|

Στράτης Μυριβήλης, Ένα αγόρι της Αθήνας

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
11'
Λέξεις Κλειδιά :
Στρατής Μυριβήλης

Το ακόλουθο επετειακό (τραγικό μα συνάμα τρυφερό) κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του επικού ΟΧΙ του ελληνικού λαού στα βουνά της Πίνδου, των μαρτυρικών δεινών που υπέστη η γενιά του ʼ40 κατά τη διάρκεια της Γερμανοϊταλοβουλγαρικής Κατοχής (1941 ‒ 1944) και της ηρωικής και περήφανης Αντίστασής της στους απάνθρωπους κατακτητές και τα ποικίλα μίσθαρνα ντόπια όργανά τους. Επειδή δικαίωμα να ξεχνούν έχουν μόνον οι νεκροί και οι ηλίθιοι ...    

 

Στράτης Μυριβήλης, Ένα αγόρι της Αθήνας

(διήγημα από «Το Κόκκινο Βιβλίο», Αθήνα: 1952, σσ. 155 - 166)

 

Θέλω να σας πω την ιστορία του Πάνου. Είναι μικρή σαν κι αυτόν και δε θα βαστάξει πολύ. Τόνε βρήκα κάποια μέρα ανάμεσα στα παιδιά του Εθνικού Ορφανοτροφείου, σαν έμπαινε στα οχτώ του χρόνια. Είναι ένα αγόρι χλομό, πεισματάρικο και σιωπηλό. Έχει μαύρα μαλλιά και άσπρο πρόσωπο, έχει καστανά ελληνικά μάτια. Πότε σπιθίζουν και πότε βυθίζουνται σε ονειροπόληση σα να γυρεύουν μιαν απάντηση για το νόημα της ζωής που κανείς δεν μπορεί να του τη δώσει. Δεν ξέρει να γελά και σαν παίζουν τʼ άλλα παιδιά αυτός κάθεται παράμερα ή στέκεται όρθιος με τα χέρια πίσω στη ράχη και τα κοιτάζει. Κάπου κάπου χαράζει τα λεπτά χείλη του ένα μικρό, ασήμαντο χαμόγελο που σβήνει γρήγορα. Τα χείλη ξαναπαίρνουν γρήγορα την κλειστή τους γραμμή και το πρόσωπο γίνεται αυστηρό σαν μεγάλου βασανισμένου ανθρώπου. Απαντά με δυσκολία ό,τι του ρωτήσεις και πριν απαντήσει σε κοιτάει πολλήν ώρα με δυσπιστία.  Φορά ένα αμερικάνικο πανωφοράκι με πράσινα τετράγωνα. Του ʼρχεται κοντό στα μανίκια και στα γόνατα. Σαν του το πρωτόφεραν, του ερχότανε στο μπόι του. «Τα μικρά μεγαλώνουν», συνηθίζουν και λεν οι φτωχομάνες ράβοντας δυσανάλογα φαρδιά και μακριά τα ρούχα των παιδιών. Το κακό είναι που τα πανωφοράκια, αν λάχει και βρεθούν να ʼναι καμιά φορά, δεν το συνηθίζουν να μεγαλώνουν κι αυτά μαζί με τα φτωχά παιδιά.

Τόνε λένε Παναγή, γιατί βαφτίστηκε το Δεκαπενταύγουστο, ανήμερα της Παναγίας. Τότε που οι Ιταλοί βούλιαξαν μέσα στο λιμάνι της Τήνος το καράβι της Μεγαλόχαρης στολισμένο με όλες τις πανηγυριώτικες σημαίες.

Ύστερα ήρθε ο πόλεμος και πήρε τον πατέρα του στα βουνά της Αλβανίας.  Ήταν ένας άντρας κοντοδεμένος, μαυρομούστακος, μʼ ένα πρόσωπο φαρδύ, πάντα γελαζούμενο. Δούλευε οδηγός στα τραμ, έφυγε στον πόλεμο μαζί με τις σημαίες. Πήγαινε να χτυπηθεί με δύο αυτοκρατορίες. Και τραγουδούσε. Γελούσε ακόμα και στο σιδηροδρομικό σταθμό, σαν έφευγε φορτωμένος την εξάρτυση. Χτυπούσε χαϊδευτικά στη ράχη τη νιόπαντρη γυναίκα:

-Έλα τώρα, μην αναρουφάς σαν την τσιφνιασμένη όρνιθα και θα σου φέρω εγώ φτερά απʼ τους Βερσαλιέρους για το καπέλο σου.

Πέρασαν μέρες χωρίς ειδήσεις από το μέτωπο.

Κατόπι έπιασαν και χτυπούσαν οι καμπάνες. Όλες οι καμπάνες της Αθήνας χτυπούσαν ξετρελαμένες. Στις πόρτες, στα παράθυρα, στις εκκλησίες και στα καράβια πετούσαν επίσημα οι γαλάζιες σημαίες. Όλα τα μάτια άστραφταν από τη μεγάλη απόφαση. Όλες οι καρδιές έτρεμαν. Ο κόσμος τραγουδούσε στους δρόμους, προσευχότανε στα σπίτια, άναβε κερί στα κονίσματα. Κάθε μέρα και μια νίκη φώναζαν οι καμπάνες της Αθήνας με τα πλατιά τους στόματα. Και οι σειρήνες από τις ταράτσες ούρλιαζαν κάθε μέρα κι από μιαν επιδρομή αεροπλάνων. Οι δρόμοι ήταν ολοσκότεινοι και κρύωνε.

Τότε έτρεχε η μανούλα στο καταφύγιο της γειτονιάς. Εκεί ανάμεσα στον κόσμο που ξενυχτούσε όρθιος και μιλούσε ψιθυριστά έβγαζε το βυζί και θήλαζε παράμερα τον Παναγή να μην ξεφωνίζει και τήνε μαλώνει ο επόπτης του καταφυγίου.

Ύστερα ο πόλεμος τέλειωσε, τέλειωσαν και οι νίκες και άρχισε η σκλαβιά. Οι καμπάνες δε χτυπούσανε πια, όμως οι σειρήνες όλο και ούρλιαζαν. Οι στρατιώτες γύρισαν νικητές και πικραμένοι. Στα βασανισμένα πρόσωπά τους ήταν η απορία και το πένθος.

Μια μέρα ήρθε και ο πατέρας. Ήταν μʼ ένα πόδι, ακουμπούσε πάνω σε δυο δεκανίκια και κουνιόταν το κορμί του μπρος πίσω. Ήρθε από το νοσοκομείο χωρίς ακόμα να κλείσει η μεγάλη στρογγυλή πληγή. Το νοσοκομείο το πήραν οι Γερμανοί, πέταξαν στους δρόμους τους αρρώστους, τους λαβωμένους και τους σακάτηδες. Η μανούλα έκλαιγε στα κρυφά. Στα φανερά χαμογελούσε με κείνα τα λακκάκια της, νταντάνιζε τον Πάνο ψηλά ψηλά και του ʼλεγε τραγούδια:

Το λεβέντη μʼ τον καλό

μια νυφούλα του ʼβρα ʼγώ!

 

Ο πατέρας ήταν αξούριστος, τα μάγουλα βουλιαγμένα. Κεντούσαν τα γένια, γέμισαν όλο το πρόσωπό του και όλο γρίνιαζε. Η μανούλα χαμογελούσε και του ʼλεγε:   

