Μιλά η μητέρα του Παναγιώτη Βασιλέλλη, 25 χρόνια μετά: Ο πόνος που δεν δικαιώθηκε και η αλήθεια πίσω από το «Ριφιφί»
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον χαμό του μικρού Παναγιώτη Βασιλέλλη, η υπόθεση που σημάδεψε τη Λέσβο και συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα επιστρέφει στο προσκήνιο. Όχι μέσα από δικαστικές αίθουσες ή πολιτικές δηλώσεις, αλλά μέσα από τη μνήμη. Αφορμή στάθηκε το φινάλε της σειράς Ριφιφί του Σωτήρης Τσαφούλιας, που τόλμησε να αγγίξει ένα τραύμα το οποίο ποτέ δεν έκλεισε.
Η μητέρα του παιδιού, η Γεωργία Πιτσιλάδη, μίλησε στην εφημερίδα Espresso και οι λέξεις της δεν αναζητούν δικαίωση· καταγράφουν απώλεια. Η ζωή της οικογένειας, όπως περιγράφεται, δεν κύλησε ποτέ ξανά κανονικά. Το σοκ, η ψυχική και σωματική κατάρρευση του πατέρα, τα χρόνια των δικαστηρίων και η αίσθηση ότι η ευθύνη διαλύθηκε μέσα στη γραφειοκρατία, συνθέτουν ένα χρονικό που δεν επιδέχεται ωραιοποίηση.
Η ιστορία του Παναγιώτη δεν είναι άγνωστη. Ένα παιδί 18 μηνών, διαγνωσμένο με νευροβλάστωμα. Μια κοινωνία που κινητοποιήθηκε, συγκέντρωσε τεράστια ποσά, πίστεψε ότι ο χρόνος μπορεί να νικηθεί. Και ένα τραπεζικό σύστημα που, επικαλούμενο έναν νόμο του 1931, πάγωσε τα χρήματα του εράνου. Όχι από κακία, αλλά από «διαδικασία». Όταν το πράσινο φως δόθηκε, ήταν πια αργά. Ο χρόνος είχε εξαντληθεί, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν η ανθρώπινη ανάγκη συναντά την κρατική ακαμψία.
Η συνέντευξη της μητέρας δεν επιχειρεί να ξαναδικάσει την υπόθεση. Περιγράφει όμως τι σημαίνει να ζεις με μια απώλεια που δεν μετατράπηκε ποτέ σε ευθύνη. Οι δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν, οι φάκελοι έκλεισαν, αλλά η ουσία έμεινε ανοιχτή. Γιατί, όπως προκύπτει από την αφήγηση, καμία απόφαση δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα για ένα παιδί που δεν σώθηκε, ενώ υπήρχε τρόπος να σωθεί.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η σειρά «Ριφιφί» δεν λειτουργεί ως μυθοπλασία με εύκολη κάθαρση. Η δραματουργική επιλογή να ενσωματωθεί η υπόθεση Βασιλέλλη στον πυρήνα του χαρακτήρα της «Όλγας» μεταφέρει το βάρος από τη ληστεία στην απώλεια. Η μητέρα της σειράς δεν παρουσιάζεται ως εκδικητής, αλλά ως άνθρωπος που έμαθε ότι το σύστημα δεν επιστρέφει ποτέ τον χαμένο χρόνο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η σύνδεση με την πραγματικότητα.
Η οικογένεια, όπως καταγράφεται στην Espresso, δεν παρακολούθησε τη σειρά ως τηλεοπτικό προϊόν. Τη βίωσε ως υπενθύμιση. Η ίδια η μητέρα παραδέχεται ότι δυσκολεύεται να τη δει, όχι επειδή διαφωνεί με την προσέγγιση, αλλά επειδή ο πόνος δεν εξασθένησε με τα χρόνια. Αντίθετα, άλλαξε μορφή και ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα. Η γέννηση της κόρης τους, που πήρε το όνομα του χαμένου αδελφού της, λειτούργησε ως ανάσα ζωής, όχι ως αντικατάσταση.
Η υπόθεση Βασιλέλλη αποτελεί πλέον κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Όχι γιατί δικαιώθηκε, αλλά γιατί επανέρχεται κάθε φορά που η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με τα όρια της γραφειοκρατίας και της «τυπικής νομιμότητας». Το «Ριφιφί» δεν άνοιξε ξανά τον φάκελο νομικά. Τον άνοιξε ηθικά. Και αυτό είναι ίσως πιο ενοχλητικό για ένα σύστημα που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα από τη λήθη.
Η μαρτυρία της μητέρας, όπως δημοσιεύτηκε στην Espresso, δεν ζητά συμπόνια. Ζητά μνήμη. Γιατί σε μια χώρα όπου πολλές υποθέσεις κλείνουν επειδή ξεχάστηκαν, η υπενθύμιση παραμένει η πιο πολιτική πράξη. Και η ιστορία του Παναγιώτη Βασιλέλλη αποδεικνύει ότι, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, υπάρχουν αδικίες που δεν παραγράφονται.
Διαβάστε επίσης: