Το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Γράφει ο Παναγιώτης Μιχ. Κουτσκουδής
Για το μεγάλο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία και το πώς γιορταζόταν παλιά σχετικό είναι το κείμενο του Στρατή Πολυδώρου Αναστασέλη «Άγλιας. Το πανηγύρι» (Ανάτυπο από τον 7ο τόμο των «ΛΕΣΒΙΑΚΩΝ - ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΣΒΙΑΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ» του 1978, σελίδες 58-62), όπου ο γνωστός λογοτέχνης περιγράφει με την γλαφυρή του πένα τον τρόπο με τον οποίο γιορταζόταν το έθιμο στην Αγιάσο από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Μέσα από ένα τοπωνυμικό οδοιπορικό ανεβαίνουμε νοερά με τους καβαλάρηδες στην κορφή του λεσβιακού Ολύμπου, όπου το ξωκλήσι του προφήτη, και πληροφορούμαστε το τελετουργικό του πανηγυριού που διατηρήθηκε ατόφιο ως το 1925. Μετά αρκετά πράγματα άλλαξαν ακολουθώντας τις αλλαγές των κοινωνικών συνθηκών.
Καταμεσίς στο καταπράσινο διάζωμα, από νοτιά τα ρουμάνια των «Καμπιών», απ’ ανατολή ο καστανιώνας, από τη δύση το πευκοδάσος κι από βοριά, στην ποδιά του, η Αγιάσος και τα πέρα βουνά, στέκεται περήφανος ο «'Αγ' Λιας» το πέτρινο κωνικό βουνό, σαν πετεινός που διαφεντεύει τους απαλούς λόφους που τον ζώνουν ολόγυρα. Στο χάρτη τον βρίσκουμε «ΟΛΥΜΠΟ», το επίσημό του τ’ όνομα, αλλά κανένας Αγιασώτης παλιός δεν τόνε λέει έτσι. Άγ’ Λια τον έμαθε και τον έχει σαν υπόδειγμα σκληρότητας, παλικαριάς, γεροσύνης κι αιωνιότητας. Τον λατρεύει σαν Άγιο Λια (με οικειότητα και φιλικά αισθήματα) τον πιστεύει σαν Άγιο καλόκαρδο χωρίς τον καταθλιπτικόν ασκητισμό. Tον έχει ακόμα και σαν μετεωρολογικό σταθμό. «Σα βάλ’ Άγλιας του κουκούλι ντ’...» δηλ. σα θα τον ζώσουν τα σύννεφα, είναι σίγουρο προμήνυμα κακοκαιριάς. Η λαϊκή μούσα τον βάζει στα καθαροδευτεριάτικα τραγούδια - του κακοπαντρεμένου: «Δώκασι μ’ τσι κτήματα στ’ Άγλια τα πατήματα». Κι ο ξενιτεμένος Αγιασώτης τραγουδά νοσταλγικά: Αγλέλ’ ιμ – Αγλέλ’ ιμ, γη Καρκαβούρα σί καλεί, καρσί τα Πλα σι κράζει τσι μένα γη καρδούλα μου κλαίει κι αναστινάζει. Κι οι γριές απ’ όπου αντικρύσουν τον Άγλια, επικαλούνται τη χάρη του. Άγλια μ’ αφέντη, κουλόκουψί τνα (τη γειτόνισσα) ή «Δώσι την ’γειά ντ’» (του άρρωστου συγγενή της). Ας κάνουμε μια νοερή εκδρομή απ’ την Αγιάσο (μαζί) για να νοιώσουμε τις εντυπώσεις του πανηγυριώτη που πάει παραμονή στη χάρη του. Κει πάνου θ’ ανεβείς αποβραδίς ή ξημερώματα για να χαρείς την ανατολή του ήλιου και το πανόραμα της Λέσβου μες στην αχλή της αυγής.
Ο δρόμος ξεκινά απ’ τον Απέσο, που κατεβάζει τ’ απόνερα απ’ τα περιβόλια, που ’ναι στο μάκρος της ρεματιάς και που ξεκινάει απ’ το Βάλανο, φτάνει στον Απέσο, περνάει στην Πιρασιά και φτάνει ως τον Άγιου Δ’μήτ’. Στον Απέσο πριν πολλά χρόνια ήταν τα ταμπακαριά. Πρώτο του Ευαγγελινού, του Λαδιέλη, των αδελφών Ταμβάκη, Στρατή και Σπύρου, του Κουνέλλη, του Καναρέλλη, του Δημητρού Κάναρου και του Γιάννη Χατζηφώτη. Παλιότερα του Μπράτσου και του Προκόπη Αναστασέλη. Το καλοκαίρι «δέσις» λίμναζαν τ’ απόνερα του Απέσου που ρίχνανε τις προβιές σαν τις έβγαζαν από την ασβιστιρή. Οι «γδούρις» απ’ τα μαχαίρια των ταμπάκηδων, τα βαλανίδια, που τα κοπάνιζαν σε τεράστια πέτρινα γουδιά, σαν τα «καφινιδίσια», τα «στσ’λουκούραδα» και ο πέτκας (πευκοφλοιός), όλα δεψικά, βρωμίζανε τον τόπο. Όμως μες στη βρόμα τούτη η Αγιάσος είχε διάφορο από τα δέρματα (κισιλέδις γιά καπίστρια, καπλουδέτις και λαγαρίτ’κα τσιρβούλια, βακέτες κτλ) που οι καπιστράδες κι οι τσαγκαράδες του νησιού αγόραζαν κι ένας κόσμος ζούσε και πρόκοβε. Τώρα το λαγκάδι του Απέσου έγινε ένας τεράστιος υπόνομος και σκεπάστηκε με τσιμεντένιο δρόμο. Ας αφήσουμε τώρα την οικονομολογία κι ας πάρουμε το καλντερίμι (πατωμένη) για τον Άγλια.
Εκατό μέτρα πιο πάνου αφήνουμε το δρόμο αριστερά μας που πάει στον Αι Γιάννη, τον Άγιου Κουσταντίνου, τον Αστράτγιου και την Παναγιούδα στα Πιτζίλια (Πενθίλη), που ’ναι απ’ τη ζερβιά μεριά της ρεματιάς που κατεβαίνει στον Απέσο. Προχωράμε τον ανήφορο και ξεπατούμε στο ίσιωμα αφήνοντας δεξιά μας τον Άγιου Σπυρίδουνα. Στο πλάτωμα τούτο είναι τ’ αμπέλια, του Φουλίδ’. Ανηφορίζουμε, ανάμεσα σε καστανιές, κι άλλο πλάτωμα πάλι μ’ αμπέλια. Λίγο ανηφόρι και πέφτουμε στο σωθύρι της Παναγιάς με τις ψηλόκορμες αγριοκαστανιές, απ’ όπου κόψανε τα νταμπάνια (δοκάρια χοντρά) πριν 100 χρόνια για το λιοτρίβι της Παναγιάς. Λίγη ανηφόρα ακόμα και φτάνουμε στς Πατσαβούρας του τσισμέ με τον καχεκτικό πλάτανο, καταμεσίς στο λιθόστρωτο πλάτωμα, που τον ποτίζουν τ’ απόνερα. Αφήνουμε αριστερά το καλντερίμι που πάει για τα Πόταμα, το λεκανοπέδιο με τα περίφημα περιβόλια τις μηλιές, ακολουθάμε το φαρδύ στριφογυριστό αμπάσο μονοπάτι ανάμεσα από ανάριες καστανιές, σωθύρια με απιδιές και θερισμένη πια την αφατσιά (πολύχρονο σπαρτό χορτάρι, σαν αγριοβίκος) που περιπλέκεται σ’ όλη την έκταση του σωθυριού και τώρα θερισμένη γεμίζει τον αγέρα με τη χαρακτηριστική της μυρουδιά. Φτάνουμε στον Καμτσάδου τ’ όμορφο τούτο καταράχι. Δεξιά μας κάτου φαίνεται η Αγιάσος σαν πεταλούδα πολύχρωμη κι από ζερβά τα Πόταμα με πρώτο πλάνο το Λιφκό με τα πανύψηλά του καβάκια. Το μονοπάτι από δω και πέρα στενεύει και στριφογυρίζει ανάμεσα σε κορομηλιές (αρκουμ’λιές) και πρινιές, ανηφορίζει και φτάνει στ’ Άγλια τα πατήματα, στα ριζά του Ολύμπου. Την πυκνούρα και το πράσινο όργιο τα διαδέχεται ένα ξέφαντο και το φως πλημμυρίζει τα πάντα. Εδώ πάνου σταθήκανε οι πρόγονοι του Ηλία Κουρτζή και του Ηλία Ψυρκούδη ο πρόπαππος, Απόστολος Ψυρκούδης, με τον αδερφό του Φίλιππο γυρεύοντας, μες στα βράχια, περασιά για τα υλικά (ασβέστη, νερό, κεραμίδια, ξυλεία κλπ) μια που βουλήθηκαν να χτίσουν ξωκλήσι στ’ άνομα του Προφήτη Ηλία. Καθώς λένε, πάνω στη διαλόγισή τους, παρουσιάστηκε ένας ασπρομάλλης γέρος με καπότο και το χαρακτηριστικό του κουκούλι, έκοψε μπετόνικο κι απόθετε τα κλωνάρια στους βράχους σημαδεύοντας το χάραγμα του δρόμου. Ήταν, λένε, ο Προφήτ’ Ηλίας. Οι δυο οικογένειες, Κουρτζή και Ψυρκούδη, φρόντιζαν το ξωκλήσι και τα βοηθητικά χτίσματα πάππο προς πάππο, ως που οι Γερμανοί βάλανε φωτιά σε όλα για το φόβο των ανταρτών. Ο βαθμοφόρος που διάταξε το κάψιμο κι έκανε έρευνα στην Αγιά Τράπεζα για όπλα, κατά τον μακαρίτη Παναγιώτη Καβαδά: «Ο αξιωματικός τούτος μπορεί να μη βγάλει τη βδομάδα. Ω του θαύματος βγήκε το κουμάντο και τον καθάρισε στην Γκεστάπο. Αυτό δεν θα έβγει από τη μνήμη μου». Χρόνια πριν ο Άγλιας ήταν ο προστάτης των ασβεστάδων, καθώς γινόταν στα χωριά με όλα τα ισνάφια (επαγγέλματα).
--
Την Τρίτη 15 Ιουλίου το Δεύτερο Μέρος και την Τετάρτη 16 Ιουλίου το Τρίτο Μέρος