|

Αφθώδης στη Λέσβο: Φυλάκιση και πρόστιμα έως 80.000 ευρώ προτείνει το ΥΠΑΑΤ – Γιατί σκληραίνει τώρα το πλαίσιο;

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Μια εξαιρετικά σημαντική αλλαγή στο καθεστώς των κυρώσεων για τις μεταδοτικές ασθένειες των ζώων προωθεί το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, την ώρα που στη Λέσβο η διαχείριση του αφθώδους πυρετού έχει οδηγηθεί σε ανοιχτή θεσμική σύγκρουση.

Η πρώτη και απαραίτητη διευκρίνιση είναι ότι οι νέες ποινές δεν ισχύουν σήμερα. Πρόκειται για πρόταση του ΥΠΑΑΤ σε σχέδιο νόμου που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση και μπορεί να τροποποιηθεί πριν φτάσει στη Βουλή. Η διαβούλευση αναρτήθηκε στις 24 Αυγούστου και παραμένει ανοικτή έως τις 7 Σεπτεμβρίου 2026.

Η χρονική συγκυρία, ωστόσο, δύσκολα περνά απαρατήρητη.

Το ίδιο το νομοσχέδιο εντάσσει τις επίμαχες διατάξεις σε ειδικό κεφάλαιο με τίτλο «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της επιζωοτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων και του αφθώδους πυρετού». Δηλαδή δεν πρόκειται για μια άσχετη, γενική ποινική μεταρρύθμιση. Η αυστηροποίηση έρχεται μέσα στην περίοδο κατά την οποία η χώρα δοκιμάζεται από μεγάλες επιζωοτίες και η Λέσβος ζει εδώ και πεντέμισι μήνες τη μεγαλύτερη κτηνοτροφική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.

Από «έως τρία χρόνια ή πρόστιμο» σε υποχρεωτική φυλάκιση και χρηματική ποινή

Η αλλαγή που προτείνεται στο άρθρο 285 του Ποινικού Κώδικα είναι ουσιαστική.

Με το σημερινό καθεστώς, όποιος παραβιάζει μέτρο που έχει διαταχθεί από τον νόμο ή την αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μεταδοτικής ασθένειας και από την πράξη αυτή μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ζώα, αντιμετωπίζει φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Αν η παραβίαση έχει πράγματι ως αποτέλεσμα να μεταδοθεί η ασθένεια σε ζώα, ήδη σήμερα προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή.

Το ΥΠΑΑΤ προτείνει τώρα για την πρώτη περίπτωση –δηλαδή ακόμη και όταν δημιουργείται κίνδυνος χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί ότι τελικά μεταδόθηκε η νόσος– φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ΚΑΙ χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500 ευρώ.

Εφόσον από την παραβίαση προκύψει τελικά μετάδοση της ασθένειας σε ζώα, η πρόταση προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 5.000 ευρώ. Ακόμη και στην περίπτωση παραβίασης από αμέλεια, όταν μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ζώα, προτείνεται πλέον φυλάκιση έως τρία έτη μαζί με χρηματική ποινή.

Ακριβώς αυτές τις αυστηρότερες κυρώσεις επισημαίνει και το επίσημο ενημερωτικό υλικό του ΥΠΑΑΤ που συνοδεύει τη διαβούλευση.

Εκτοξεύονται και τα διοικητικά πρόστιμα

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των διοικητικών προστίμων.

Σήμερα, για μη δήλωση νοσήματος υποχρεωτικής δήλωσης το πρόστιμο μπορεί να φτάσει έως τις 60.000 ευρώ. Η πρόταση ανεβάζει το ανώτατο όριο στις 80.000 ευρώ.

Για άρνηση συνεργασίας με τις κτηνιατρικές αρχές, το σημερινό εύρος των 3.000 έως 50.000 ευρώ προτείνεται να γίνει 10.000 έως 60.000 ευρώ.

Η μεγαλύτερη μεταβολή βρίσκεται στη μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τα προγράμματα υγείας των ζώων: από 200 έως 5.000 ευρώ σήμερα, προτείνονται 10.000 έως 60.000 ευρώ.

Και για τη γενικότερη μη συμμόρφωση με τη νομοθεσία περί μεταδοτικών νόσων των ζώων και τα μέτρα προστασίας της υγείας, το ισχύον πλαίσιο των 1.500 έως 60.000 ευρώ προτείνεται να μετατραπεί σε 20.000 έως 80.000 ευρώ.

Δεν πρόκειται επομένως για μια απλή τιμαριθμική αύξηση. Σε ορισμένες παραβάσεις το κατώτατο πρόστιμο πολλαπλασιάζεται δεκάδες φορές.

Και εδώ αρχίζει το μεγάλο ερώτημα: τι συνέβη;

Η ίδια η επιλογή του Υπουργείου να αλλάξει τόσο δραστικά το κυρωτικό πλαίσιο γεννά ένα εύλογο ερώτημα:

Τι διαπιστώθηκε στην εφαρμογή των μέτρων κατά των επιζωοτιών ώστε το ΥΠΑΑΤ να θεωρεί πλέον ανεπαρκείς τις σημερινές ποινές;

Το σχέδιο νόμου δεν αποδίδει την αυστηροποίηση σε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό ούτε κατονομάζει κάποια περιοχή ή ομάδα παραγωγών.

Υπάρχει όμως ένα δεδομένο. Το ίδιο το Υπουργείο έχει παρουσιάσει τους τελευταίους μήνες την τήρηση των περιοριστικών μέτρων ως κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξη των επιζωοτιών. Σε επίσημη ενημέρωση τον Ιούνιο ανέφερε ότι από την 1η Φεβρουαρίου είχαν πραγματοποιηθεί 65.263 έλεγχοι, είχαν βεβαιωθεί 84 παραβάσεις και είχαν γίνει 109 συλλήψεις στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των επιζωοτιών. Άρα η κυβέρνηση έχει ήδη βάλει στο τραπέζι το ζήτημα της συμμόρφωσης. Με το νέο σχέδιο πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα και επιχειρεί να δημιουργήσει πολύ ισχυρότερο αποτρεπτικό μηχανισμό.

Η Λέσβος κάνει το ερώτημα ακόμη πιο αιχμηρό

Στη Λέσβο, όπου το πρώτο κρούσμα αφθώδους πυρετού καταγράφηκε στις 15 Μαρτίου, είχαν ήδη θανατωθεί μέχρι τις 21 Αυγούστου 81.060 ζώα. Το ίδιο το ΥΠΑΑΤ ανακοίνωσε στις 27 Αυγούστου ότι η επιδημιολογική επιτήρηση είχε ξεπεράσει το 80%, σημειώνοντας παράλληλα ότι μεταξύ των επόμενων στόχων ήταν «η ολοκλήρωση της ιχνηλάτησης». Με άλλα λόγια, περισσότερο από πέντε μήνες μετά την εμφάνιση της νόσου, η διαδικασία εξακολουθούσε να μην έχει ολοκληρωθεί.

Μία ημέρα αργότερα ο υφυπουργός Θανάσης Καββαδάς ζήτησε επιπλέον στρατιωτικούς κτηνιάτρους για να «επιταχυνθεί και να ολοκληρωθεί» η ιχνηλάτηση Την ίδια στιγμή, η κατάσταση στο νησί είχε φτάσει στα άκρα. Μετά την εκρηκτική συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου και τις αντιδράσεις των κτηνοτρόφων, το Περιφερειακό Συμβούλιο Βορείου Αιγαίου ενέκρινε κατά πλειοψηφία την πρόταση του Κώστα Μουτζούρη για διακοπή των ιχνηλατήσεων και των θανατώσεων ζώων. Στην πράξη, οι προγραμματισμένες επισκέψεις κτηνιάτρων της Περιφέρειας δεν πραγματοποιήθηκαν. Από την άλλη πλευρά, το ΥΠΑΑΤ δηλώνει ότι τα μέτρα του εξακολουθούν να ισχύουν, με τον Γενικό Γραμματέα Σπύρο Πρωτοψάλτη να χαρακτηρίζει μη νόμιμη την απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου.

Έχουμε, δηλαδή, σήμερα στη Λέσβο μία πρωτόγνωρη κατάσταση: η Περιφέρεια αποφασίζει «φρένο», το Υπουργείο δηλώνει ότι το υγειονομικό πρωτόκολλο συνεχίζεται και, ταυτόχρονα, το ίδιο Υπουργείο έχει σε δημόσια διαβούλευση ένα πολύ αυστηρότερο σύστημα ποινών για όσους παραβιάζουν τα μέτρα αντιμετώπισης μεταδοτικών ασθενειών.

Μία κρίσιμη διευκρίνιση για τη χρονική σειρά.

Το νομοσχέδιο δεν κατατέθηκε ως αντίδραση στην απόφαση Μουτζούρη. Η δημόσια διαβούλευση ξεκίνησε στις 24 Αυγούστου, ενώ η επίμαχη συνεδρίαση και η απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου ήρθαν στις 27 και 28 Αυγούστου. Άρα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Υπουργείο αύξησε τις ποινές επειδή η Λέσβος αποφάσισε να σταματήσει τις ιχνηλατήσεις και τις θανατώσεις.

Υπάρχει όμως ένα  ερώτημα:

Γιατί, ύστερα από δύο χρόνια διαδοχικών επιζωοτιών και πέντε μήνες αφθώδους πυρετού στη Λέσβο, το Υπουργείο κρίνει ότι απαιτείται τώρα τόσο μεγάλη αυστηροποίηση του κυρωτικού πλαισίου; Και ακόμη περισσότερο: όταν στη Λέσβο η βασική κριτική των κτηνοτρόφων αφορά καθυστερήσεις, ελλείψεις προσωπικού, μια ιχνηλάτηση που δεν ολοκληρώθηκε επί μήνες και δεκάδες χιλιάδες θανατώσεις χωρίς εκρίζωση της νόσου, αρκεί η αύξηση των ποινών για να λυθεί το πρόβλημα;

Οι ποινές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη διαχείριση

Η τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας και η αποτροπή παράνομων μετακινήσεων ζώων είναι αυτονόητα κρίσιμες. Καμία σοβαρή προσέγγιση στην αντιμετώπιση μιας επιζωοτίας δεν μπορεί να στηριχθεί στην αυθαιρεσία.

Όμως η σημερινή εικόνα της Λέσβου δείχνει και την άλλη πλευρά της εξίσωσης.

Οι κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται εγκαίρως. Οι ιχνηλατήσεις πρέπει να ολοκληρώνονται όταν ακόμη έχουν πραγματική επιδημιολογική αξία. Οι υπηρεσίες πρέπει να διαθέτουν επαρκές προσωπικό. Οι αποφάσεις πρέπει να έχουν επιστημονική τεκμηρίωση και, κυρίως, οι παραγωγοί πρέπει να μπορούν να εμπιστευθούν το σύστημα που τους ζητά να θυσιάσουν ολόκληρα κοπάδια.

Η αυστηροποίηση των κυρώσεων μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αποτροπής. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει υποκατάστατο μιας αποτελεσματικής κτηνιατρικής πολιτικής. Και αυτή είναι ίσως η ουσία της συζήτησης που ανοίγει το ίδιο το νομοσχέδιο: όταν το κράτος ζητά από τον κτηνοτρόφο απόλυτη συμμόρφωση, με απειλή πλέον ακόμη και φυλάκισης και προστίμων δεκάδων χιλιάδων ευρώ, πόσο αυστηρά οφείλει το ίδιο το κράτος να κρίνει την ταχύτητα, την αποτελεσματικότητα και τα αποτελέσματα της δικής του διαχείρισης;

 

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις