|

Ο «Καποδίστριας» του Σμαραγδή: Ο μύθος που νίκησε το σινεμά

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Το νέο επικό της ελληνικής κινηματογραφίας, «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή, έμπαινε στις αίθουσες με υπόσχεση να αποκαταστήσει μια ιστορική μορφή και να δώσει πνοή στο εγχώριο σινεμά. Αντ’ αυτού, μοιάζει να έδωσε πνοή σε ένα είδος κινηματογραφικής ψευδαίσθησης, όπου ο σεβασμός στον ήρωα σήμανε την απουσία κινηματογραφικού θάρρους — και η ταινία έγινε, στην καλύτερη περίπτωση, ένα υπερβολικά λαμπερό ιστορικό κειμήλιο και, στη χειρότερη, ένα λαϊκίστικο μυθιστόρημα στη μεγάλη οθόνη.

Από την πρώτη κιόλας εικόνα, το φιλμ έχει αποφασίσει για εμάς: ο Καποδίστριας δεν είναι άνθρωπος, δεν είναι προβληματικός, δεν είναι πολιτικός σε σύγκρουση με τον εαυτό του — είναι ένας άγιος, πλασμένος για διδαχή και για δάφνες, όχι για σινεμά. Η αφήγηση αποφεύγει επιμελώς κάθε ουσιαστικό ανθρώπινο δίλημμα και επενδύει σε μια πατριωτική, σχεδόν δογματική λογική που θυμίζει περισσότερο κηρυγματική ομιλία παρά κινηματογραφική μυθοπλασία.

Το σενάριο ακολουθεί μια λογική τόσο μονοδιάστατη που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ο στόχος ήταν να προβληθούν οι σκηνές στην οθόνη ή να τυπωθούν σε φυλλάδιο για σχολική χρήση. Η ιστορία γίνεται μια παρατεταμένη σειρά από υπερβολικά φωτεινές εικόνες, όπου το κακό αντιμετωπίζεται σαν καρικατούρα και το καλό —ανέμπνευστο υπεράνθρωπο ιδανικό— δρα σαν ένα θρησκευτικό σύμβολο χωρίς ρωγμή, χωρίς αμφιβολία, χωρίς ζωή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωταγωνιστής δεν πάσχει — απλώς εκπέμπει πνευματική καθαρότητα, ενώ το κοινό καλείται να τον λατρεύσει, όχι να τον καταλάβει.

Η σκηνοθετική προσέγγιση μοιάζει κολλημένη σε έναν άχρονο τρόπο αφήγησης, όπου οι εικόνες δεν πηγάζουν από την ανάγκη να εξιστορήσουν μια ιστορία αλλά για να την επικυρώσουν. Αυτή η αντίληψη αφαιρεί κάθε δραματικό βάθος, περιθωριοποιεί κάθε ανθρώπινη αμφιθυμία και μετατρέπει τις στιγμές έντασης σε χαμηλής έντασης παρελάσεις ιδεών. Ο θεατής, αντί να βυθιστεί στην πολυπλοκότητα της εποχής και του χαρακτήρα, ακολουθεί μια γραμμική ροή από πεποίθηση σε πεποίθηση, χωρίς τη σαγήνη του αληθινού κινηματογραφικού ταξιδιού.

Ακόμη πιο εμφανές είναι το πρόβλημα στην κορύφωση: η δολοφονία του Καποδίστρια, μια στιγμή που στην Ιστορία έχει μέσα της τραγωδία, σύγκρουση, πολιτική αναμέτρηση και ανθρώπινο δράμα, εδώ γίνεται —χωρίς υπερβολή— ένα είδος σκηνής που παρακολουθείς αντί να αισθάνεσαι. Η ένταση διαφεύγει, η συγκίνηση δεν πυροδοτείται, και η στιγμή χάνει τον ποιητικό της παλμό.

Στο πίσω μέρος αυτού του κινηματογραφικού γλυπτού κρύβεται μια βαθύτερη αντίφαση: ενώ θέλει να “οικειοποιηθεί” έναν εθνικό ήρωα, στην ουσία τον αφυδατώνει. Δεν τον αφήνει να μας μιλήσει, δεν τον αφήνει να συγκρουστεί με τις αντιφάσεις του, δεν του δίνει κανένα πραγματικό δράμα. Ο Καποδίστριας εδώ είναι λιγότερο άνθρωπος και περισσότερο ένα λείψανο προς προσκύνηση — μια επιλογή που μπορεί να ενθουσιάζει τους φανατικούς του πατριωτισμού, αλλά αφήνει τους υπόλοιπους με το αίσθημα ότι παρακολούθησαν κάτι εξωπραγματικό και αισθητικά γιαλαντζί.

Αν ο κινηματογράφος είναι τέχνη επειδή προσφέρει ερωτήματα — και όχι γιατί δίνει απαντήσεις — τότε το «Καποδίστριας» είναι μια ταινία που φοβάται τα ερωτήματα. Και αυτό, στο τέλος, είναι το μεγαλύτερο σφάλμα για μια ταινία που ήθελε να μιλήσει για τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο.

Και έτσι, αντί να γράψει μια νέα σελίδα στο ελληνικό σινεμά, η ταινία καταλήγει να κατασκευάζει ένα ιδεολογικό ανάθημα — λαμπερό, χωρίς αμφιβολία, αλλά χωρίς καρδιά και χωρίς σοβαρό κινηματογραφικό αίτημα. Κάτι σαν να πήγαμε να δούμε μια ιστορία και αντί για σινεμά είδαμε φιλολογία στην οθόνη — πολύχρωμη, έντονη, αλλά χωρίς πνοή.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις