Τουρισμός για… Lidl και Jumbo στη Μυτιλήνη; Το ερώτημα που δεν μπορεί άλλο να μείνει αναπάντητο
Μια φαινομενικά απλή διαφήμιση ενός τουριστικού πρακτορείου από την Τουρκία άνοιξε, ίσως άθελά της, μια συζήτηση που στη Λέσβο αποφεύγουμε εδώ και χρόνια να κάνουμε με ειλικρίνεια. Τι τουρισμό θέλουμε πραγματικά για το νησί;
Το μεγάλο τούρκικο τουριστικό πρακτορείο Meis Turizm, προωθώντας ημερήσια εκδρομή στη Μυτιλήνη για την περίοδο του Ramadan Eid (τη μεγάλη γιορτή που σηματοδοτεί το τέλος του Ραμαζανιού) παρουσιάζει ένα πρόγραμμα που συνδυάζει περιήγηση στο ιστορικό κέντρο, επίσκεψη σε θρησκευτικά και ιστορικά μνημεία και χρόνο για φαγητό και αγορές. Μέχρι εδώ, τίποτα το ασυνήθιστο για μια ημερήσια τουριστική εκδρομή.
Ωστόσο, μέσα στο πρόγραμμα ξεχωρίζουν δύο στάσεις που προκαλούν έντονο προβληματισμό: ψώνια στο Lidl και στο Jumbo.
Με άλλα λόγια, η Μυτιλήνη προβάλλεται ως προορισμός όπου ο επισκέπτης από την απέναντι ακτή θα έρθει για μια γρήγορη περιήγηση στην πόλη και στη συνέχεια θα κατευθυνθεί σε δύο πολυεθνικές αλυσίδες λιανεμπορίου, οι οποίες, πέρα από τη φυσική τους παρουσία στο νησί, έχουν ελάχιστη σύνδεση με την τοπική παραγωγή και την πραγματική οικονομία της Λέσβου.
Το γεγονός αυτό από μόνο του ίσως να μην αποτελούσε θέμα, αν δεν άγγιζε μια βαθύτερη πραγματικότητα: την απουσία στρατηγικής για το τουριστικό προϊόν του νησιού.
Η Λέσβος διαθέτει έναν πλούτο που ελάχιστοι προορισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο μπορούν να διεκδικήσουν. Έχει μοναδική ιστορία, σπουδαία μνημεία, πολιτισμό αιώνων, παγκόσμιας αξίας φυσικό περιβάλλον και μια γαστρονομική παράδοση που αποτελεί κομμάτι της ταυτότητάς της. Παράλληλα διαθέτει δεκάδες μικρές επιχειρήσεις, τοπικά προϊόντα και μια αγορά που παλεύει να κρατηθεί ζωντανή μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
Κι όμως, η εικόνα που τελικά προβάλλεται προς τον επισκέπτη είναι αυτή ενός προορισμού όπου το βασικό σημείο κατανάλωσης καταλήγει να είναι τα ράφια πολυεθνικών αλυσίδων.
Το ερώτημα λοιπόν είναι αναπόφευκτο. Πού βρίσκεται ο Εμπορικός Σύλλογος Μυτιλήνης; Πού βρίσκονται οι φορείς του τουρισμού; Πού βρίσκεται η τοπική αυτοδιοίκηση; Είναι άραγε ένα θέμα που θέτουν με τους εκπροσώπους της απέναντι πλευράς στις συναντήσεις τους;
Διότι όταν ένα μεγάλο τουριστικό πρακτορείο οργανώνει την εμπειρία του επισκέπτη από την αρχή μέχρι το τέλος, ουσιαστικά διαμορφώνει και την εικόνα του προορισμού. Και όταν αυτή η εικόνα οδηγεί τον επισκέπτη κατευθείαν σε δύο πολυεθνικές επιχειρήσεις, τότε τίθεται ζήτημα για το ποιος τελικά ωφελείται από αυτή την τουριστική ροή.
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν τη δει κανείς στο ευρύτερο πλαίσιο της τουριστικής ανάπτυξης του νησιού. Την ώρα που η Λέσβος περιορίζεται σε αποσπασματικές κινήσεις, άλλοι προορισμοί επενδύουν συστηματικά σε μορφές τουρισμού υψηλής αξίας.
Την ίδια στιγμή που η Λέσβος συζητά ακόμη για το αυτονόητο —ποιο τουριστικό μοντέλο θέλει να ακολουθήσει— επανέρχεται στο προσκήνιο μια παλιά αλλά εξαιρετικά ουσιαστική συζήτηση: η ανάπτυξη του θρησκευτικού – προσκυνηματικού τουρισμού στο νησί.
Σε πρόσφατη παρέμβασή του, ο εκπρόσωπος μέλους του ΣΕΤΕ και πρώην πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Λέσβου Περικλής Π. Αντωνίου υπογραμμίζει ότι το νησί διαθέτει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα που μέχρι σήμερα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο.
Όπως επισημαίνει, η Λέσβος φέρει τον τιμητικό τίτλο της «Αγιοτόκου Νήσου», διαθέτοντας μοναστήρια και προσκυνήματα διεθνούς εμβέλειας, τα οποία προσελκύουν επισκέπτες από την Ελλάδα αλλά και από πολλές χώρες του εξωτερικού. Πρόκειται για έναν πλούτο θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς που θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό πυλώνα μιας πιο ποιοτικής και βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης.
Ο ίδιος υπενθυμίζει επίσης ότι εδώ και χρόνια προβάλλεται η θεματική διαδρομή «Τα Βήματα του Αποστόλου Παύλου», μια διεθνώς αναγνωρισμένη πρωτοβουλία που συνδέει σημαντικούς τόπους της χριστιανικής ιστορίας. Παρότι η Λέσβος έχει ισχυρή ιστορική σύνδεση με αυτή τη διαδρομή, η αξιοποίησή της παραμένει περιορισμένη, ενώ άλλες πόλεις της ευρύτερης περιοχής —ακόμη και από την απέναντι ακτή— έχουν ήδη ενταχθεί και επενδύουν στην προβολή της.
Ο κ. Αντωνίου τονίζει ότι ο προσκυνηματικός τουρισμός αποτελεί μια από τις πιο ανθεκτικές μορφές εναλλακτικού τουρισμού, με σημαντικά πλεονεκτήματα για έναν τόπο όπως η Λέσβος. Πρόκειται για έναν τουρισμό που δεν περιορίζεται στους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά μπορεί να λειτουργεί σε δωδεκάμηνη βάση, συμβάλλοντας στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και στη στήριξη της τοπικής οικονομίας.
Παράλληλα, μια τέτοια μορφή τουρισμού προβάλλει με ουσιαστικό τρόπο τα μνημεία της ορθόδοξης παράδοσης, τη βυζαντινή κληρονομιά, τα τοπικά έθιμα και την πολιτιστική ταυτότητα του νησιού, δημιουργώντας ένα ισχυρό και αυθεντικό τουριστικό αφήγημα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο κ. Αντωνίου και στη συνεργασία των φορέων. Όπως σημειώνει, για να αναπτυχθεί ουσιαστικά ο προσκυνηματικός τουρισμός απαιτείται συντονισμένη δράση μεταξύ Περιφέρειας, Δήμων, Εκκλησίας, Πανεπιστημίου Αιγαίου, επιμελητηρίων, τουριστικών επιχειρήσεων και κρατικών φορέων όπως το Υπουργείο Τουρισμού και ο ΕΟΤ.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το 2024 υπεγράφη Κοινό Πρωτόκολλο Συνεργασίας για την ανάπτυξη του προσκυνηματικού τουρισμού, με πρωτοβουλία του Υπουργείου Τουρισμού, το οποίο —σύμφωνα με την υφυπουργό Τουρισμού Άννα Καραμανλή— αποτελεί τη βάση για μια σταθερή και ουσιαστική συνεργασία στην κατεύθυνση αυτή.
Παρά τις θεσμικές αυτές κινήσεις, όμως, η Λέσβος δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει στον βαθμό που θα μπορούσε τις δυνατότητες που ανοίγονται.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: ένα νησί με τεράστια θρησκευτική, ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά να συζητά ακόμη για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του, την ώρα που η τουριστική του εικόνα κινδυνεύει να περιοριστεί σε σύντομες επισκέψεις χαμηλής οικονομικής αξίας.
Για τον κ. Αντωνίου, το ζητούμενο είναι σαφές: να υπάρξει μια συλλογική στρατηγική ανάδειξης της Λέσβου ως προορισμού υψηλής αξίας, που θα βασίζεται στα πραγματικά συγκριτικά πλεονεκτήματα του τόπου και όχι σε αποσπασματικές κινήσεις χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
--
Η Λέσβος χρειάζεται μια πραγματική συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων: της Περιφέρειας, των Δήμων, των επιμελητηρίων, της Εκκλησίας, του Πανεπιστημίου Αιγαίου, των τουριστικών επιχειρήσεων και των επαγγελματικών ενώσεων. Μόνο μέσα από έναν τέτοιο συντονισμό μπορεί να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο τουριστικό προϊόν που θα στηρίζει την τοπική οικονομία και θα αναδεικνύει την ταυτότητα του νησιού.
Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Η Λέσβος να παραμείνει ένας προορισμός σύντομων επισκέψεων, χαμηλής οικονομικής αξίας, όπου ο επισκέπτης περνά για λίγες ώρες, ψωνίζει σε πολυεθνικές αλυσίδες και επιστρέφει πίσω, αφήνοντας ελάχιστο πραγματικό όφελος στην τοπική αγορά.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν κάποιος επισκέπτης θα περάσει από ένα σούπερ μάρκετ ή από ένα μεγάλο κατάστημα. Αυτό συμβαίνει παντού στον κόσμο. Το πραγματικό ζήτημα είναι ποια εικόνα προβάλλει ένας τόπος για τον εαυτό του.
Και σήμερα, μέσα από αυτή τη διαφήμιση, η εικόνα που εκπέμπεται είναι μάλλον αποκαλυπτική. Η Μυτιλήνη φαίνεται να παρουσιάζεται ως ένας σταθμός σύντομης περιήγησης και γρήγορων αγορών. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό, αλλά καθοριστικό για το μέλλον του νησιού:
Αυτός είναι τελικά ο τουρισμός που θέλουμε για τη Λέσβο;