|

Βρεχ' ακόμα...;

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Γράφει ο Μιχάλης  Στ. Λημναίος

ΒΡΕΧ’ ΑΚΟΜΑ…;

Μπερεκέτια φέτος με τις βροχές στον τόπο μας.

Ευχάριστη ήταν η έκπληξη όλων μας που είδαμε, νωρίς ακόμα στο φθινόπωρο, ν’ ανοίγουν οι ουρανοί και να τρέχει μπόλικο στη γη το ευλογημένο βρόχινο νεράκι.

Βλέπεις, συνηθισμένοι είμασταν στα τελευταία χρόνια με τις αναβροχιές. Μέχρι που νομίζαμε πως άλλαξε συνήθειες ο Μεγαλοδύναμος. Και σταμάτησε να μας σκέφτεται. Αλλά κάναμε λάθος. Κι ότι δεν μας έστειλε τα χρόνια τα προηγούμενα, το ’ριξε μαζεμένο τη φετινή χρονιά.

Ανάσαναν τα καημένα τα λιόδεντρα, που, διψασμένα από καιρό, ρουφήξαν λαίμαργα τους ζωογόνους χυμούς της μάνας γης. Άσχετα, που, κουρασμένα όπως ήταν χρόνια τώρα, δεν είχαν και πολύ καρπό πάνω τους να προσφέρουν…

Πρασινίσαν τα λιβάδια νωρίς νωρίς, γεμάτα με δροσερό τσιμένι, ευλογημένη τροφή για τα χιλιάδες τα αιγοπρόβατα του νησιού. Ανάσα μεγάλη για τις τσέπες των κτηνοτρόφων μας, που ήταν αναγκασμένοι να ταΐζουν με ακριβές ζωοτροφές.

Κι ακόμα ένα καλό της μπόλικης βροχής θα μπορούσε να δει κανένας. Που, και με τη βοήθεια του κατάλληλου καιρού, κάμποσα μανιτάρια ξεπρόβαλαν στους πευκώνες του νησιού. Χαρά μεγάλη όσων ασχολούνται μαζί τους. Και για τη συλλογή τους, μα περισσότερο, για την ιδιαίτερη, πρωτόγονη και μυστηριακή αίσθηση που αφήνει η γεύση τους.

Καλή λοιπόν, μπόλικη και ζωοδότρα η βροχή στην αρχή της βροχομετρικής περιόδου. Αλλά ακόμη πιο καλή η συνέχεια στις βροχοπτώσεις. Σε βαθμό μάλιστα που το ύψος της πολλά χρόνια είχε να ανέβει τόσο ψηλά. Κι ακόμα έχουμε μήνες μπροστά μας. Για να γεμίσουν οι υπόγειοι ταμιευτήρες, τα πηγάδια και τα γκιόλια. Να δουλεύουν με άνεση οι γεωτρήσεις το καλοκαίρι. Για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών. Μα και για τα ζωντανά και τις καλλιέργειες.

Μόνο που τον τελευταίο τον καιρό η υγρασία στην ατμόσφαιρα δεν λέγει να πέσει. Βρέχει συνέχεια… Για να δυσανασχετήσουν μερικοί μερικοί από εμάς. Δε βρέχει, θα κάνουμε παράπονα για την ανομβρία… Βρέχει κάμποσο, θα πούμε αμάν πια τόσο νερό… Δυστυχώς, τέτοιος είναι ο άνθρωπος! Με τίποτα δε φχαριστιέται…

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μια παλιά ιστορία μου ’ρθε στο μυαλό.

Ήταν, λέει, πολλές δεκαετίες πριν. Από τη Σάμο ξεκίνησε το καΐκι, φορτωμένο με σαμιώτικο κρεμμύδι. Με προορισμό τη Μυτιλήνη. Γνώριζε ο καπετάνιος, που ήταν κι ο καραβοκύρης, ο ιδιοκτήτης του καραβιού, πως εδώ θα το μοσχοπουλούσε με ευκολία το εμπόρευμά του. Μεγάλο το νησί, κόσμο πολύ είχε, και το κρεμμύδι, μόνο σε μια περιοχή, στον κάμπο του Λισβοριού είχε ακουστά, κάπως παραπάνω το καλλιεργούσαν. Και το μαξούλι της ελιάς μεγάλο τη χρονιά εκείνη. Ο κόσμος ξόδευε κάμποσο κρεμμύδι. Συνοδευτικό στα όσπρια, που έβραζαν στο γραγούδι για το μεσημεριανό φαγητό στο λιομάζωμα, μαζί με μαύρες, παστωμένες ελιές και ρέγκα.

Κι ως το καΐκι έφτασε κι έδεσε στο λιμάνι της Μυτιλήνης, μία γερή βροχή ξέσπασε. Σε συνέχεια του ψιλόβροχου, που συνόδευε το ιστιοφόρο σκαρί ώρες πριν, από τότε που περνούσε δίπλα στη Χιό.

Τα χρόνια κείνα, πρακτορεία που θα αναλάμβαναν δουλειές της διάθεσης του εμπορεύματος δεν υπήρχαν στην πόλη. Και με τέτοια δεδομένα στις εμπορευματικές συναλλαγές ο καπετάνιος ήταν που θάπρεπε να μεριμνήσει . Να βρει τους εμπόρους, να συμφωνήσει μαζί τους, να κανονίσει την εκφόρτωση και την μεταφορά, όλα στη δική του ευθύνη.

Μόνο που για να γίνουν όλα τούτα, προϋπόθεση ήταν ο καλός καιρός. Χωρίς βροχές. Στη Μυτιλήνη όμως, τόφερε η τύχη η κακή για τον καραβοκύρη, να βρέχει συνέχεια. Μια μέρα, δυο μέρες, μια βδομάδα. Υπομονή έκανε ο καπετάνιος και το τσούρμο του. Κόντευε μήνας κι η βροχή, βροχή. Λίγο σταμάταγε και ξανάρχιζε. Καλή ώρα σαν και τα τώρα.

Και τα κρεμμύδια, στρυμωγμένα στα κλειστά τ’ αμπάρια του καϊκιού, χωρίς αέρα ν’ ανασάνουν, δεν μπορούν να περιμένουν και πολύ. Μέχρι που «άναψαν», σάπισαν, κι ήταν όλα για πέταμα. Μεγάλη η ζημιά. Κι οι προμηθευτές παραγωγοί στη Σάμο, φτωχοί βιοπαλαιστές κι αυτοί, να περιμένουν τα λεφτά τους.

Για ν’ ανταποκριθεί ο κακομοίρης καπετάνιος και καραβοκύρης, για νάναι εντάξει με τους συμπατριώτες του, άλλο τρόπο δεν είχε. Πούλησε κοψοχρονιά το εργαλείο της δουλειάς του, το καΐκι. Και μιας δεν ήξερε να κάνει τίποτα άλλο, μπαρκάρισε ναύτης σε εμπορικό.

Στο χρόνο απάνω το βαπόρι του βρέθηκε στον Πειραιά. Με δεμένο δίπλα του ένα άλλο εμπορικό. Και με τα διακριτικά του λιμεναρχείου Μυτιλήνης γραμμένα στα πλευρά του.

Ευκαιρία να μάθει, σκέφτηκε ο φίλος μας. Με την ευκολία νεαρού ναυτικού, σκαρφάλωσε στο σκαρί. Δύο άτομα απ’ το πλήρωμα που κάπνιζαν αμέριμνα στο κατάστρωμα, άκουσαν τον απρόσκλητο επισκέπτη να τους λέγει σε γλώσσα ίδια κι απαράλλαχτη, στο ιδίωμα και στο ηχόχρωμα, με τη δική τους:

«Γειά σας ρε πιδιά! Μυτιληνιοί είσαστι;»

Και χωρίς να περιμένει απάντηση από τους έκπληκτους ναυτικούς, συνέχισε:

«Δε μ’ λέγ’τι, βρέχ’ ακόμα έφτου;…»

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Μιχάλης Λημναίος
Μιχάλης Στ. Λημναίος

Γεννήθηκε στην Αγία Παρασκευή Λέσβου. Αποφοίτησε από τη Σχολή Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Εργάστηκε  στον ιδιωτικό τομέα, σε βιομηχανίες, όπως και στην εκτέλεση έργων.Συνταξιοδοτήθηκε όταν εργαζόταν στον ΟΤΕ, που στα τελευταία χρόνια είχε τη θέση του Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Οργανισμού στον Νομό Λέσβου.

Υπηρέτησε την τοπική Αυτοδιοίκηση για οκτώ χρόνια.Φανατικός θιασώτης της παράδοσης της πατρίδας του, συμμετείχε, θεσμικά ή εξωθεσμικά, σε πολιτιστικούς και λαογραφικούς συλλόγους.Είναι παντρεμένος με τη δασκάλα  Γαρυφαλάνθη (Ανθή) Κομνηνάκα και έχουν δύο δίδυμους γιούς. 

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις