|

«Νεοαποικιοκρατία» στη Σκάλα Ερεσού; Πανεπιστημιακό κείμενο βάζει φωτιά σε μια δύσκολη συζήτηση

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Μια λέξη βαριά, σχεδόν εκρηκτική, χρησιμοποιείται για να περιγράψει όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες δεκαετίες στη Σκάλα Ερεσού: «νεοαποικιοκρατία».

Και αυτή τη φορά δεν προέρχεται από κάποια τοπική αντιπαράθεση, από μια ανάρτηση στα social media ή από μια συζήτηση στα καφενεία της Ερεσού. Βρίσκεται στον ίδιο τον τίτλο κειμένου που δημοσιεύθηκε  το 2026 στο Plurality, περιοδικό που εκδίδεται μέσω του University of Edinburgh και της πανεπιστημιακής πλατφόρμας Edinburgh Diamond.

Η Rita Merle Destremau υπογράφει το κείμενο «Neo-colonialism in Skala Eressos: Is there a home somewhere for lesbians?» – «Νεοαποικιοκρατία στη Σκάλα Ερεσού: Υπάρχει κάπου ένα σπίτι για τις λεσβίες;».

Και η επιχειρηματολογία που ακολουθεί είναι πολύ πιο αιχμηρή από τον τίτλο.

Η συγγραφέας επιχειρεί να ξαναδιαβάσει την ιστορία της διεθνούς λεσβιακής παρουσίας στην Ερεσό όχι μόνο ως μια ιστορία ελευθερίας, αποδοχής και δημιουργίας ενός ασφαλούς τόπου, αλλά και μέσα από τις έννοιες της οικονομικής ισχύος, της ιδιοκτησίας, του τουρισμού, του κοινωνικού αποκλεισμού και της πολιτισμικής κυριαρχίας.

Πρώτα μια απαραίτητη διευκρίνιση

Το συγκεκριμένο κείμενο δεν είναι μεγάλη εμπειρική επιστημονική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ερεσό το 2026, ούτε παρουσιάζει νέα δημοσκόπηση κατοίκων ή νέα οικονομικά δεδομένα. Αυτό έχει σημασία.

Το Plurality είναι student-led, peer-reviewed, open-access περιοδικό, το οποίο φιλοξενείται από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και έχει ως βασικό πεδίο την προπτυχιακή έρευνα μέσα από τη θεωρία της διαθεματικότητας. Το ίδιο το κείμενο της Destremau έχει καταταχθεί μάλιστα στην ενότητα «Miscellaneous Musings» και οικοδομεί την επιχειρηματολογία του πάνω σε παλαιότερη βιβλιογραφία, ταινίες, ντοκιμαντέρ και προηγούμενες μελέτες.

Επομένως, δεν πρόκειται για «πόρισμα του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου» ούτε για επίσημη θέση του πανεπιστημίου. Πρόκειται όμως για ένα δημοσιευμένο, αξιολογημένο ακαδημαϊκό δοκίμιο που διατυπώνει εξαιρετικά σκληρές θέσεις για τη Σκάλα Ερεσού. Και αυτές οι θέσεις αξίζει τουλάχιστον να συζητηθούν.

Από το «καταφύγιο» στη σύγκρουση για τον χώρο

Η Destremau ξεκινά αναγνωρίζοντας κάτι που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: για πολλές λεσβίες που έφτασαν στην Ερεσό από τη δεκαετία του 1970 και μετά, ο τόπος έγινε ένα σπάνιο πεδίο ελευθερίας.

Ένας χώρος στον οποίο γυναίκες που αντιμετώπιζαν απόρριψη ή διακρίσεις στις χώρες τους μπορούσαν να εκφραστούν πολύ πιο ελεύθερα.

Η ίδια χαρακτηρίζει αυτή τη χαρά και την αίσθηση ασφάλειας που δημιουργήθηκε στην Ερεσό αναμφισβήτητη. Περιγράφει όμως ταυτόχρονα έναν μηχανισμό που, κατά την άποψή της, εξελίχθηκε με τα χρόνια: μια κοινότητα που έψαχνε έναν τόπο για να αισθανθεί «σπίτι της» άρχισε σταδιακά να μεταβάλλει τον ήδη υπάρχοντα τόπο των ανθρώπων που ζούσαν εκεί. Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του επιχειρήματός της.

Πότε ένας τουριστικός προορισμός που γίνεται σύμβολο μιας διεθνούς κοινότητας σταματά απλώς να τη φιλοξενεί και αρχίζει να μεταμορφώνεται σύμφωνα με τις δικές της οικονομικές και πολιτισμικές ανάγκες;

Ακίνητα, επιχειρήσεις και η οικονομία της Σκάλας

Το πιο αμφιλεγόμενο τμήμα του κειμένου αφορά τα χρήματα και την ιδιοκτησία.

Η συγγραφέας ανατρέχει σε παλαιότερη βιβλιογραφία και υποστηρίζει ότι γυναίκες κυρίως από χώρες της Δυτικής Ευρώπης δεν περιορίστηκαν σταδιακά στις καλοκαιρινές διακοπές. Άνοιξαν επιχειρήσεις, δημιουργήθηκαν καταλύματα που απευθύνονταν ειδικά σε γυναίκες, ενώ ορισμένες αγόρασαν ακίνητα και εγκαταστάθηκαν μόνιμα ή για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην περιοχή.  Από εκεί η Destremau κάνει το μεγάλο –και σαφώς συζητήσιμο– θεωρητικό άλμα.

Συνδέει αυτή τη διαδικασία με gentrification, δηλαδή με μια οικονομική και κοινωνική μεταβολή κατά την οποία η είσοδος ισχυρότερων οικονομικά εξωτερικών πληθυσμών αλλάζει τις αξίες ακινήτων, τις επιχειρήσεις και τελικά τη φυσιογνωμία ενός τόπου. Φτάνει μάλιστα να χαρακτηρίζει όσα περιγράφει ως μορφή «soft-power colonialism», υποστηρίζοντας ότι η οικονομική δύναμη των επισκεπτριών μετατόπισε σταδιακά την ισορροπία ανάμεσα στους κατοίκους και στη διεθνή κοινότητα. Πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες κατηγορίες ολόκληρου του κειμένου και, ακριβώς γι' αυτό, πρέπει να αποδίδεται στη συγγραφέα και όχι να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένο γεγονός.

«Ο τόπος υπήρχε ήδη»

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης είναι η σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών αντιλήψεων για την έννοια του «σπιτιού».Για τις γυναίκες που ταξίδευαν από κοινωνίες στις οποίες αισθάνονταν ανεπιθύμητες, η Ερεσός μπορούσε να λειτουργεί σαν ένα νέο σπίτι, ένα καταφύγιο.

Για τον μόνιμο κάτοικο, όμως, η Ερεσός ήταν ήδη σπίτι.

Η Destremau θεωρεί ότι ακριβώς εδώ βρίσκεται μια αντίφαση: η προσπάθεια μιας καταπιεσμένης κοινωνικής ομάδας να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι ο χώρος αυτός είναι κενός από προηγούμενες ταυτότητες, συνήθειες και κοινωνικές σχέσεις.

Η συγγραφέας αναφέρεται ακόμη σε παλιές αντιδράσεις κατοίκων για θόρυβο, συμπεριφορές σε δημόσιους χώρους και αλλαγές στον χαρακτήρα επιχειρήσεων, αντλώντας παραδείγματα τόσο από παλαιότερες εργασίες όσο και από το ντοκιμαντέρ «Lesvia» της Τζέλης Χατζηδημητρίου.

Το «Lesvia» βρίσκεται στο κέντρο της συζήτησης

Δεν είναι τυχαίο ότι το δοκίμιο ξεκινά από το βραβευμένο ντοκιμαντέρ της Τζέλης Χατζηδημητρίου. Η ταινία καταγράφει μέσα από αρχειακό υλικό δεκαετιών τη σχέση της Ερεσού με τις γυναίκες που έφθαναν εκεί από ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και τις στιγμές τριβής με την τοπική κοινωνία.

Η Destremau αναγνωρίζει ότι η Χατζηδημητρίου, ως άνθρωπος του τόπου αλλά και μέλος της ίδιας της λεσβιακής κοινότητας, βρίσκεται σε μια μοναδική θέση ανάμεσα στους δύο κόσμους.Και σημειώνει ότι το ίδιο το ντοκιμαντέρ δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως άσπρο ή μαύρο: αναγνωρίζει το καταφύγιο που δημιούργησε η Ερεσός για χιλιάδες γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα αφήνει χώρο στις φωνές των ντόπιων και στις συγκρούσεις που εμφανίστηκαν στην πορεία.

Ακόμη και η γλώσσα μπαίνει στο στόχαστρο

Το κείμενο φθάνει ακόμη πιο μακριά.

Η Destremau θεωρεί ότι η εκτεταμένη χρήση της αγγλικής στη διεθνή κοινότητα της Σκάλας, ακόμη και από ανθρώπους που διαμένουν για χρόνια στην περιοχή, μπορεί να διαβαστεί ως ακόμη μία μορφή πολιτισμικής επικράτησης της διεθνούς κοινότητας πάνω στον τοπικό χώρο. Είναι πιθανό για πολλούς αυτή η ερμηνεία να φαίνεται υπερβολική. Δείχνει όμως πόσο ριζοσπαστική είναι η οπτική του κειμένου: η συγγραφέας δεν εξετάζει μόνο το ποιος αγοράζει ένα σπίτι ή ποιος ανοίγει μία επιχείρηση. Αναρωτιέται ποιος τελικά καθορίζει τον χαρακτήρα, τη γλώσσα, την οικονομία και την εικόνα ενός τόπου όταν αυτός αποκτά παγκόσμιο συμβολισμό.

Και μια δεύτερη, εξίσου σκληρή κριτική: ποια μπορούσε πραγματικά να πάει στην Ερεσό;

Το δοκίμιο δεν περιορίζει την κριτική του στη σχέση επισκεπτριών και ντόπιων. Θέτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εσωτερικό ερώτημα για την ίδια τη διεθνή λεσβιακή κοινότητα. Πόσο «ανοιχτό για όλες» ήταν στην πραγματικότητα αυτό το καταφύγιο;

Η Destremau, βασιζόμενη σε προηγούμενες εργασίες, υποστηρίζει ότι η ιστορική εικόνα της Ερεσού ως λεσβιακής «Μέκκας» αφορούσε σε μεγάλο βαθμό γυναίκες από τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική που είχαν την οικονομική δυνατότητα, τις κοινωνικές διασυνδέσεις και την πληροφόρηση ώστε να ταξιδέψουν στο νησί.

Κατά συνέπεια, αναρωτιέται εάν ένας χώρος που παρουσιάζεται ως απελευθερωμένος μπορεί ταυτόχρονα να παράγει νέους αποκλεισμούς ταξικής ή γεωγραφικής φύσης. Αυτή ίσως είναι και η πιο ουσιαστική πλευρά του δοκιμίου. Δεν συγκρούει απλώς «ντόπιους» και «λεσβίες». Επιχειρεί να δείξει ότι μέσα σε κάθε κοινωνική ομάδα υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα οικονομικής ισχύος και πρόσβασης.

Η παράδοξη σύνδεση με το προσφυγικό

Σε ένα ακόμη πιο πολιτικό σημείο, η συγγραφέας βάζει στην ίδια συζήτηση και τη μεταναστευτική κρίση που γνώρισε η Λέσβος μετά το 2015.

Αναγνωρίζει ρητά τη σημαντική αλληλεγγύη που επέδειξαν γυναίκες της λεσβιακής κοινότητας προς πρόσφυγες και μετανάστες.

Ταυτόχρονα όμως θέτει μια δύσκολη ερώτηση: ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον προνομιούχο ξένο που εγκαθίσταται σε έναν τόπο ως «expat» και στον άνθρωπο που μετακινείται επειδή αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του;

Η σύγκριση είναι έντονα πολιτική και ασφαλώς μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι όμως μέρος της κεντρικής λογικής του δοκιμίου: ότι η μετακίνηση ανθρώπων δεν μπορεί να εξετάζεται έξω από τις σχέσεις οικονομικής και κοινωνικής ισχύος.

Η μεγάλη αλλαγή της σημερινής Ερεσού

Το ίδιο το κείμενο παραδέχεται, πάντως, ότι η σημερινή πραγματικότητα δεν είναι εκείνη των δεκαετιών του '70, του '80 ή του '90. Η Ερεσός έχει πλέον εξελιχθεί σε διεθνή τουριστικό προορισμό για πολύ διαφορετικά ακροατήρια. Οικογένειες, ξένοι επισκέπτες, Έλληνες παραθεριστές, φίλοι της φύσης και της άσκησης συνυπάρχουν με τη διεθνή λεσβιακή κοινότητα.  Η τελευταία, ωστόσο, εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της διεθνούς ταυτότητας του τόπου.

Αυτό φαίνεται και από το International Eressos Women’s Festival – Sappho Women, που φέτος πραγματοποιείται από 9 έως 19 Σεπτεμβρίου 2026, με εκδηλώσεις, συναυλίες, κινηματογραφικές προβολές, εργαστήρια, αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Η επίσημη τουριστική πύλη της Ελλάδας το χαρακτηρίζει σημαντικό διεθνές σημείο συνάντησης γυναικών διαφορετικών χωρών και πολιτισμικών υποβάθρων.

 

Το ενδιαφέρον του συγκεκριμένου κειμένου δεν βρίσκεται κατ' ανάγκη στο εάν κάποιος συμφωνεί με τον όρο «νεοαποικιοκρατία». Ο όρος είναι εξαιρετικά βαρύς και αρκετές από τις γενικεύσεις της συγγραφέως μπορούν προφανώς να δεχθούν σοβαρή κριτική. Ιδίως όταν προσπαθούν να συμπυκνώσουν μισό αιώνα κοινωνικών σχέσεων, διαφορετικές γενιές επισκεπτριών και χιλιάδες ανθρώπους σε ένα ενιαίο θεωρητικό σχήμα. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα πίσω από όλη αυτή την υπερβολή που δεν είναι καθόλου θεωρητικό.

Σε ποιον ανήκει τελικά η ταυτότητα ενός τόπου;

  • Σε αυτούς που γεννήθηκαν εκεί;
  • Σε αυτούς που επένδυσαν σε αυτόν;
  • Σε εκείνους που τον επέλεξαν ως δεύτερη πατρίδα;
  • Στους χιλιάδες επισκέπτες που τον έκαναν διεθνώς γνωστό;
  • Ή μήπως ένας τόπος αλλάζει αναπόφευκτα μαζί με όλους αυτούς;

Στην περίπτωση της Ερεσού το ερώτημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο, επειδή πίσω του υπάρχουν πέντε δεκαετίες κοινής ζωής, συγκρούσεων, φιλιών, επιχειρήσεων, έρωτα, τουρισμού και οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η διεθνής λεσβιακή κοινότητα δεν είναι πλέον ένας ξένος επισκέπτης που μόλις έφτασε στη Σκάλα Ερεσού. Είναι τμήμα της σύγχρονης ιστορίας και της διεθνούς αναγνωρισιμότητας του τόπου. Ακριβώς γι' αυτό, όμως, έχει ενδιαφέρον ότι ένα κείμενο που προέρχεται από τον ίδιο τον χώρο της διαθεματικής και φεμινιστικής σκέψης έρχεται σήμερα να αμφισβητήσει μια σχεδόν καθιερωμένη αφήγηση και να ρωτήσει κάτι πολύ πιο άβολο: Μπορεί η προσπάθεια να δημιουργήσεις ένα δικό σου «σπίτι» να καταλήξει κάποτε να αλλάζει το σπίτι κάποιου άλλου; Και αυτό είναι ίσως το ερώτημα που αξίζει περισσότερο να συζητηθεί στην ίδια την Ερεσό.

 

Πηγη:

Neo-colonialism in Skala Eressos: Is there a home somewhere for lesbians? – Plurality

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις