Tο πιο σκοτεινό έγκλημα παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Λέσβο: το τραπέζι έγινε μηχανισμός εκτέλεσης
Ο κάμπος του Ιππείου Λέσβου έχει τη δική του ιστορία.... Ένα χαμηλό, ανοιχτό τοπίο όπου ο αέρας περνά σαν να μην εμποδίζεται από τίποτα — και όμως, κάποτε, εκεί, κάτι τον σταμάτησε. Στη θέση «Μ’λέλια» (Μυλέλια – Μύλοι), σ’ ένα ντάμι/καλύβα, η Πρωτοχρονιά του 1949 άρχισε με κρότο που έσκισε τη νύχτα και έκανε τους ανθρώπους να κοιτάξουν προς το σκοτάδι, λες και το σκοτάδι είχε πρόσωπο.
Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι “αφήγηση για το παρελθόν”. Είναι ένα ντοκουμέντο για το πώς η πείνα, η τρομοκρατία, η ανάγκη και η εξουσία στήνουν μαζί ένα σκηνικό όπου το ανθρώπινο γίνεται αναλώσιμο. Και όπου το «τραπέζι» —το πιο αρχαίο σύμβολο συμφιλίωσης— μπορεί να γίνει μηχανισμός εκτέλεσης.
Η Τσερκέζα: μια γυναίκα φτιαγμένη για να αντέχει — και να επιβάλλεται
Η Ζουλφιέ Χανούμ ή Ελένη Ιορδάνογλου, η «Τσερκέζα», έρχεται από τη Μικρά Ασία. Έχει στο βλέμμα της τον ξεριζωμό, αλλά και κάτι άλλο: μια προσαρμοστικότητα σχεδόν άγρια. Μετά την ανταλλαγή του 1923, αποκτά μεγάλη περιουσία. Όχι τυχαία — αλλά, «εξαιτίας του χαρακτήρα και των γνωριμιών της». Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με βία, εκείνη δεν μένει πίσω: μπαίνει μπροστά.
Ο μύθος της χτίζεται και με λεπτομέρειες που “κολλάνε” στη λαϊκή μνήμη: κυκλοφορεί με ανδρικά ρούχα, κάνει βόλτες με το άλογό της, επιδεικνύει κουμπούρια. Η σχέση της με την εξουσία δεν είναι απλώς καλή — είναι επαγγελματική. Ακόμα και στην Κατοχή, όταν το νησί πεινούσε, το τσιφλίκι της ήταν γεμάτο. Αυτό δεν ήταν μόνο πλούτος. Ήταν μήνυμα: «εγώ έχω πρόσβαση».
Ακούγεται ότι είχε δεσμό με τον Νικόλαο Πλαστήρα. Είτε είναι αλήθεια είτε μύθος, λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο: προσθέτει ένα πέπλο “απρόσιτης προστασίας”. Σ’ έναν τόπο μικρό, οι φήμες είναι νόμισμα. Και η Τσερκέζα, απ’ ό,τι φαίνεται, ήξερε να τις επενδύει.
1948: Ο ΔΣΕ στη Λέσβο, η πείνα και το κυνηγητό
Το 1948 στη Λέσβο δεν είναι απλώς “δύσκολη χρονιά”. Είναι χρονιά που στενεύει. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις γίνονται καθημερινότητα. Η εντολή είναι να «τελειώνουν γρήγορα» με το αντάρτικο στο νησί. Η τρομοκρατία βασιλεύει. Η πίεση είναι οργανωμένη, συστηματική.
Αλλά, πάνω απ’ όλα, υπάρχει η πείνα.
Η πείνα δεν είναι απλώς έλλειψη τροφής· είναι διάβρωση της κρίσης, είναι το σώμα που αρχίζει να κυβερνά το μυαλό. Κι όταν το σώμα ουρλιάζει, οι “δεύτερες σκέψεις” χάνουν την έντασή τους.
Γι’ αυτό και εμφανίζεται το «αναγκαστικό νταλαβέρι» — όπως το λες: επιφυλακτικό, αλλά αναγκαστικό.
Το πρώτο επεισόδιο: ο μύλος, τα λίγα τρόφιμα, και το μήνυμα «όχι σαν κλέφτης»
Καλοκαίρι του ’48. Η Τσερκέζα λείπει. Μια ομάδα αντάρτες μπαίνει στον μύλο της και παίρνει «λιγοστά πράγματα» — όχι λεηλασία, όχι “σάρωμα”, αλλά ό,τι βρήκαν μπροστά τους. Είναι μια από εκείνες τις κινήσεις που σε ειρηνική εποχή θα λέγονταν κλοπή, αλλά σε εμφύλιο μοιάζουν περισσότερο με ανάσα.
Λίγες μέρες μετά, η Τσερκέζα στέλνει στον Κυριάκο Πασχαλιά —τον καπετάνιο— ένα μήνυμα που είναι ταυτόχρονα πρόκληση και πρόσκληση: τον περιμένει «φανερά», να πάει στο λημέρι της, όχι σαν κλέφτης.
Εδώ αρχίζει το ψυχολογικό παιχνίδι. Γιατί αυτό το «φανερά» δεν είναι απλώς θάρρος. Είναι δήλωση ισχύος. Σαν να λέει: “Ξέρω ποιος είσαι. Ξέρω πού είσαι. Κι όμως σε καλώ. Έλα να δούμε ποιος φοβάται ποιον.”
Ο Πασχαλιάς κατεβαίνει: ανάγκη, αξιοπρέπεια, και μια αυταπάτη ανθρωπιάς
Περνούν μήνες. Η πείνα πιέζει περισσότερο. Και ο Πασχαλιάς θυμάται την Τσερκέζα.
Δεν κατεβαίνει μόνο γιατί χρειάζεται τρόφιμα. Κατεβαίνει και για κάτι βαθύτερο: για να αποδείξει ότι δεν τη φοβάται, να “σπάσει” την κακή της φήμη. Και κατεβαίνει, όπως γράφεις, γιατί πιστεύει πως μια γυναίκα που γνώρισε ξεριζωμό και κατατρεγμό ίσως έχει μέσα της έναν κώδικα — ότι μπορεί να μη συμφωνεί πολιτικά, αλλά θα σεβαστεί το ανυπότακτο.
Αυτή είναι η ανθρώπινη αυταπάτη που συχνά πληρώνεται ακριβά στην ιστορία: να αποδίδεις στον άλλον το μέτρο της δικής σου συνείδησης.
Η Τσερκέζα εκείνη τη φορά “παίζει” τον ρόλο που πρέπει. Τους γεμίζει τους ντορβάδες, τους δίνει ραντεβού για την άλλη βδομάδα. Το νταλαβέρι αρχίζει.
Το νταλαβέρι: επιτήρηση, διακοπές, επιστροφές — ένα νήμα που σφίγγει
Από εκεί και πέρα, οι επισκέψεις επαναλαμβάνονται. Όχι συνεχόμενα, όχι αμέριμνα.
Οι αντάρτες κρατούν επιφυλάξεις. Στήνουν καρτέρια στις εισόδους του τσιφλικιού. Παρακολουθούν. Ξεκόβουν για διαστήματα. Ξαναγυρίζουν.
Εδώ το σκηνικό είναι σχεδόν μυθιστορηματικό:
- από τη μια, μια γυναίκα-κλειδί με αποθήκες γεμάτες, πρόσβαση, σχέσεις με την εξουσία
- από την άλλη, μια ομάδα εξουθενωμένων μαχητών που πρέπει να φάνε για να συνεχίσουν να υπάρχουν
- και στη μέση, μια λεπτή γραμμή εμπιστοσύνης που δεν είναι εμπιστοσύνη, αλλά υπολογισμός.
Και μια λεπτομέρεια : σε μια από τις πρώτες φορές, εκείνη έβγαινε με κλαδί και έσβηνε τα ίχνη τους στο χώμα. Αυτή η εικόνα —μια γυναίκα να “σβήνει” ίχνη— λειτουργεί διπλά. Για εκείνους, ήταν ένδειξη προστασίας. Για τον αναγνώστη σήμερα, είναι σχεδόν προειδοποίηση: κάποιος που ξέρει να σβήνει ίχνη, ξέρει να σβήνει και ανθρώπους.
Η προειδοποίηση που χάθηκε: «μπλέκει ένα σκούφο…»
Λίγο πριν από την τελική πρόσκληση, υπάρχει ένα περιστατικό που στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ θα το λέγαμε “κόκκινη σημαία”.
Ο Παναγιώτης Κλειώτης, ο γηραιότερος αντάρτης, πάει να τη γνωρίσει. Όταν γυρίζουν και τον ρωτούν τη γνώμη του, απαντά με τη φράση που μένει σαν καρφί:
«Αυτή μπλέκει ένα σκούφο για να βάλει ολωνών μας τα κεφάλια μέσα».
Δεν είναι ποιητική υπερβολή. Είναι λαϊκή διαίσθηση. Είναι η αίσθηση του ανθρώπου που έχει δει πολλά, που πιάνει τον κίνδυνο πριν γίνει γεγονός.
Οι καπετάνιοι γελούν. Δεν δίνουν σημασία.
Και κάπου εδώ η ιστορία κάνει αυτό που κάνει πάντα: περνά από την προειδοποίηση στην τραγωδία, με τον ίδιο απλό μηχανισμό. Υποτίμηση του ρίσκου, γιατί το ρίσκο “βολεύει” τη στιγμή.
Η πρόσκληση της Πρωτοχρονιάς: γιατί είπαν «ναι»
Πρωτοχρονιά του ’49. Η Τσερκέζα τους καλεί να τους κάνει τραπέζι. Να αλλάξουν χρόνο μαζί.
Το ρίσκο είναι τεράστιο. Οι ενστάσεις επίσης. Όμως η λαχτάρα υπερνικά τις δεύτερες σκέψεις.
Εδώ υπάρχει μια καθαρή, ανθρώπινη αλήθεια που δύσκολα τη σηκώνει η ιστοριογραφία, αλλά τη σηκώνει η λογοτεχνία και το καλό ρεπορτάζ:
οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν μόνο από σφαίρες. Πεθαίνουν και από την ανάγκη να ζήσουν για δύο ώρες φυσιολογικά.
Και έτσι αποφασίζουν να πάνε δεκατρείς.
«Τα υπολόγισαν όλα — εκτός από ένα»
Τα υπολόγισαν όλα. Προδοσία. Κρυμμένα αποσπάσματα. Δηλητηρίαση.
Έκαναν έλεγχο της περιοχής.
Είχαν δικό τους άνθρωπο από τα Κεραμειά να επιτηρεί.
Έβαλαν σκοπό τον πιο έμπειρο: τον Βασίλη Καλαντζή, που είχε πολεμήσει στη Μέση Ανατολή.
Δεν ακούμπησαν ποτό.
Την άφηναν να τρώει πρώτα εκείνη.
Δεν την άφησαν στιγμή μόνη.
Κι όμως, υπάρχει κάτι που δεν “το πιάνει” η λογική όταν πεινάς και όταν έχεις αρχίσει, έστω και λίγο, να πιστεύεις πως ίσως υπάρχει μια χαραμάδα ανθρωπιάς:
δεν φαντάστηκαν ότι το σπίτι ήταν το όπλο.
Το τραπέζι: η στιγμή που ο χρόνος μοιάζει να γυρίζει
Η εικόνα που έχει σημασία δεν είναι μόνο το τι έγινε. Είναι και το πώς έμοιαζε πριν γίνει.
Δεκατρείς άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι με «κάθε λογής φαΐ».
Έξω σκοποί.
Μέσα μια τεταμένη “κανονικότητα”.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όπως περιγράφει η μαρτυρία, σηκώνεται ο Πασχαλιάς στις «δώδεκα παρά πέντε», κόβει και μοιράζει τη βασιλόπιτα.
Είναι το πιο ειρωνικό σημείο: κόβεις πίτα “για το καλό” μέσα σ’ ένα κτίσμα που είναι ήδη τάφος σε αναμονή.
Και μετά, η Τσερκέζα λέει ότι ξέχασε τα γλυκά — τα φοινίκια. Βγαίνει.
Με αναμμένο τσιγάρο.
Η έκρηξη: ο θάνατος ως “μηχανισμός”
Το τσιγάρο δίνει τη σπίθα στο φιτίλι.
Η παγίδα είναι στημένη: ολόκληρο το σπίτι υπονομευμένο με δυναμίτη, σε συνεννόηση με τον διοικητή της χωροφυλακής Μυτιλήνης Π. Σκούρτη και με “ειδικούς” που είχαν ζώσει το σπίτι με πυρομαχικά μέρες πριν.
Το ντάμι τινάζεται στον αέρα.Έξι από τους δεκατρείς μένουν στον τόπο.
Τα ονόματα που πρέπει να ακούγονται ξανά και ξανά τέτοια μέρα:
Νεκροί:
- Βασίλης Παπαδέλλης (ή Χάρος)
- Σταύρος Καζάκος (και οι δύο από την Πηγή)
- Θανάσης Στεφάνου (από την Κώμη)
- Βασίλης Καλαντζής
- Κώστας Πηγάσης
- Στρατής Τσουκαρέλλης (οι τρεις τελευταίοι από την Αγιάσο, όπως καταγράφεται)
Επιζώντες (βαριά τραυματισμένοι):
- Νίκος Αρβανίτης
- Κώστας Διαμαντής
- Δημήτρης Δεδίτσης
- Θρασύβουλος Μπούσδος
- Λευτέρης Παπαθανασίου
- Κυριάκος Πασχαλιάς
- Γιάννης Τσουλέλλης
Η μαρτυρία του Θρασύβουλου Μπούσδου δίνει το «εσωτερικό» της έκρηξης: η σύγχυση, η αδυναμία να καταλάβουν τι συνέβη, η υπόθεση ότι τους χτύπησε όλμος, η κίνηση να ρίξει μία με το πιστόλι περιμένοντας απάντηση — και η απόλυτη σιωπή που ακολουθεί μια έκρηξη όταν οι άνθρωποι είναι πια διασκορπισμένοι, τραυματισμένοι, ζαλισμένοι από μπαρούτι και σκόνη.
Υπάρχει και μια λεπτομέρεια που κόβει σαν μαχαίρι: ο Καλαντζής, ο σκοπός, παίρνει χαμπάρι από τη μυρωδιά μπαρουτιού, και αντί να φύγει, μπαίνει μέσα να ειδοποιήσει τους άλλους. Η εμπειρία του πολέμου τον έκανε να καταλάβει. Η συντροφικότητα τον έκανε να γυρίσει. Και αυτό τον σκότωσε.
Η διαφυγή: Μανταμάδος, «μηχανή του Κομίλη», καμένα μάτια
Οι επτά που γλιτώνουν, γλιτώνουν «βαριά τραυματισμένοι». «Ολοι με προβλήματα στα μάτια». Είναι η εικόνα της έκρηξης: σκόνη, ασβέστης, μπαρούτι, θραύσματα — και το βλέμμα να σβήνει.
Καταφέρνουν να τραβήξουν προς τον Μανταμάδο. Κρύβονται στη «μηχανή του Κομίλη». Στη μαρτυρία, οι τσοπάνοι της περιοχής φέρνουν φάρμακα. Υπάρχει ένα αθέατο δίκτυο επιβίωσης, μια κοινωνία που —παρά την τρομοκρατία— ακόμα κρατά μια στάλα αλληλεγγύη.
Η «επίσημη» αφήγηση: όταν το κράτος βαφτίζει την έκρηξη “μάχη”
Και μετά έρχεται το άλλο, το γνώριμο σε κάθε εποχή: η διαχείριση της ιστορίας.
Την επόμενη μέρα, τοπική εφημερίδα γράφει ότι υπήρξε «άγρια μάχη» στην αγροτική περιοχή του Ιππείου. Ότι οι «συμμορίτες» εγκλωβίστηκαν σε αγροικία και πρόβαλαν «σθεναρά αντίσταση». Ότι «όλη τη νύκτα τα πολυβόλα έβαλλον».
Και το φινάλε, σιδερένιο: «Ουδεμία απώλεια εκ των ημετέρων».
Η έκρηξη βαφτίζεται μάχη.
Η παγίδα βαφτίζεται “αντίσταση των εγκλωβισμένων”.
Το σαμποτάζ βαφτίζεται “επιχείρηση”.
Φαινόμενο μια σκοτεινής εποχής: ένα αφήγημα που κλείνει τρύπες, προβάλλει ισχύ, μηδενίζει κόστος, μετατρέπει τον ηθικό βούρκο σε “στρατιωτικό επίτευγμα”. Αν το δούμε ανθρώπινα, είναι δεύτερη δολοφονία: σκοτώνει την αλήθεια.
Μετά την έκρηξη: τα σώματα, ο αραμπάς, ο πρόχειρος τάφος
Στις 2 Γενάρη 1949 τα άψυχα κορμιά είχαν ήδη γίνει βορά στα σκυλιά και ότι μένει .... Φορτώνονται όλα μαζί σε έναν αραμπά.
Μεταφέρονται πίσω από το νεκροταφείο του Ιππείου. Θάβονται πρόχειρα. Δεν υπάρχει τελετή. Δεν υπάρχει όνομα. Δεν υπάρχει πένθος δημόσιο.
Μόνο μια γρήγορη μεταφορά. Μια ταφή “να τελειώνουμε”.
Και η Τσερκέζα;
Η εικόνα της είναι σχεδόν κινηματογραφική, και γι’ αυτό τρομακτική: ανέβηκε σε βαρέλι κάτω από την καρυδιά και απολάμβανε το θέαμα της ανατίναξης.
Μετά, φοβούμενη εκδίκηση, ζει τα υπόλοιπα χρόνια της σε ένα δωμάτιο που της παραχωρήθηκε μέσα στα γραφεία της ασφάλειας Μυτιλήνης.
Αν αυτό δεν είναι συμπύκνωση μιας εποχής, τι είναι; Η πράξη, η προστασία, η σιωπή, η απορρόφηση του προσώπου από τον μηχανισμό.
Το πλαίσιο που δίνει νόημα: «Το 48 χωρίς φεγγάρι»
Το βιβλίο του Μιχάλη Λιαρούτσου περιγράφει την ευρύτερη συνθήκη:
- άνιση μάχη
- κυβερνητικός στρατός, χωροφυλακή, κρατικός μηχανισμός
- τρομοκρατία
- πείνα
- διαχωρισμός σε μικρότερες μονάδες για να λυθεί το επισιτιστικό, με συνέπειες στη συνοχή και στη μαχητική ικανότητα
- εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που εξοντώνουν εύκολα τις μικροομάδες
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το χτύπημα στο ντάμι δεν ήταν απλώς “ένα επεισόδιο”. Ήταν πλήγμα με συμβολισμό: να δείξει ότι δεν υπάρχει ασφαλές σημείο, ούτε καν εκεί που νομίζεις ότι τρως.
Γιατί αυτή η ιστορία δεν κλείνει
Επειδή δεν είναι μόνο η έκρηξη. Είναι το σύνολο:
- Η πείνα που τους έσπρωξε να πουν “ναι”.
- Η επιχείρηση εξαπάτησης που κράτησε καιρό, για να γίνει πιστευτή.
- Η προειδοποίηση που ειπώθηκε και αγνοήθηκε.
- Η παγίδα που ήταν τεχνικά “τέλεια” ακριβώς επειδή δεν έμοιαζε με ενέδρα.
- Η επίσημη εκδοχή που σκέπασε την αλήθεια με λέξεις.
- Η ταφή χωρίς αξιοπρέπεια.
- Και το τέλος: η προστασία της δράστιδας μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό ασφάλειας.
Η δολοφονία των έξι μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Λέσβου έμεινε στη μνήμη της περιοχής ως ένα από τα πιο στυγερά εγκλήματα του Εμφυλίου. Όχι μόνο για τους νεκρούς. Αλλά για τη μέθοδο. Για την προμελέτη. Για το τραπέζι που έγινε τάφος.
Και κάθε φορά που ο χρόνος αλλάζει, στον κάμπο του Ιππείου, η ιστορία αυτή επιστρέφει. Όχι σαν αφήγηση. Σαν βάρος. Σαν υπενθύμιση ότι κάποια εγκλήματα, όσο κι αν βαφτιστούν αλλιώς, δεν παύουν ποτέ να ζητούν μνήμη.
Πηγές:
Βασίλη Καλογερά – Παναγιώτη Κουτσκουδή. Δημοκρατικός Στρατός Λέσβου. Συνοπτική ιστορία – Μαρτυρολόγιο – Τόποι μαρτυρίου. Έκδοση της λεσβιακής εφημερίδας «Νέο Εμπρός». Α΄ έκδοση Αθήνα 2002, Β΄ έκδοση Μυτιλήνη 2013.
Παναγιώτη Μιχ. Κουτσκουδή. ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ. ΒΙΟΙ ΛΕΣΒΙΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ. Αυτοέκδοση. Αθήνα 2018.