-Κάνε υπομονή, Αντώνη. Ταχυαύριο θα ʼρτουν, καλέ μου, οι Εγγλέζοι και οι δικοί μας από την Αίγυπτο. Τότε θα σάξουνε πάλι τα πράματα και θα καταλαγιάσει το κακό. Θα ʼχουμε όλα τα καλά και του πουλιού το γάλα. Δεν ακούς τι μας λένε τα ραδιόφωνα γιʼ αυτό που κάματε κει πάνω; Θα κλείσει η λαβωματιά, θα σου περάσουν κι ένα καινούργιο πόδι με μηχανή και με σούστες. Θα τα φέρουν απʼ την Αμερική, ακούς, τα παράγγειλαν κιόλας. Είναι καλύτερα κι από τʼ αληθινά. Να δεις. Χτες που πήγα στη «Φιλόπτωχο» να πάρω το πιστοποιητικό, ήταν εκεί μαζεμένοι πέντε δέκα στρατιώτες με δίχως πόδια. Μπήκε μια κυρία, ήταν γελαστή και είχε όμορφα χρυσά μαλλιά. Μας μοίρασε μάλλινα καλτσάκια, ύστερα σήκωσε το φουστάνι της και μας έδειξε το πόδι. Μπα, ντροπή, είπαμε εμείς οι γυναίκες. Όμως αυτή πήγε χορευτά μπροστά στους ανάπηρους, έτσι με σηκωμένο φουστάνι ως τα μεριά, κι αυτοί κοκκίνιζαν και γύριζαν τα μάτια αλλού. Λοιπόν την έπιασαν τα γέλια. Έσκυψε, έπιασε με τα χέρια και σήκωσε το πόδι ως το μερί, με την κάλτσα τεντωμένη. Χτύπησε με το δάχτυλο κι αυτό κουδούνισε σαν ντενεκεδένιο. Ήταν, κατάλαβες, αδειανό απομέσα, ένα μηχανικό πόδι, άλλο να σου πως κι άλλο να δεις. Τότες όλοι γέλασαν και πήγε η καρδιά τους στον τόπο της. Τέτοια θάματα κάνει η Αμερική και να μη μου πικραίνεσαι, Αντώνη.

Τα ʼλεγε και πήγαινε γρήγορα στην κουζίνα να σκουπίσει τα μάτια της.

Περνούσαν οι μήνες, ο Πάνος μεγάλωνε. Μπορούσε τώρα να περπατά, ύστερα και να τρέχει. Έπιασε τότε η πείνα στον κόσμο και άρχισαν οι άνθρωποι να πεθαίνουν μέσα στους δρόμους. Οι Γερμανοϊταλοί πήραν όλα τα τροφίματα, πήγαιναν στα χωράφια και ξερίζωναν την πατάτα από τη γης, στάρι δεν είχανε και ο κόσμος πέθνησκε στις γωνιές που ζητιάνευε ψωμί ή στα σοκάκια εκεί που περπατούσε ... έπεφταν και ξεψυχούσαν, όπως οι μύγες το χινόπωρο. Περνούσαν  λοιπόν κάτι μεγάλα πράσινα αυτοκίνητα και τους μάζευαν. Κατέβαιναν αποπάνω δυο υπάλληλοι της Δημαρχίας, έπιανε ο ένας το κουφάρι από τα πόδια, ο άλλος από τις μασκάλες. Το κουνούσανε μια μπρος, μια πίσω, έε - επ! να πάρουν φόρα, και το πετούσαν απάνω μαζί με τʼ άλλα. Τα κορμιά των πεθαμένων έκαναν «μπρουφ», έπεφταν αλλού χέρι, αλλού ποδάρι, μπερδεμένα μπρούμυτα κι ανάσκελα. Όμως ήταν κι ένας άλλος μέσα στο αυτοκίνητο και τα ʼβαζε με τάξη το ʼνα πάνω στʼ άλλο να μην πιάνουν πολύν τόπο, να χωρέσουν και οι άλλοι. Γιατί τα αυτοκίνητα της Δημαρχίας τα πήραν οι Γερμανοί, δεν είχε και αρκετή μπενζίνα για όσα απόμειναν να κάνουν τη γύρα τους στις γειτονιές. Γιʼ αυτό οι ζωντανοί φορτωνόντανε στη ράχη τους πεθαμένους τους και τους άφηναν έξω από τα νεκροταφεία αράδες αράδες. Όμως τα σκουπίδια δεν ήταν τρόπος να τα κουβαλήσουν, λοιπόν γινόντανε σωροί μέσα στους δρόμους, βρόμαγαν και τους έφραζαν. Οι πεινασμένοι πήγαιναν και τα σκάλιζαν, τα παιδιά στήνανε καβγά με τα σκυλιά έξω από το Γυμνάσιο, εκεί που κάθουνται Γερμανοί και πετάνε κοκάλες και φλούδια από πατάτες.

Ο Παναγής μεγάλωνε στα ψηλώματα του Ριζόκαστρου κάτω από την Ακρόπολη που είναι τα σπιτάκια της φτωχογειτονιάς. Ο πατέρας καθότανε στο στρώμα, άπλωνε το μοναδικό του πόδι και δάγκανε το μουστάκι του. Η μανούλα έδινε στον Παναγή όλα τα τριάντα δράμια το σκουπιδόψωμο.

- Θα πεθάνεις εσύ, γκρίνιαζε ο πατέρας.

Η μανούλα αδυνάτιζε κάθε μέρα, όμως χαμογελούσε τάχα πονηρά κι έλεγε:

-Μη νοιάζεσαι κι εγώ ʼμαι φαγωμένη.

Μια νύχτα ο πατέρας έφερε στο σπίτι έναν άνθρωπο. Παλληκάρι ήταν σαν και λόγου του, μόνο που αυτός ήταν θεόγερος, χέρια πόδια. Ήτανε ξανθά σαν καλαμπόκι τα μαλλιά του, είχε και μάτια γαλάζια σαν ψήφες για τον αβασκαμό. Δε μιλούσε αυτός, μόνο χαμογελούσε και κοίταζε. Ο πατέρας και η μανούλα κουβέντιαζαν πολλήν ώρα κρυφά. Ύστερα του φόρεσαν και μια παλιά φορεσιά του πατέρα, ήταν μια μπαλωμένη στολή από τα τραμ.

-Πήγαινε να χαιρετήσεις τον «μπάρμπα», είπε η μανούλα και τον έσπρωξε.

Ο Πάνος πήγε κοντά του που χαμογελούσε έτσι ήμερα. Τότες ο «μπάρμπας» έβαλε τα δάχτυλα μέσα στα μαύρα μαλλιά του Πάνου και τα χάιδευε.

Μια μέρα τα ξανθά μαλλιά του μπάρμπα έγιναν μαύρα, κατάμαυρα. Τότες φόρεσε κι ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα γυαλιά και βγαίνανε πια ταχτικά έξω με τον πατέρα. Βγαίνανε πρωί, γύριζαν σαν άρχιζε να νυχτώνει. Καμιά φορά κιόλας περνούσε η νύχτα και δε γύριζαν καθόλου στο σπίτι.

-Πού είναι ο πατέρας; ρωτούσε ο Πάνος.

-Αύριο θα ʼρθει, κοιμήσου τώρα, έλεγε η μανούλα και τόνε σκέπαζε κατακούκουλα.

Έβγαζε το κεφάλι ως τα μάτια και ρωτούσε:

-Και ο «μπάρμπας»;

-Κι αυτός αύριο θα ʼρθει. Θα σου φέρει και παστέλι.

-Τον αγαπώ εγώ τον «μπάρμπα».

-Να τον αγαπάς. Και κείνος μας αγαπά.

-Αγαπώ και το παστέλι.

Ο Πάνος έκανε πως κοιμόταν, όμως έβλεπε κρυφά τη μανούλα να σταυροκοπιέται μπροστά στο κόνισμα και να μουρμουρίζει.

-Τι κάνεις, μανούλα, και μιλάς;

-Μιλώ στην Παναγία, αγόρι μου.

-Τι λες στην Παναγία, μανούλα;

-Της λέω να ʼρθει αύριο ο πατέρας, να ʼρθει κι ο μπάρμπας. Και να σου φέρουν και το παστέλι.

-Όμως να είναι από το μεγάλο, σύσταινε ο Πάνος.

-Θα της το πω της Παναγίας να ʼναι από το μεγάλο. Κοιμήσου τώρα, αγόρι μου.

-Κοιμάμαι, μανούλα.

Σε λίγο άνοιγε τα ματάκια του.

-Μανούλα;

-Τι είναι πάλι;

-Ξέρω ʼγώ!

-Τι είναι που ξέρεις εσύ.

-Ξέρω, ο «μπάρμπας» είναι Εγγλέζος. Σʼ ακούγω εγώ που μιλάτε με τον πατέρα. Λέτε: «ο Εγγλέζος».

Πήγαινε τότε εκείνη αποπάνω του, άνοιγε μεγάλα, σοβαρά μάτια κοντά κοντά στο πρόσωπό του. Του ʼλεγε:

-Άκουσε, αγόρι. Ποτέ να μη σε ξανακούσω να το πεις αυτό, τʼ ακούς; Σε κανέναν.

Η φωνή της έτρεμε.

-Γιατί, μανούλα;

-Γιατί θα θυμώσει η Παναγία και δε θα ʼχεις πια παστέλι. Άκουσες; Σε κανέναν.

-Καλά, μανούλα.

Περνούσαν οι μέρες παγωμένες, περνούσαν οι νύχτες γεμάτες τρομάρες, ξαφνικούς κρότους και βιαστικά ποδοπατήματα στους σκοτεινούς δρόμους. Τις παραμονές τα Χριστούγεννα ο Πάνος ήρθε και της διηγήθηκε μια πολύ παράξενη ιστορία.

Δυο ανθρώποι γύριζαν στη γειτονιά και καλούσαν τα παιδάκια να μαζευτούν στο σκολειό που καθόνταν οι Γερμανοί. Θα τους μοίραζαν δώρα και ένα σωρό καλούδια. Τρέξαν τα πεινασμένα μωρά πατείς με πατώ σε. Τα έβαλαν στη σειρά και η ουρά έπιασε όλο το δρόμο και όλη την αυλή του σχολείου ως μέσα στο γυμναστήριο. Βγήκαν οι Γερμανοί και τους γλυκομιλούσαν, είχαν μαζί και κάτι Γερμανίδες παχιές με κοντά πόδια και ξέθωρα μάτια. Ήταν κι ένας με μια μηχανή και τραβούσε κορδέλα για κινηματογράφο. Οι Γερμανίδες σήκωσαν τα πιο μικρά παιδιά στην αγκαλιά τους, τα χάιδευαν και έσιαχναν τα μαλλάκια τους. Τους έδωσαν από ένα ψωμί, ένα μεγάλο ολάκερο ψωμί, γάλα του κουτιού και κονσέρβα. Τα μικρά δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν. Περνούσαν ένα ένα και φορτωνόντανε. Και ο άλλος με τη μηχανή όλο και φωτογραφούσε. Όσα παιδιά έπαιρναν, τα οδηγούσαν μέσα στο σχολείο. Εκεί ήταν ένα δέντρο των Χριστουγέννων στη μεγάλη αίθουσα. Ολάκερο ένα μικρό έλατο στημένο στη μέση. Στα κλαδιά του άναβαν κεριά χρωματιστά. Κόκκινα, πράσινα, γαλάζια. Είχε και κορδέλες και χρυσές τρέμουσες και ασημένια άστρα. Ένας προβολέας άναψε ξαφνικά και νόμιζες πως όλα έβγαζαν σπίθες. Ήταν κάτι όπως στα παραμύθια. Τα παιδάκια μαζεύτηκαν ένα γύρω, άνοιξαν τα μάτια, άνοιξαν το στόμα και θάμαζαν μαγεμένα. Είχαν ξεχάσει ακόμα και την πείνα τους. Ποτές δεν είχαν φαντασθεί κάτι τέτοιο.

Οι Γερμανοί στρατιώτες γελούσαν, παίζαν φυσαρμόνικα, τραγουδούσαν όλοι μαζί πολύ ωραία. Έβαλαν και τα παιδάκια να τραγουδήσουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Και κει πέρα πάλι ένας με τη μηχανή έπαιρνε φωτογραφίες για τον κινηματογράφο. Σαν τέλειωσε πια απέξω η μοιρασιά και μαζεύτηκαν όλα τα παιδάκια μέσα στις αίθουσες, σταμάτησε η μουσική, έσβησε ‒κρακ‒ και το δέντρο και κείνος με τη μηχανή έπαψε να γυρίζει το χερούλι και ξεβίδωσε το τριπόδι του. Έπαψαν να χαμογελούν οι στρατιώτες και οι χοντρές Γερμανίδες με τα μολυβιά ρούχα. Τότες αυτοί που κάλεσαν τα παιδιά από τους δρόμους πήγαν πάλι κοντά τους και τους είπαν:

-Τώρα θα πάτε πίσω στα σπίτια σας. Θα βγαίνετε απεδώ δυο αράδες. Στην πόρτα που θα βγαίνετε είναι δυο κάσες. Εκεί μέσα όποιο περνά θα ρίχνει αυτά που κρατά. Στη μια τις κονσέρβες, στην άλλη τα ψωμιά.

Πέρασαν τα παιδάκια, έριχναν τα πράγματα που πήρανε, έκλαιγαν κι έφευγαν. Γύριζαν πίσω το κεφάλι και ξανακοίταζαν τις δυο κάσες. Οι Γερμανοί πάλι έπιασαν και γελούσαν, γελούσαν και οι παχιές κοπέλες χτυπούσαν τα γόνατα με πολύ κέφι.

Η μανούλα άκουσε την ιστορία. Δαγκάστηκε, γέμισαν δάκρυα τα μάτια της. Ύστερα τον πήρε στην αγκαλιά, τον έσφιξε και του ʼπε:

-Άκουσε, Πάνο μου, δεν έπρεπε να πας. Άλλη φορά μην ξαναπάς κοντά τους. Όπου τους βλέπεις, να φεύγεις. Αυτοί είναι οχτροί. Είναι κακοί ανθρώποι. Ακούς;

-Καλά, μανούλα. Όμως ήταν όμορφα. Όμορφα που ήταν, μανούλα!

-Ήταν κακό αυτό που έγινε. Και η Παναγία θα ʼναι λυπημένη. Δεν πρέπει να ʼναι λυπημένη η Παναγίτσα, Πάνο μου, δεν είνʼ έτσι;

-Ναι, είπε ο Πάνος, μα δεν καταλάβαινε τίποτα.

Η μανούλα τού είπε ακόμα:

-Και μην τύχει και το πεις του πατέρα πως πήγες. Τʼ άκουσες; Θα θυμώσει μαζί σου.

-Δεν θα το πω, μανούλα.

Δεν το ʼπε.

Όμως ένα απόγεμα που είχε ήλιο ο Πάνος έπαιζε με τʼ άλλα παιδιά έξω από τα κάγκελα στο θέατρο του Διονύσου. Εκεί ήταν κι ένας παστελάς και πουλούσε παστέλι. Ο Πάνος τριγύριζε τον ταμπλά, κοίταζε το σουσάμι και τρέχαν τα σάλια του. Ένα αγόρι μονάχα πλησίασε, έβγαλε από την τσέπη κάτι λεφτά και αγόρασε ένα από κείνα τα μικρά κομμάτια. Το ʼτρωγε σιγά σιγά, για να μην τελειώσει γρήγορα, και τʼ άλλα έκαμαν έναν κύκλο γύρω του, το κοίταζαν που έγλειφε τα δάχτυλα, ξερογλείφονταν κι αυτά και κατάπιναν το σάλιο τους.

Ο Πάνος είπε με περηφάνια:

-Έχουμε κι εμείς έναν μπάρμπα στο σπίτι και μου φέρνει παστέλι. Όχι απʼ αυτά. Από τα χοντρά κομμάτια.

-Ψέματα λες, του ʼπε ο άλλος. Πού τόνε βρήκες συ τον μπάρμπα; Εγώ όμως έχω στʼ αλήθεια μπαρμπάδες. Δυο έχω. Είχα τέσσερις και σκοτώθηκαν οι άλλοι.

-Έχω κι εγώ έναν, απάντησε πεισμωμένος ο Πάνος. Μου τον έφερε ο πατέρας, αν θέλεις να ξέρεις. Και μου φέρνει κάτι τόσα δα παστέλια. Και όχι με χαρουπόμελο.

-Πώς τον λένε λοιπόν αυτόν τον μπάρμπα που έχεις;

Θυμήθηκε την καθοδήγεψη της μανούλας, συνήρθε και δαγκάστηκε.

-Δεν ξέρω, απάντησε.

Η παρέα των παιδιών έσκασε στα γέλια.

-Δεν ξέρει!

-Είδες; Είσαι ένας ψεύτης, δεν ντρέπεσαι!

Οι άλλοι τόνε προγκάρανε με μεγάλες φωνές.

Ο Πάνος αποτραβήχτηκε, έκατσε σε μια πέτρα κι έκλαιγε μοναχός του.

Τότε σηκώθηκε ένας άνθρωπος με καφετιά καμπαρντίνα που λιαζόταν και κάπνιζε εκεί κοντά στα μάρμαρα. Πήγε σιμά του και τον παρηγορούσε.

-Μην κλαις. Αυτά είναι παλιόπαιδα. Εσύ είσαι καλό παιδί. Πώς σε λένε;

-Παναγή με λεν, απάντησε στʼ αναφιλητά.

Ο άνθρωπος με την καμπαρτίνα πέταξε τʼ αποτσίγαρο, σηκώθηκε κι αγόρασε ένα παστέλι. Ένα μεγάλο κομμάτι που χρύσιζε μέσα στη λιακάδα το σουσάμι του και έκανε κόρδα το πηχτό μέλι του.

-Πάρ το, είπε του Πάνου. Εγώ σʼ αγαπώ σαν τον μπάρμπα σου.

Ο Πάνος πήρε το κομμάτι, άρχισε να το μασά λαίμαργα. Τρελαινόταν για το παστέλι ο Πάνος.

-Εγώ το πιστεύω πως έχεις μπάρμπα, είπε ο άνθρωπος με την καμπαρντίνα. Είναι καιρός που τον έχεις;

-Ου, πολλές μέρες.

-Είναι ξανθά τα μαλλιά του, δεν είναι;

-Μπα! Τώρα πια είναι μαύρα. Μαύρα, μαύρα, να, σαν τα δικά μου.

-Καλά έκανες και δεν τους είπες πώς τον λένε, είπε ο άνθρωπος με την καμπαρντίνα.

-Βέβαια, λέει ο Πάνος. Η μανούλα μου ʼπε να μην το πω σε κανένα. Θα θυμώσει η Παναγία μας και δε θα μου στείλει πια παστέλι με τον μπάρμπα μου.

Την ίδια βραδιά, σαν νύχτωσε, χτύπησαν οι Γερμανοί την πόρτα. Μόλις είχε γυρίσει ο πατέρας με τον «μπάρμπα». Η μανούλα είχε στρώσει το τραπέζι κι έτρωγαν.

Οι Γερμανοί μπήκαν με τα όπλα σηκωμένα. Φώναζαν άγρια και χτυπούσαν χάμω τις λασπωμένες μπότες. Ο μπάρμπας έβγαλε πιστόλι, του στραμπούληξαν το χέρι και το πήρανε. Τόνε χτύπησαν στο κεφάλι κι έτρεχε αίμα από τη μύτη του.

Η μανούλα αγκάλιασε τον πατέρα, ξεφώνιζε να μην τον πάρουν. Την έσπρωξαν, έδωσαν μια γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα κι ο πατέρας σωριάστηκε χάμου και δεν μπορούσε να σηκωθεί χωρίς τα δεκανίκια.

Τους δέσανε και τους τρεις, τους πήραν μαζί τους μέσα στη νύχτα κι όλα τα παράθυρα κι οι πόρτες της γειτονιάς ήταν αμπαρωμένες. Ο Πάνος έτρεμε, έτρεμε ζαρωμένος πίσω από την παλιά ντουλάπα. Χτυπούσαν τα δοντάκια του, είχε κερώσει και δεν μπορούσε να φωνάξει από την τρομάρα.

-Το παιδί μου! Γειτόνισσες, το παιδί μου! ξεφώνιζε η μανούλα όπως την ξέσερναν στους δρόμους.

Τα φώτα ήτανε σβησμένα, το σκοτάδι ήταν πηχτό και κρύο. Τα παράθυρα και οι πόρτες άκουγαν αμπαρωμένες τα ξεφωνητά και τις μπότες που χτυπούσαν στο σοκάκι και ξεμάκραιναν.

Ύστερα βούιξε η μηχανή από ένα αυτοκίνητο που ξεκίνησε κι έφυγε.

 

(Αντιγραφή - επιμέλεια κειμένου: Βασίλειος Α. Γεώργας, φιλόλογος - συγγραφέας)

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις