνη δεν μπήκε ποτέ στη ληστεία για τα χρήματα. Μπήκε για τον χρόνο που χάθηκε. Για τη θεραπεία που δεν έγινε. Για το παιδί που δεν σώθηκε. Και για τον σύζυγο που λύγισε μπροστά σε μια αδικία δίχως πρόσωπο.

 Η Όλγα στο προηγούμενο επεισόδιο έχει  εξηγήσει  γιατί αυτή η ληστεία δεν είναι απληστία. Είναι λογαριασμός ανοιχτός. Ένα παιδί με νευροβλάστωμα, μια θεραπεία που δεν μπορούσε να γίνει στην Ελλάδα, ένα νοσοκομείο στο εξωτερικό ως μοναδική ελπίδα. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, ένας ερανικός λογαριασμός που γέμισε από την κοινωνία και άδειασε από τη γραφειοκρατία.

Στη μυθοπλασία, το παιδί λέγεται Ιάσωνας. Στην πραγματικότητα λεγόταν Παναγιώτης Βασιλέλλης. Η υπόθεση Βασιλέλλη δεν σημάδεψε μόνο μια οικογένεια. Σημάδεψε τη Λέσβο και, μαζί της, μια ολόκληρη χώρα που είδε πώς ο χρόνος μπορεί να χαθεί μέσα σε φακέλους, νόμους και «τυπικές ελλείψεις». Το παιδί διαγνώστηκε το 1999. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν. Η θεραπεία υπήρχε. Εκεί που δεν υπήρξε, ήταν η ταχύτητα. Και όταν ο χρόνος εξαντλήθηκε, δεν υπήρχε επιστροφή.

Νομικά, όλα τελείωσαν. Δικαστικές διαμάχες, αποφάσεις, μια τελική κρίση που έκρινε πως, παρά την ηθική φρίκη, δεν στοιχειοθετείται νομικά παραβίαση. Κοινωνικά, όμως, τίποτα δεν έκλεισε. Η ευθύνη διαχύθηκε τόσο πολύ, ώστε στο τέλος δεν βάραινε κανέναν. Εκτός από εκείνους που έμειναν πίσω.

Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει το «Ριφιφί». Όχι ως δικαστής και όχι ως εισαγγελέας. Αλλά ως μηχανισμός μνήμης.

 Η σειρά δεν κατονομάζει την υπόθεση Βασιλέλλη. Την ενσωματώνει. Τη μετατρέπει σε δραματικό πυρήνα ενός χαρακτήρα που παύει να πιστεύει ότι το σύστημα θα αποδώσει δικαιοσύνη από μόνο του. Και αυτή η επιλογή είναι πολιτική, χωρίς να γίνεται διδακτική. Γιατί δεν ζητά από τον θεατή να συμφωνήσει. Του ζητά να θυμηθεί.

Το τελευταίο επεισόδιο - που προβλήθηκε χθες και σάρωσε -  προσθέτει στο φινάλε μια ψυχρή, σχεδόν ωμή, κάρτα πραγματικότητας στους τίτλους τέλους: μεγάλο μέρος των χρημάτων που προορίζονταν για τη σωτηρία του παιδιού παραμένει δεσμευμένο. Οι δράστες της ληστείας δεν βρέθηκαν ποτέ. Η τράπεζα μπορεί να κλείνει στη μυθοπλασία, αλλά η αδικία, όπως και στην πραγματική ζωή, επιβιώνει. Όχι ως κραυγή, αλλά ως βάρος.

Ο Σωτήρης Τσαφούλιας, πιστός στη διαδρομή του από το «Έτερος Εγώ» έως τις «17 Κλωστές», δεν αναζητά κάθαρση. Αναζητά αντοχή. Αντοχή να σταθείς απέναντι στην απώλεια χωρίς να την εξηγήσεις. Να την αφήσεις να υπάρχει. Το «Ριφιφί» δεν είναι σειρά για μια ληστεία που δεν εξιχνιάστηκε. Είναι σειρά για ένα παιδί που δεν σώθηκε. Και για μια μάνα που έμαθε ότι καμία εκδίκηση δεν φέρνει πίσω τον χρόνο.

Ίσως αυτό να είναι το πιο τίμιο φινάλε που θα μπορούσε να υπάρξει. Όχι μια τελεία, αλλά μια παύση. Μια σιωπή που επιστρέφει την υπόθεση Βασιλέλλη εκεί όπου ανήκει: στη συλλογική μνήμη. Σε μια χώρα όπου πολλές ιστορίες «δικαιώνονται» μόνο επειδή ξεχάστηκαν, η μνήμη παραμένει η πιο ανατρεπτική πράξη. Και το «Ριφιφί» τόλμησε να την επαναφέρει, χωρίς κραυγές, χωρίς εύκολες φράσεις, αφήνοντας τον θεατή μόνο με το βάρος του «γιατί» που δεν απαντήθηκε ποτέ.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις