Όταν τα Χριστούγεννα ξεχρεώνουν τη ζωή: μια Αϊβαλιώτικη ιστορία ανθρωπιάς στη Λέσβο
ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Γράφει ο Μιχάλης Στ. Λημναίος
Παραμονή των Χριστουγέννων του 1939. Στο όμορφο, νοικοκυρεμένο χωριό της Λέσβου, την Αγία Παρασκευή.
Ανάριο έπεφτε το χιόνι εδώ και κάμποση ώρα, κι οι δρόμοι, οι χωματένιοι, αλλά κι οι άλλοι με τους ντουσιμέδες, αυτούς με τις γυαλισμένες και στρογγυλεμένες, από τα πέταλα των χοντρών ζωντανών, πέτρες, ούτε που το καταλάβαιναν. Βλέπεις, δεν έλεγαν να στεγνώσουν απ’ τις βροχές των προηγούμενων ημερών, συνέχιζαν νάναι ουγροί ακόμα… Μόνο στα κεραμίδια και στις κορφάδες, τις κεφαλόπετρες δηλαδή, αυτές που ’ταν η στέψη των μαντρότοιχων των πέτρινων σπιτιών, φαινόταν μια ιδέα από στρωμένο χιόνι. Όσο για τα γυμνά κλαδιά στις λίγες μυγδαλιές και ροδιές, εκείνες που ξεπρόβαλαν απ’ τις μεγάλες αυλές των αρχοντόσπιτων, ίσα που ξεχώριζε πάνω τους το λευκό χειμωνιάτικο χνούδι.
Αλλά την τιμητική τους τέτοιες μέρες την είχαν τ’ αναμμένα τζάκια. Κόντευε να σκοτεινιάσει η μέρα, κι όσοι τύχαινε να λείπουν στα λιοχώραφά τους είχαν επιστρέψει. Ξεφόρτωσαν τον λιόκαρπο στις «μπατές» του λιοτριβιού ή και των σπιτιών τους, τακτοποίησαν τα ζα τους στα ντάμια, γεμίζοντας με άχυρο και «γέμι» τα «παχνιά» τους, και μαζεύτηκαν στα σπίτια τους. Για τούτο, παντού στο χωριό τέτοια ώρα, στραφτάλιζαν τα αναμμένα τζάκια, ανεβάζοντας απ’ τις καμινάδες τους μπόλικο τον ασπρόμαυρο καπνό, και γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με εκείνη την γνώριμη, αλλά και ευχάριστη θα λέγαμε, μυρουδιά, από τα καμένα χοντρά λιόκλαδα και τα πρινόξυλα.
Στους δρόμους αραιή η κίνηση. Που και που κάποιος πιτσιρικάς, αργοπορημένος απ’ το παιχνίδι σε κάποιον μακρινό μαχαλά, γυρνούσε στο ζεστό το σπίτι του, με μια «φούσκα» στο χέρι. Τις πιο πολλές φορές όχι από αυτά τα πολύχρωμα μπαλόνια των Χριστουγέννων, που μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους στα μπακάλικα του χωριού, αλλά από τις άλλες, αυτές που χρησιμοποιούνταν αιώνες τώρα, και τις χάριζε ανέξοδα, μαζί με όλα τα καλά του, το νιοσφαγμένο γουρούνι: Την ουροδόχο κύστη του, που μ’ ένα μικρό καλαμάκι δεμένο στον ανοιχτό πόρο της, μπορούσε να φουσκώνει με το φύσημα του μικρού ή να ξεφουσκώνει σφυρίζοντας.
Μια άλλη νότα στους δρόμους τέτοιες μέρες, ήταν αυτοί οι περιστασιακοί «έμποροι», που φωνάζοντας «προβιές αγοραααάζωωω», έπαιρναν απ’ τους νοικοκυραίους, με κάποια τιμή βέβαια, τα μαλλιαρά τομάρια από τα χρονιάρικα αρνιά, τους «μπισλεμέδες», που θυσιάστηκαν κι αυτά στο βωμό της χριστουγεννιάτικης και αγιοβασιλιάτικης καλοπέρασης των αφεντικών τους. Για να τα μεταπουλήσουν αργότερα σε βιοτεχνίες ή και εργοστάσια βυρσοδεψίας, και να κερδίσουν πέντε δραχμές.
Στο σπίτι τώρα, οι νοικοκυρές σταματημό δεν έχουν στις κουζίνες τους. Δεν είναι που πρέπει να τελειώνουν με τη χριστουγεννιάτικη «πλατσέντα», αυτό το χορταστικό γλυκό, με τα ψημένα στο φούρνο, τσαλακωμένα σε «πλισέ», φύλλα ζυμαριού, τα σιροπιασμένα και πασπαλισμένα με τριμμένο καρύδι και κανέλα ή περιχυμένα με μπόλικο πετιμέζι από τα ολόγλυκα σύκα του κάμπου. Είναι πιο πολύ, που θα πρέπει να ετοιμάσουν τα φαγητά για την άλλη μέρα, τη χρονιάρα μέρα των Χριστουγέννων. Γιατί από νωρίς, πολύ νωρίς το πρωί θα είναι στην εκκλησιά για τον όρθρο και την χριστουγεννιάτικη θεία λειτουργία. Που στα φαγητά της μέρας αυτηνής, τα παραδοσιακά, είναι το χοιρινό, μαγειρεμένο με σέλινο. Και το άλλο, αποκλειστικά για τη μέρα τούτη, οι «αματιές» κατσαρόλας. Μία πατροπαράδοτη συνταγή, με γεμιστό το παχύ έντερο του γουρουνιού, με ρύζι, μυρωδικά διάφορα και, απαραίτητα, ξύσμα πορτοκαλιού.
Στους καφενέδες της αγοράς πάλι, από ώρα πολλή πριν, πήραν φωτιά οι γκαζόλαμπες. Και που μαζί με την ξυλόσομπα, την αναμμένη καταμεσής στο κάθε μαγαζί, δημιουργούσαν μία μυστηριακή ατμόσφαιρα στους λιγοστούς πελάτες, που κουτσόπιναν τα ρακιά τους.
Αυτά γίνονταν στο χωριό που λέμε, όταν ένα αυτοκίνητο έφτασε απ’ την πρωτεύουσα, τη Μυτιλήνη, και σταμάτησε στο κέντρο του χωριού, στο τρίστρατο. Ο μεσόκοπος, καλοστεκούμενος και καλοντυμένος άντρας, βγαίνοντας απ’ το ταξί, πρώτα τράβηξε στο γειτονικό το χάνι, και γύρεψε να του κρατήσουν ένα δωμάτιο για το βράδυ. Στο κατόπι, δίχως καιρό να χάσει, σίμωσε κι άνοιξε την πόρτα στην «Αλάμπρα», το κοντινό καφενείο.
«Καλησπέρα πατριώτες, Καλά Χριστούγεννα!»
«Καλώς του παλ’κάρ’. Έλα κάτσι … Ξένους φαίνισι… Απού πού έρχισι;» μίλησε ο πιο γέρος απ’ τους θαμώνες, με τους άλλους τρεις και μαζί τον καφετζή, να κοιτάζουν περίεργα τον νιοφερμένο.
«Από Μυτιλήνη έρχομαι… Τον Μιχάλη τον Αϊβαλιώτη γυρεύω…»
«Α, ντου Μ’χάλ’ … Σ’χουρέστσι ι καγμένους, έχ’ δεν έχ’ κουντά τρίγια χρόνια τώρα… Δε τούξιρις;… Α, να, ι μιγάλους ι γιός τ’ κάν’ του τσουρακέλ’ πότι πότι, σντου καρσ’νό ντου καφινέ… Ρε Στρατήγ’ πάνι φώναξι του μουρό απί καρσί…» παρακάλεσε τον νεαρό βοηθό του καφετζή.
Ο μικρός Νικόλας φάνηκε σε λίγο στην πόρτα του καφενέ, κοιτάζοντας με περιέργεια τους θαμώνες.
«Α, έλα ρε Ν’κουλέλ’. Πάνι ντου άθριπου να τ’ δείξ’ του σπίτ’ σας…»
«Ποιό, του θ’κό μας του σπιτ’;…».
«Ναι, εσάς ψάχνω… Γιός του Μιχάλη δεν είσαι;»
«Έλα ώ θείου, έλα να σι πάγου…»
«Και του χρόνου πατριώτες, φχαριστώ πολύ…», χαιρέτισε τον κόσμο του καφενείου ο ξένος.
Μπροστά ο Νικόλας, πίσω ο καλοντυμένος κύριος, που με το φως του φεγγαριού να ευκολύνει κάπως τα βήματά τους στους κακοτράχαλους δρόμους, έφτασαν στο μικρό σπίτι, στην άκρη της ακριανής συνοικίας του χωριού, τον «Κούμασο».
Με το που άνοιξε η μικρή, ξύλινη, εξώπορτα, ένιωσαν κιόλας στα ρουθούνια τους, έντονη τη θεσπέσια ευωδιά απ’ τα ανθισμένα ασπροκίτρινα «κατμέρια». Αυτά τα χειμωνιάτικα ζουμπούλια, που ήταν φυτρωμένα στα παρτέρια της αυλής, και, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, παραγκώνιζαν απ’ τον χειμωνιάτικο, παγωμένο αγέρα, τη μυρωδιά του καπνού των καυσόξυλων των τζακιών.
Μικρή η αυλή, με ακόμα μια πιο μικρή «σάγια» στην αριστερή της άκρη. Όπου φυλάγονταν τα ξύλα του τζακιού, για να βγάλει το χειμώνα η φτωχή οικογένεια. Ένας μικρός διάδρομος, στρωμένος με ακανόνιστες πετρόπλακες, οδηγούσε στην εξώπορτα του σπιτιού. Με δύο χτιστά παρτέρια στις δύο πλευρές του. Που τα καλοκαίρια, όταν οι βολβοί απ’ τα «κατμέρια» είναι κρυμμένοι στο χώμα, τούτα είναι γεμάτα με πολύχρωμα νυχτολούλουδα. Στα υπόλοιπα, λίγα τετραγωνικά μέτρα της αυλής, κυριαρχούσαν οι τσίγκινες γλάστρες, καμωμένες με βαμμένους γκαζοτενεκέδες. Μόνο που τώρα, εκτός από δυο με ανθισμένους χειμωνανθούς, οι υπόλοιπες όλες, με τους πράσινους ή γκρίζους βλαστούς τους, προσπαθούσαν να αντέξουν στα χειμωνιάτικα κρύα, ίσαμε την ερχόμενη άνοιξη.
Πετρόχτιστο, μονόροφο το σπίτι, με δίριχτη κεραμοσκεπή. Μια κάμαρη όλη κι όλη, ευτυχώς κάπως ευρύχωρη, χωρούσε μέσα της όλη την τετραμελή οικογένεια.
Αναμμένο το τζάκι στον πίσω ασβεστωμένο τοίχο της κάμαρης, έκανε και χρέη μαγειρικής κουζίνας, με δυο σιδερένιες πυροστιές, κρεμασμένες στη μία πλευρά του. Η μια μεγάλη, για το ζέσταμα του νερού στη μικρή «μπακύρα» κι η άλλη, η μικρότερη, για το τσουκάλι. Ένας στρογγυλός ξύλινος «σοφράς», καλυμμένος με κόκκινο, της κρεββατής, υφαντό τραπεζομάντηλο, με τέσσερα χαμηλά σκαμνάκια γύρω του, χρησίμευε για το φαγητό της οικογένειας. Το σιδερένιο, μονό και στρωμένο κρεβάτι, κολλητό στο ανατολικό τοίχο, για τη μάνα του σπιτιού, είχε δίπλα του τη ξύλινη, δίφυλλη ντουλάπα. Που με τα δυο της εσωτερικά συρτάρια, χωρούσε όλο τον ρουχισμό της οικογένειας, χειμωνιάτικο και καλοκαιρινό. Στον απέναντι τον τοίχο μια μεγαλούτσικη κασέλα κι ένα φτηνιάρικο μπαούλο, έκρυβαν μέσα τους όλα εκείνα, ακόμα κι σ’ ένα φτωχόσπιτο, χρειαζούμενα. Και παραδίπλα, μια και μοναδική ψάθινη καρέκλα.
Ένα «φανάρι», κρεμασμένο στον τοίχο, δίπλα στο τζάκι, για την φύλαξη ότι φαγώσιμων υπήρχαν στο σπίτι, που έπρεπε νάναι μακρυά από έντομα, και ένα μεγαλούτσικο, εντοιχισμένο ντουλάπι για τα χρειώδη της κουζίνας, πιατικά, κουταλοπίρουνα, δύο τρία μαχαίρια, κατσαρολικά και τα τέτοια, συμπλήρωναν την επίπλωση της κάμαρης.
Πετσωμένο με πευκίτικα σανίδια το πάτωμα και στρωμένο, απ’ άκρη σ’ άκρη με ζεστές κουρελούδες, στο σημείο τούτο υπερτερούσε από άλλα φτωχόσπιτα, που είχαν καλυμμένο το χωματένιο τους δάπεδο με ψάθινα «χαλιά»… Το ξυλοτάβανο της κάμαρης, καμωμένο με περίσσια μαστοριά, δεν επέτρεπε με τίποτα τον παγωμένο αγέρα να τρυπώσει στο σπίτι. Αν και τη νύχτα, πότε πότε, μπορούσε ν’ ακούσει κάποιος να «χαρχαλεύει» μέσα του κανένας ποντικός.
Δύο τρεις λιθογραφίες, σε λιτές κορνίζες, με θέματα από το Αϊβαλί της Μικρασίας, και μία καλλιτεχνική φωτογραφία με το αντρόγυνο του σπιτιού, από φωτογραφείο της Αθήνας, στόλιζαν τους γυμνούς τοίχους του φτωχικού δωματίου.
Μία πορτούλα στον, απέναντι από την είσοδο, τοίχο, οδηγούσε στην πίσω αυλή του σπιτιού. Μικρή και τούτη, που ίσα ίσα χωρούσε ένα μικρό αποχωρητήριο, για τις ανάγκες της οικογένειας, ένα υπαίθριο νεροχύτη για το πλύσιμο των πιάτων, που αποχέτευε στο διπλανό χωράφι, και δίπλα του ένα επιτοίχιο, πήλινο βρυσάκι, για νίψιμο χεριών και προσώπων, κρεμασμένο στον εξωτερικό τοίχο. Ευτυχώς να λέμε που νεροχύτης και βρυσάκι, καλύπτονταν και τα δύο με μια τέντα λαμαρινένια, για προστασία απ’ τη βροχή… Δύο κουβάδες για την μεταφορά νερού λάτρας από το κοντινό πηγάδι κι ένα λαγήνι για το πόσιμο νερό, που γέμιζε από την κοινοτική βρύση της γειτονιάς, στέκονταν κάτω απ’ το νεροχύτη. Στην άλλη την άκρη της αυλής, ένα μικρό κοτέτσι, με δύο τρεις κότες μέσα, φανέρωνε και τούτο, πως το μικρό αυτό σπίτι, με τίποτα δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τα μεγάλα διώροφα σπίτια των περισσότερων οικογενειών του χωριού, με τις μεγάλες αυλές, τις αποθήκες και τα άλλα υποστατικά.
Με το άνοιγμα της πόρτας, κι ότι έκανε να μπει στο φτωχόσπιτο ο ξένος, ακολουθώντας τον Νικόλα, μία γλυκιά ζέστη τύλιξε το πρόσωπό του. Κι ένας σπιτίσιος αέρας, γεμάτος με το άρωμα από το μπουκέτο με τα κατμέρια, στο μεγάλο πήλινο μανταμαδιώτικο βάζο, τοποθετημένο στον επιτοίχιο λυχνοστάτη, ανακατεμένο με τη μυρωδιά από βρασμένο φασκόμηλο μαζί μ’ ένα ματσάκι φλισκούνι, γέμισαν τα ρουθούνια του με γνώριμες, γλυκιές, μυρωδάτες αναμνήσεις από τα χρόνια τα παιδικά του.
«Καλησπέρα κυρά! Δέσποινα, μούπε ο μικρός πως είναι τόνομα σου…», χαιρέτησε την γυναίκα του σπιτιού, βγάζοντας το καπέλο του. Μια καλοστεκούμενη, μαυροφορεμένη γυναίκα, γύρω στα σαράντα χρόνια της, που γάζωνε ένα παιδικό πουκαμισάκι, στη χειροκίνητη ραπτομηχανή Singer, τοποθετημένη σ’ ένα χαμηλό τραπέζι. Απασχόληση όχι και τόσο εύκολη νυχτιάτικα, με λιγοστό το φως στην κάμαρη. Ένα φως, που ήταν μια σύνθεση από την αναλαμπή του αναμμένου τζακιού, το τρεμάμενο φως του καντηλιού, που άναβε ψηλά στο γωνιακό εικονοστάσι και το φως από ένα λαδολύχναρο, κρεμασμένου στο καρφί του τοίχου, πάνω από το τζάκι. Καθόταν σ’ ένα από τα σκαμνάκια κι αμέσως σηκώθηκε, να καλωσορίσει τον απρόσμενο επισκέπτη, με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
«Καλώς τον! Κόπιασε αφέντη, έλα να κάτσεις…» είπε, και τούδειξε την μοναδική καρέκλα του σπιτιού. «Αλλά δεν καταλαβαίνω, ποιός καλός άνεμος;…»
«Ησύχασε κυρά Δέσποινα… Θα σου πω… Θα καταλάβεις… Αϊβαλιώτης είμαι και του λόγου μου…»
Αυτό το «Αϊβαλιώτης» ηρέμησε κάπως την γυναίκα του σπιτιού.
«Τάσος είναι το δικό μου όνομα. Αναστάσης Χαραλαμπέλης. Το σπίτι μου το πατρικό, στη γειτονιά του Άη Γιώργη ήταν, στο Αϊβαλί. Εκεί πέρα ζούσα ίσαμε το δέκα οχτώ».
«Μα στον Άγιο Γιώργη και το σπίτι του συχωρεμένου του άντρα μου ήταν…»
«Γι αυτό σου λέω, θα δεις… Μόνο πες μου πρώτα λίγα πράγματα για σας…»
«Θα με αφήκεις να σου βάλω ένα φασκόμηλο πρωτύτερα; Κουρασμένος θάσαι… Εμείς νηστεύουμε ακόμα, κι άλλο φαΐ να σε φιλέψω δεν έχω…», δικαιολογήθηκε η φτωχή κυρά Δέσποινα. Γιατί τα πλούσια φαγιά που λέγαμε παραπάνω, με τα γουρούνια και τα αρνιά, με τα γλυκά κι όλα τα καλά, δεν ήταν για όλο τον κόσμο του χωριού. Υπήρχαν και οικογένειες φτωχές. Κι οι πιο πολλές από αυτές νάναι προσφυγικές, ανθρώποι μεροκαματιάρηδες, που με τα λιγοστά μεροκάματα και την έλλειψη γης και ζωντανών, ψευτοζούσαν.
«Ναι, σε ευχαριστώ … Τη μύτη μου έσπασε, απ’ την ώρα που μπήκα στο σπίτι τούτο, η μυρουδιά του φασκόμηλου…»
Γέμισε ένα μεγάλο φλυτζάνι με αχνιστό φασκόμηλο προσθέτοντας και κάμποση ζάχαρη, έβαλε σ’ ένα πήλινο πιάτο μια χούφτα μαύρες, παστωμένες ελιές κι ένα κομμάτι, καλής ώρας, φρέσκο, χωριάτικο ψωμί και κάλεσε τον μουσαφίρη να κάτσει στον σοφρά.
Σέρβιρε φασκόμηλο για την ίδια και τα παιδιά της. Τα παιδιά, που μιλιά δεν έβγαλαν από την ώρα που ήρθε ο ξένος στο σπίτι τους. Και άρχισε:
«Τι να πούμε για μας κυρ Τάσο!… Δυόμιση χρόνια πάνε τώρα που χάσαμε τον νοικοκύρη μας, τον Μιχάλη, τον άντρα μου… Είκοσι χρόνια πέρασαν, από την μέρα κείνη, τότε που έφυγε σκαστός από την μονάδα του στη Σμύρνη, στρατιώτης του Ελληνικού Στρατού, ήρθε στο Αϊβαλί και μ’ αρραβωνιάστηκε… Και σαν φύγαμε απ’ τα μέρη μας κι ήρταμε διωγμένοι και κατατρεγμένοι εδώ, στη Μυτιλήνη, καιρός πέρασε ίσαμε να με βρει και να παντρευτούμε. Στο χωριό τούτο καταλήξαμε, που είχε μπόλικες δουλειές, αγροτικές. Δύσκολα τα χρόνια στην αρχή. Οι ντόπιοι δεν μας έβλεπαν με καλό μάτι… Τουρκομερίτες μας ανέβαζαν, συμμαζώματα μας κατέβαζαν…»
Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και συνέχισε:
«Αλλά καλός εργάτης ήταν ο Μιχάλης μου και γνώριζε πολλά από αγροτικά… Θα ξέρεις δα, που είχαν σαράντα στρέμματα μπαχτσέ στ’ Αϊβαλί.»
«Αφού σούπα, γειτόνοι είμασταν. Ξέρω, πώς δε ξέρω…»
«Κι έτσι σιγά σιγά ορθοποδήσαμε… Κάναμε και τα παιδιά. Ο Νίκος ο μεγάλος, τον γνώρισες κιόλας… Κούτσα κούτσα το τέλειωσε το σχολειό… Νάναι καλά το παλληκάρι μου. Βοηθάει όσο μπορεί στο σπίτι. Τα ξύλα για το τζάκι αυτός να μου τα φέρει. Να μαζέψει χόρτα για βράσιμο απ’ το χωράφι μας στον κάμπο, στο «Καντρί». Αυτό που μας έδωσε το κράτος, τ’ «ανταλλάξιμα» που λένε. Να μου φέρει ελιές, μαζεμένες στο «μπασάκι», να παστώσουμε. Ακόμα και το αλάτι μας απ’ την Αλυκή θα κονομήσει. Κι ότι άλλο μπορεί να κάνει το καημένο.
Ο δεύτερος γιός, ο Σταύρος μας. Τι να σου πω!… Παιδί πράμα ακόμα, να δεις πως πιάνουν τα χέρια του! Να χαλάσει κάτι τις στο σπίτι, δεν θα το πιστέψεις, θα τρέξει να το σιάξει. Και το καταφέρνει τις πιο πολλές φορές… Νάναι καλά κι αυτός. Τελειώνει φέτος το σχολειό. Και τα παίρνει τα γράμματα. Προχτές, που κάναν παύσεις στα μαθήματα, για τις γιορτές, πήρε δανεικό απ’ τον δάσκαλο ένα βιβλίο. Δε σταματά να το διαβάζει. «Τα λόγια της πλώρης» το λένε, κάποιος Καρκαβίτσας τόγραψε. Μόνο που έχασε μια χρονιά, αρρώστησε το καημένο μου με «θέρμες», να δεις πως αλλιώς λέγεται η αρρώστια, ελονοσία νομίζω… Κοντέψαμε να το χάσουμε… Ο Ταξιάρχης το γλύτωσε… Δε σούπα, στη γειτονιά του Ταξιάρχη, στο Αϊβαλί μεγάλωσα εγώ… Κι ο μικρός εκεί, ο γλυκούλης μου, είναι ο Βασιλάκης, το στερνοπαίδι μας. Φέτος άρχισε κι αυτός το σχολείο. Γερά να είναι τα παιδιά μου κυρ Τάσο!».
«Όλου του κόσμου τα παιδιά, κυρά Δέσποινα! Και σύ; Πέ μου για σένα».
«Για μένα… Τι να πω για μένα κυρ Τάσο; Ίσαμε που ζούσε ο κύρης μας, όλα καλά και άγια… Μπορεί να τ’ άρεσε λίγο παραπάνω το ρακί, αλλά παράπονο δεν έχω… Με τα λίγα τα σπαρτά μας στο χωράφι, με τα καλοκαιρινά μποστανικά μας και τα μεροκάματα του Μιχαλιού μου, όχι ότι γινήκαμε πλούσιοι, μα τίποτα δε μας έλειπε. Και σε πιο μεγάλο σπίτι μέναμε, δυο κάμαρες είχε, και όλα όμορφα και καλά. Τώρα, άσε… Τούτη η ραπτομηχανή που βλέπεις, νάναι συχωρεμένος που μου την πήρε, πέντε δεκάρες μου τις δίνει. Νάναι καλά οι γειτόνισσες, αλλά κι από άλλους μαχαλάδες, οι πολλές κυράδες σε μένα έρχονται να τους διαβάζω και να γράφω τα γράμματά τους από τις ξενιτειές. Αγράμματες οι πιο πολλές. Εγώ να ξέρεις, τέλειωσα το Ελληνικό σχολειό στο Αϊβαλί. Αφού σαν ήρταμε στην Μυτιλήνη με τ’ αδέρφια μου και τη γιαγιά μου, γύρεψαν να με πάρουν δασκάλα στα Πάφλα. Πού ν’ αφήσει όμως η γιαγιά μου, με τα παλιά της τα μυαλά; Σιγά μη πας δίπλα στο δάσκαλο, τον Κρητίκαρο, με τις μουστάκες! Να το βγάλεις απ’ το μυαλό σου, μου ’πε… Και για τον κόπο μου, από την βοήθειά μου στην αλληλογραφία άλλη μια δραχμή, άλλη λίγα φαγώσιμα, θα μου τα δώσουν.
Κάνω και την πλύστρα καμμιά φορά σε κάποιο αρχοντόσπιτο. Εδώ είναι πιο καλά τα πράματα, αλλά τέτοιες δουλειές δε τις βρίσκεις κάθε μέρα. Κι όπως καταλαβαίνεις, κυρ Τάσο, για να ζήσουμε σαν ανθρώποι, σαν όλο τον κόσμο που λένε, τούτα τα ελάχιστα που βγάζω, δε φτάνουν με τίποτα… Αυτά είναι τα λίγα τα δικά μας… Έλα, για πες μας και τα δικά σου τώρα. Φαίνεσαι να τον έχεις τον τρόπο σου. Να σου βάλω λίγο φασκόμηλο ακόμα; Σου άρεσε;»
«Ναι, πολύ! Αλλά πιότερο μου άρεσαν οι ελιές σας. Τέτοιες ελιές, που είχαμε και στα δικά μας τα μέρη, αδραμυττιανές, δε τις βρίσκω στην Αθήνα. Γιατί στην Αθήνα μένω, εκεί είναι η δουλειά μου» είπε, και γύρισε το βλέμμα του δεξιά κι αριστερά, θαυμάζοντας την απλότητα του φτωχόσπιτου, την τάξη που υπήρχε παντού, μαζί με την καθαριότητα.
«Ώστε στην Αθήνα, ε; Και πως βρέθηκες του λόγου σου εκεί; Αλλά τί λέγω… Με το διωγμό μας, το είκοσι δυο, θα σ’ έβγαλε προς τα κει το βαπόρι».
«Όχι, στάθηκα τυχερός εγώ. Στην Αθήνα βρίσκομαι απ’ το δέκα οχτώ. Είχα ένα φίλο καλό που ζούσε και δούλευε στον Πειραιά. Ένα γράμμα μούγραψε, που μούλεγε να κανονίσω να πάγω κι εγώ στην Ελλάδα, έχει πολλές ευκαιρίες για δουλειές στην Αθήνα μούλεγε. Εγώ τότες στ’ Αϊβαλί, στο λιμάνι δούλευα, δουλειές του ποδαριού, μεροδούλι μεροφάι. Πού να εύρω τους παράδες για τα εισιτήρια; Κι ύστερα τί δουλειά να κάνω δίχως σερμαγιά… Με φώτισε ο Θεός και πήγα να γυρέψω από τον μπάρμπα Νικόλα, τον πατέρα του μακαρίτη του άντρα σου. Καλός άνθρωπος ο γείτονας μου, ο Νικόλας. Του πήγαν και καλά οι σοδειές κείνο το χρόνο και, ούτε λίγο ούτε πολύ, μου μέτρησε στο χέρι πέντε λίρες. Λίρες χρυσές, και μάλιστα εγγλέζικες, όχι οθωμανικές. «Άιντε, με την ευχή μου, Αναστάση», μου λέει. «Να πας στο καλό, και να κάνεις την τύχη του. Σε ξέρω για ντόμπρο και καλό άνθρωπο. Στα δίνω, όπως θα τάδινα σε δικό μου παιδί. Είμαι σίγουρος, θα μου το γυρίσεις πίσω το δάνειο». «Να είσαι σίγουρος για αυτό μπάρμπα» είπα και του φίλησα το χέρι.
Στην Αθήνα που έφτασα, στην αρχή δούλεψα κοντά στο Μελέτη, ένα ηλικιωμένο ζαχαροπλάστη, που με έμαθε και τη δουλειά. Και σαν αποτραβήχτηκε, γέρος άνθρωπος ήταν, μούδωσε το μαγαζί. Ήταν βλέπεις κι αυτές οι λίρες, απείραχτες οι πολλές ακόμα. Το μαγαζί αυτό εγώ το εξέλιξα, τόκανα μια μικρή βιοτεχνία, που έβγαζε ζαχαρωτά διάφορα, καραμέλες και τα τέτοια. Πέντε άτομα δουλεύουν τώρα για μένα να καταλάβεις. Μια βδομάδα τώρα είναι, που ήρθα στη Μυτιλήνη. Να γυρέψω συνεργασία με μαγαζιά, για να στέρνω εμπόρευμα. Ρώτησα από δω, ρώτησα από κεί, ίσαμε να μάθω για την τύχη της οικογένειας του Νικόλα. Μεγάλη ήταν η στενοχώρια που πήρα, σαν έμαθα πως είχε κακό τέλος ο ευεργέτης μου. Ότι πέθανε, λέει, στο δρόμο για την εξορία, στα βάθη της Ανατολής. Και πως ο γιός του ο μεγάλος, χάθηκε κι αυτός στα «Αμελέ Ταμπουρού», αυτά τα τάγματα αναγκαστικής εργασίας, που έστελναν οι Τούρκοι τους Ρωμιούς, στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν απ’ όσο γίνεται περισσότερους. Μία κόρη που είχε, μία κωφάλαλη, δεν ήξερε κανένας στη Μυτιλήνη να μου πει για την τύχη της. Για τον γιό του το Μιχάλη, αλλά και τον μικρό, τον Γιωργάκη, έμαθα πως βρίσκονται εδώ, στην Αγία Παρασκευή. Και νάμαι, Χριστούγεννα, στο σπιτικό σας».
«Και πάλι καλώς όρισες κυρ Τάσο, στο φτωχικό μας. Η κόρη, η κουνιάδα μου, είναι στη Σαλονίκη, παντρεμένη. Ο Γιώργος, όπως λες, κι αυτός εδώ στο χωριό. Καλός εργάτης, αλλά και τούτος αντί για νερό μόνο κρασί και ρακί πίνει. Το σόι τόχει φαίνεται… Έρημος, οικογένεια δεν έκανε. Αύριο το μεσημέρι τον έχω καλεσμένο να φάμε μαζί, χρονιάρα μέρα πούναι. Θα περιμένουμε και σένα. Ένα κομμάτι από το γουρούνι τους, μούδωσε η γειτόνισσα η κυρά Μαριάνθη, χτες που πήγα και τους έπλυνα. Θα το φτιάξω με πατάτες. Τις έφερε ο Νικόλας μου από το Κεράμι, που είχε κάνει κάτι «χουσμέτια» εκεί κάτω. Λίγο θάναι το φαγητό μας, μα θα βολευτούμε. Θα σου έλεγα να κοιμηθείς εδώ, αλλά όπως βλέπεις…»
«Μετά χαράς θα ρθω κυρά Δέσποινα. Αλλά δεν θα μαγειρέψεις τίποτα. Να κρατήσεις το κρέας για τα παιδιά μια άλλη μέρα. Θέλω να μου δώσετε τη χαρά να φέρω εγώ κάτι για το φαγητό. Κι όσο για τη νύχτα, έχω κρατημένο δωμάτιο στο ξενοδοχείο».
Αυτά είπε, καληνύχτισε την οικοδέσποινα, φίλησε τα παιδιά και γύρισε στο δωμάτιό του. Κοιμήθηκε σαν το πουλάκι, με όλα του τα όνειρα να τον γυρίζουν πίσω στο Αϊβαλί.
Την άλλη μέρα το πρωί, ανήμερα τα Χριστούγεννα, παρήγγειλε με τον μικρό του ξενοδοχείου, να του ανοίξουν τα μαγαζιά τους για λίγο, ο κοντινός μπακάλης κι ο χασάπης, πούταν απέναντι στο χάνι. Τα πλούσια ψώνια τάστειλε στο σπίτι της κυρά Δέσποινας, βάζοντας κι ένα γερό φιλοδώρημα στο χέρι του μικρού, που έτριβε τα μάτια του, μ’ αυτό το αναπάντεχο δώρο.
Στο σπιτάκι του Κούμασου πάλι, η καλή μας η κυρά Δέσποινα, που δεν έχασε και την εκκλησία της, αφού και τον χριστουγεννιάτικο όρθρο παρακολούθησε και την θεία λειτουργία της μέρας αυτής, στρώθηκε στην δουλειά. Ετοίμασε μια τεράστια σαλάτα με λάχανο, μπόλικη ρόκα, κάρδαμο και φρέσκο κρεμμυδάκι, αγνά υλικά όλα τους, που κι αυτά τάχε φέρει απ’ το Κεράμι ο Νικόλας. Τηγάνισε κάμποσες πατάτες. Ξεχώρισε τα κάρβουνα στο τζάκι κι άρχισε να ψήνει τα ντόπια κρεατικά, που έστειλε ο πονετικός Αϊβαλιώτης, ο κυρ Τάσος. Και μπριζόλες χοιρινές και λουκάνικα και παϊδάκια αρνίσια.
Τα παιδιά παραδίπλα, τα μικρότερα, μέσ’ την τρελή χαρά έπαιζαν με τα πολύχρωμα μπαλόνια, που βρήκαν στις σακούλες με τα ψώνια.
Και σαν ήρθε το μεσημέρι κι έφτασε ο μουσαφίρης, που πήγε να παραλάβει ο μικρός Νικόλας απ’ το ξενοδοχείο, βρήκε στο σπίτι και τον Γιωργή. Τον αγκάλιασε και σταματημό δεν είχαν μιλώντας για την γειτονιά του συνονόματου Αγίου, στο Αϊβαλί.
Σε λίγο ένας σοφράς με του κόσμου τα καλά πάνω του, ήταν έτοιμος για το γιορταστικό γεύμα. Τη σαλάτα στην μεγάλη γαβάθα, τα ψημένα κρέατα που μοσχοβολούσαν, τις τηγανητές πατάτες, κομμένες σε λεπτές φέτες, τα τυριά, τον άσπρο τελεμέ και το παχύ κίτρινο λαδοτύρι, τις μαύρες παστωμένες ελιές, που τόσο άρεσαν στον ξένο.
Τρία ποτήρια με ευωδιαστή, αγιαπαρασκευώτικη σούμα, τσούγκρισαν στον αέρα και ευχήθηκαν ο ένας στον άλλο, ό,τι ταίριαζε στον καθένα, με την υγεία πάνω απ’ όλα. Και σαν άδειασαν τα πρώτα ποτήρια με το ούζο, τα ξαναγέμισαν με μπρούσκο, κόκκινο κρασί, που και νεκρούς ανασταίνει, καμωμένο από τα περίφημα κρασοστάφυλα του κάμπου της Καλλονής.
Ως αργά τ’ απόγευμα συνεχίστηκε το χριστουγεννιάτικο αυτό γεύμα. Χορταστικό όσο δεν γινόταν άλλο, χαρούμενο για όλους, με καλαμπούρια από τον τακτικό θαμώνα των καφενέδων του χωριού, τον Γιώργη, με κουβέντες και αναμνήσεις απ’ την χαμένη πατρίδα το Αϊβαλί και ότι άλλο εύθυμο μπορούσε να ειπωθεί για την Άγια μέρα των Χριστουγέννων.
Και που ανάμεσα σ’ όλα αυτά, πέρασαν και κάμποσες παρέες με πιτσιρίκια του χωριού, τραγουδώντας τα κάλαντα, και που έφευγαν μ’ ένα μεγάλο νόμισμα στο κουτί τους, βγαλμένο από την τσέπη του Τάσου.
Το γλυκό της μέρας βέβαια, μπορεί να ήταν από ένα μελομακάρονο, που έπεφτε στον καθένα, από κείνα που, δύο μέρες πριν, αποχέρησε την κυρά Δέσποινα, η καλή κυρία της διπλανής γειτονιάς, η Γαρυφαλάνθη, σαν πήγε να της διαβάσει το γράμμα που έλαβε απ’ τον γιό της στην Αμερική… Αλλά είχε και μπόλικο χαλβά ταχίνι, που ήταν και τούτος μαζί με τ’ άλλα τα δώρα του μουσαφίρη.
Και σαν αποφάγαν, κι οι μεγάλοι ήπιαν τον καφέ τους, ο κυρ Τάσος φώναξε παράμερα τον Γιώργη και τούβαλε δυο λίρες στο χέρι του.
«Να πιείς ένα ρακί στη μνήμη των γονιών μου και στη μνήμη των δικών σου γονιών». Με τον Γιώργη να χάνει τα λόγια του, χωρίς να καταλαβαίνει.
Φίλησε τα παιδιά στο μέτωπο, κι αυτά, ορμηνεμένα από τα πριν, του φίλησαν το χέρι.
Βγαίνοντας στην αυλή να γυρίσει στο ξενοδοχείο του, κι από κει στη Μυτιλήνη, με το ταξί που τον περίμενε, έβαλε και στο τρεμάμενο χέρι της Δέσποινας ένα σακουλάκι με πέντε λίρες, που σαν τις είδε η φτωχή χήρα έβαλε τα κλάματα.
«Έδωσε ο Θεός να επιστρέψω το δάνειο, που πήρα τότες από τον πεθερό σου. Εύχομαι το καλύτερο για σένα και τα παιδιά σου. Κι αν μεθαύριο, κάποιο από αυτά το θελήσει, να κοπιάσει να με εύρη στην Αθήνα», είπε. Φίλησε την οικοδέσποινα σταυρωτά δύο φορές και τράβηξε τον κατήφορο για το κέντρο του χωριού.
Παρακάτω η μοναδική φωτογραφία που κοσμούσε το φτωχικό σπίτι. Και η ραπτομηχανή της κυρα Δέσποινας.
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!