Λέσβος: Ξένοι στο πιο όμορφο χωριό του κόσμου
Το παρακάτω άρθρο αποτελεί απόσπασμα από το αφιέρωμα της LIFO.gr «Τα νησιά πριν από τον (πιο πρόσφατο) χαμό», με τη Λέσβο και τον Μόλυβο να βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησης. Η Μάρω Θωμά, μέσα από μια νοσταλγική αλλά και ρεαλιστική περιγραφή, ξετυλίγει τις διαδοχικές αλλαγές που έφεραν οι "ξένοι" στο χωριό – από τους πρώτους καλλιτέχνες με τα καβαλέτα, στους τουρίστες των οργανωμένων πακέτων, μέχρι τους πρόσφυγες που άφησαν το αποτύπωμά τους στον τόπο. Κι όμως, παρά τα κύματα της Ιστορίας που πέρασαν από πάνω του, ο Μόλυβος παραμένει, στα μάτια της συγγραφέα αλλά και όσων τον αγάπησαν, «το πιο όμορφο χωριό του κόσμου».
Λέσβος: Ξένοι στο πιο όμορφο χωριό του κόσμου
Στην αρχή τους έβλεπες με το καβαλέτο στους ώμους στα πιο απίθανα σημεία του χωριού. Στην αυλή του Άγιου Παντελεήμονα, μπροστά στο συμβολαιογραφείο, στο καρνάγιο του λιμανιού με θέα προς το κάστρο. Πήγαινες κρυφά από πίσω για να δεις τι ζωγραφίζουν –α, έτσι βλέπουν το χωριό;–, μα οι ξένοι χαμπάρι δεν έπαιρναν, ήταν πολύ απορροφημένοι στο έργο τους.
Τα βράδια τούς έβρισκες στα καφενεία να πίνουν χύμα ούζο με μεζέ και να προσπαθούν με γνήσια εξωστρέφεια να συγχρωτιστούν με τους ντόπιους. Η συνεννόηση γινόταν σε μια εκφραστική, άλογη γλώσσα. Χειρονομίες, χαμόγελα, μορφασμοί, γέλια, τραγούδια και χοροί πάνω στα μαρμάρινα τραπέζια ήταν αρκετά για να χτίσουν οικειότητα και συμπάθειες.
Περίπου μια δεκαετία αργότερα, άλλαξαν. Ήταν άλλοι οι ξένοι, χωρίς καβαλέτα. Έρχονταν κάθε Τρίτη και Παρασκευή με πούλμαν από το αεροδρόμιο, οργανωμένος τουρισμός. Τα στενά γέμιζαν με πολύχρωμη αγγλική εργατική μόδα, έντονο μακιγιάζ και μυρωδιές από after sun και επώνυμα αρώματα. Κάθε βράδυ στους Γατελούζους διαδραματιζόταν ένα αυθόρμητο πάρτι με νιάτα, χορούς, ιδρώτα, ξαναμμένα μάγουλα, καύλες, έρωτες και ηλιοκαμένες τουρίστριες που φλέρταραν ασύστολα με ντόπιους. Μιλούσαμε πια αγγλικά, οι ξένοι ήταν ξένοι, αλλά ο κόσμος τους δεν ήταν απρόσιτος, ένα ακριβό αεροπορικό εισιτήριο έφτανε.
«Σήμερα κάνουμε διακοπές με τους παλιούς μας "εχθρούς", που τώρα πια έγιναν αγαπημένοι πελάτες. Ο θρίαμβος της οικονομίας. Τα εστιατόρια έχουν όλα τουρκικό μενού και εύκολα διαπιστώνεις πως αυτοί δεν είναι τόσο ξένοι, είναι πολύ σαν κι εμάς».
Για κάποια φεγγάρια το σκηνικό σκοτείνιασε. Οι επισκέπτες άλλαξαν. Ήταν βιαστικοί, περαστικοί, δεν έπαιρναν ανάσα, έρχονταν φοβισμένοι, θαλασσοδαρμένοι, κάποιοι κυνηγημένοι, κάποιοι ευκαιριακοί, δεν απολάμβαναν, ανέβαιναν μπουλούκια από το λιμάνι και κατασκήνωναν για λίγο στην αυλή του Δημοτικού, απλώνοντας τα βρεγμένα ρούχα τους στα κάγκελα ενώ περίμεναν το επόμενο λεωφορείο που θα τους πήγαινε σ’ αυτό που θεωρούσαν ασφάλεια ή διαφυγή και το ονόμαζαν Ευρώπη.
Σήμερα κάνουμε διακοπές με τους παλιούς μας «εχθρούς», που τώρα πια έγιναν αγαπημένοι πελάτες. Ο θρίαμβος της οικονομίας. Τα εστιατόρια έχουν όλα τουρκικό μενού και εύκολα διαπιστώνεις πως αυτοί δεν είναι τόσο ξένοι, είναι πολύ σαν κι εμάς. Το βράδυ στο λιμάνι πίνουμε ούζα, κι όταν έρχονται στο τσακίρ κέφι σηκώνονται και χορεύουν κι εγώ χειροκροτώ για τη συγγένεια.
Τον άλλαξαν οι ξένοι τον Μόλυβο; Ναι, αλλά όχι δραματικά. Μέσα στα χρόνια συντελέστηκε ένα υγιές πολιτισμικό πάρε-δώσε με σεβασμό και προσοχή στις όποιες παρεμβάσεις. Εξακολουθεί να στέκεται όμορφος, εύρωστος, μελαγχολικός και ελάχιστα λαβωμένος. Ακόμα και σήμερα όταν επιστρέφω –όσο πιο συχνά μπορώ–, μετά τη στροφή του Αϊ-Γαλάτη, κοιτάζοντας τον Μόλυβο να εμφανίζεται μπροστά μου, εξακολουθώ να κάνω την ίδια, απαράλλακτη σκέψη: ότι αυτό είναι το πιο όμορφο χωριό του κόσμου. —