Γιωτόπουλος: Επιστροφή στον Κορυδαλλό μετά την αναίρεση της αποφυλάκισης από τον Άρειο Πάγο
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος επιστρέφει στις φυλακές Κορυδαλλού, μετά την απόφαση του Ε΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου να αναιρέσει το βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου του Εφετείου Πειραιά, με το οποίο είχε δοθεί πρόσφατα το «πράσινο φως» για την αποφυλάκισή του.
Ο καταδικασμένος για την εγκληματική δράση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη είχε αποφυλακιστεί μετά από περίπου 24 χρόνια κράτησης, έπειτα από διαδοχικές απορρίψεις προηγούμενων αιτημάτων του. Η εξέλιξη, ωστόσο, προκάλεσε άμεση κινητοποίηση στην κορυφή της Δικαιοσύνης, με τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα να αναθέτει στον αντεισαγγελέα Σοφοκλή Λογοθέτη τη μελέτη του σχετικού βουλεύματος.
Σύμφωνα με την κρίση του αντεισαγγελέα, ο Γιωτόπουλος δεν είχε εκτίσει το σύνολο του χρόνου που προβλέπει ο νόμος για την περίπτωσή του, δηλαδή τα 25 χρόνια, ενώ δεν συνέτρεχαν ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυσή του. Η αναίρεση έγινε δεκτή και πλέον ο άλλοτε καταδικασμένος ως ηγετικό στέλεχος της 17Ν οδηγείται εκ νέου στη φυλακή.
Η υπόθεση Γιωτόπουλου παραμένει μία από τις πιο φορτισμένες υποθέσεις της μεταπολιτευτικής ιστορίας. Η 17 Νοέμβρη άφησε πίσω της νεκρούς, τραύματα, οικογένειες που δεν ξέχασαν και μια χώρα που βίωσε για δεκαετίες τη σκιά της τρομοκρατίας. Αυτή η πραγματικότητα δεν διαγράφεται. Δεν μικραίνει. Δεν σχετικοποιείται.
Όμως υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα, δύσκολο αλλά αναγκαίο: τι σημαίνει ποινή σε ένα κράτος δικαίου; Είναι μόνο τιμωρία ή είναι και κανόνας; Είναι μόνο απάντηση στο έγκλημα ή είναι και δοκιμασία για το ίδιο το θεσμικό σύστημα;
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος έχει καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια. Δεν έχει δηλώσει μεταμέλεια. Δεν έχει αποδεχθεί τον ρόλο που του αποδόθηκε ως ηθικού αυτουργού στις δολοφονίες της οργάνωσης. Αυτά είναι βαριά στοιχεία και δικαιολογούν τη σκληρή δημόσια αντίδραση που προκάλεσε η αποφυλάκισή του.
Από την άλλη, η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους κοινής γνώμης, ούτε με όρους πολιτικού συμβολισμού. Αν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα χρονικά όρια, διαδικασίες και προϋποθέσεις, τότε αυτά πρέπει να κρίνονται με ψυχρή νομική ακρίβεια. Όχι με οργή. Όχι με κραυγές. Όχι με τηλεοπτικά αντανακλαστικά.
Η επιστροφή του Γιωτόπουλου στον Κορυδαλλό μπορεί να θεωρηθεί νομικά αναμενόμενη, εφόσον ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το προηγούμενο βούλευμα είχε πρόβλημα. Όμως η υπόθεση αφήνει πίσω της ένα θεσμικό ερώτημα: ένας άνθρωπος που έχει κρατηθεί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, ακόμη και για εγκλήματα τέτοιας βαρύτητας, κρίνεται αποκλειστικά από το παρελθόν του ή και από το παρόν του;
Δεν είναι ερώτημα συμπάθειας. Είναι ερώτημα κράτους δικαίου.
Διότι η Δημοκρατία φαίνεται περισσότερο εκεί που καλείται να εφαρμόσει τους κανόνες της σε ανθρώπους που η κοινωνία δεν θέλει να υπερασπιστεί. Εκεί δοκιμάζεται η αντοχή της. Εκεί φαίνεται αν η ποινή είναι θεσμός ή αν γίνεται εκδίκηση με νομικό μανδύα.
Ο Γιωτόπουλος επιστρέφει, λοιπόν, στον Κορυδαλλό. Η Δικαιοσύνη έκρινε ότι δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα της αποφυλάκισής του. Ωστόσο, η συζήτηση δεν κλείνει τόσο εύκολα. Γιατί πίσω από το πρόσωπο, όσο βαρύ κι αν είναι το όνομά του, βρίσκεται ένα μεγαλύτερο θέμα: πώς μια Δημοκρατία τιμωρεί χωρίς να χάνει τον εαυτό της.
Και αυτό, ειδικά σε τέτοιες υποθέσεις, είναι ίσως το πιο δύσκολο μέτρο.