«Στην Κεφαλή μας»: Μια κραυγή ανθρωπιάς
Μια εξαιρετική ανάρτηση του κ. Γιάννη Ξυλούρη, στην οποία εκφράζει με συγκίνηση και αγωνία τις απόψεις του για το προσφυγικό ζήτημα, τη φιλοξενία, τον ανθρωπισμό, και τους κινδύνους του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Μέσα από ιστορικές αναφορές και προσωπικές εμπειρίες, ο κ. Ξυλούρης υπενθυμίζει τις παραδοσιακές αξίες του λαού μας και προειδοποιεί για τον ολισθηρό δρόμο της μισαλλοδοξίας.
Γράφει ο Γιάννης Μεν. Ξυλούρης
Δικηγόρος / Ηράκλειο Κρήτης
Στην παλιά Κρήτη χρησιμοποιούσαμε μια φράση που έδειχνε τον πλούτο τής ψυχής μας και το πλάτος τής καρδιάς μας. Υποδεχόμασταν τους ξένους, ακόμα και τους πιο ταπεινούς, λέγοντας “στην κεφαλή μας”. Στο DNA τού λαού μας είχε περάσει ο σεβασμός και η προστασία τού κάθε κατατρεγμένου. Στους αρχαίους χρόνους, άνθρωποι καταδιωγμένοι προσέτρεχαν και αγκάλιαζαν τους βωμούς στους ναούς τών θεών. Τους έλεγαν ικέτες, και από εκείνη τη στιγμή κανείς δεν μπορούσε να τους βλάψει. Μ’ αυτές τις παραδόσεις και μ’ αυτές τις αρχές ανατράφηκα.
Σήμερα, αυτοί οι άνθρωποι έρχονται πρόσφυγες, πεινασμένοι και κυνηγημένοι από τις εστίες τους, εξαιτίας πολέμων που οι ίδιοι δεν τους προκάλεσαν και ζητούν την οφειλόμενη προστασία μας. Θα μείνει ζωντανό στη μνήμη μου το νεκρό κορμάκι τού μικρού Αϊλάν στο ακρογυάλι, με βυθισμένο το προσωπάκι του στην άμμο, με τα μαλλάκια του στο κύμα που δεν πρόλαβαν να χαρούν το μητρικό χάδι, για να στοιχειώνει τους εφιάλτες μου, να βουρκώνει τα μάτια μου και να καταδιώκει τη συνείδηση μου. Τα παιδιά όλου τού κόσμου είναι δικά μου παιδιά.
Από συμπολίτες, κατά τα πάντα έντιμους και καταξιωμένους, που εκτιμώ και την κρίση τους και τα δημοκρατικά φρονήματα τους, ακούω συχνά να εκφράζονται φόβοι για τους κινδύνους που η συναναστροφή με τους μετανάστες, θα επιφέρει στην σωματική και την κοινωνική υγεία μας. Ή, ακόμα χειρότερα, στην καθαρότητα τής (Αρίας;) φυλής μας. Ουδείς αμφισβητεί τον κίνδυνο μεταδοτικών ασθενειών ή έκνομων ενεργειών. Όμως το ερώτημα δεν είναι αυτά τα ίδια τα δεινά αλλά οι φορείς τους.
Πιο απλά, αναρωτιέμαι αν η σωματική υγεία μας δεν κινδυνεύει το ίδιο ή και περισσότερο από ομοεθνείς μας, ή αν ανάμεσα στους συμπατριώτες μας δεν κυκλοφορούν μεγαλοπαραβάτες τού ποινικού νόμου. Εσχάτως, οι κυκλοφορούσες “λίστες” περιλαμβάνουν αδικήματα σπουδαίων παραγόντων τής κοινωνικής (και πολιτικής) ζωής μας, απείρως σοβαρότερα από την κλοπή λίγων τροφίμων. Άλλωστε πάνω από 150 χρόνια πριν, το 1862, ένα μυθιστόρημα που μέχρι τις μέρες μας αποτελεί κοινωνικό ευαγγέλιο, πιο πολυδιαβασμένο από την Βίβλο ή το Κεφάλαιο τού Μαρξ (που οι περισσότεροι αναγνώστες τους έχουν μείνει στα εξώφυλλα) και ανάθρεψε γενιές και γενιές σ’ όλο τον κόσμο, μιλά για την ιστορία ενός δραπέτη κατάδικου που έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί γιατί πεινούσε. Και το βιβλίο (Οι Άθλιοι) και ο συγγραφέας του (Βίκτωρ Ουγκώ) έχουν μείνει αθάνατοι.
Απ’ αυτούς τους κλέφτες λοιπόν κινδυνεύει ο “ακατάλυτος” κοινωνικός ιστός μας; Απ’ αυτούς κινδυνεύει η “άσπιλη” και “αμόλυντη” κοινωνία μας;
Δεν μάς ενοχλούν τα καραβάνια τών τουριστών, που κάθε χρόνο παρακαλούμε ν’ αυξάνουν. Στο τέλος τής κάθε “σαιζόν“ μετράμε τα λεφτά που μάς άφησαν, βλέποντας μας να παίζουμε τους Κρητικούς, σ’ ένα φτηνό θέατρο, σαν παλιάτσοι για τη διασκέδαση τους. Δεν μάς ενοχλεί ούτε η κατανάλωση τού πολύτιμου νερού μας, ούτε το πόσα εμείς ξοδεύουμε για να εισάγουμε τ’ αναγκαία τρόφιμα για τη διατροφή τους.
Το ξέρουμε πως η κρητική γη έχει εγκαταλειφθεί, αφού οι εργάτες της έγιναν γκαρσόνια στα ξενοδοχεία. Έχουμε αλλάξει τις καθημερινές μας συνήθειες και συμπεριφορές, τις λέξεις και την ορολογία που χρησιμοποιούμε. Ακόμα και τις επιγραφές στα μαγαζιά μας τις γράφουμε με το λατινικό αλφάβητο. Επομένως, ποιός ζημιώνει τον πολιτισμό μας; Οι μετανάστες ή οι τουρίστες;
Προσέξτε. Ουδείς αμφισβητεί τις καλές προθέσεις τών ανησυχούντων. Ουδείς αμφισβητεί τα ευγενικά τους ελατήρια. Όμως, από το σημείο αυτό και πέρα ο δρόμος είναι ολισθηρός. Πριν 80 χρόνια και κάτι, με τέτοια επιχειρήματα ξεκίνησε ένας διωγμός που εξελίχθηκε στην ντροπή ολόκληρης τής ευρωπαϊκής ηπείρου, και στο πιο μελανό σημείο τής σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Και τότε η “κοινωνική καθαρότητα” αποτέλεσε σημαία, που στο όνομα της εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους με τον πιο φρικαλέο τρόπο.
Τα “αντικοινωνικά στοιχεία” δεν ήταν μόνο Εβραίοι, αλλά και Πολωνοί, Ρώσοι, ‘Ελληνες, τσιγγάνοι, ανάπηροι, διανοητικά καθυστερημένοι, όλοι αυτοί που χαρακτηρίσθηκαν ως “υπάνθρωποι”. Τα μνημεία τού ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν είναι μόνο η Κνωσσός, η Ακρόπολη, το Λούβρο, ο Πύργος τού Άϊφελ, η πύλη τού Βραδεμβούργου ή το Αλκάσαρ. Είναι και το Νταχάου, το Άουσβιτς, το Μπέργκεν Μπέλσεν, το Μπίργκεναου, το Μπούχενβαλντ, το Μαϊντάνεκ, το Μαουτχάουζεν.
Συγκεντρώνουν κάθε χρόνο τον ίδιο αριθμό τουριστών, και αποθανατίζονται στις ίδιες έγχρωμες polaroid φωτογραφίες. Θα είναι ντροπή μας, αν ανάμεσα σ’ αυτά τα “μνημεία” αύριο θα συγκαταλέγονται στον τόπο μας σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που χαριτωμένα αποκαλούνται hot spots (καυτά σημεία). Μια ειρωνική προσωνυμία που δεν ξέρω ποιός ανόητος την σκέφτηκε, και τόσο άκριτα την υιοθέτησαν τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί μας.
Τα φαινόμενα τής ξενοφοβίας και τού ρατσισμού δεν καλλιεργήθηκαν μόνο από άρρωστα γερμανικά μυαλά που τα στείλαμε στην κρεμάλα και έτσι καθαρίσαμε. Ούτε και ξεκίνησαν για να φτάσουν εκεί που έφτασαν. Από τη στιγμή που θ’ αρχίσει κάποιος να σκέφτεται την προστασία τής κοινωνίας από άρρωστα και εγκληματικά στοιχεία, που είναι διαφορετικά από τον ίδιο, ή δεν γεννήθηκαν μέσα στα ίδια γεωγραφικά σύνορα μ’ αυτόν, ο κίνδυνος να γλιστρήσει σ’ επικίνδυνα μονοπάτια είναι σοβαρός και, φοβάμαι, αναπότρεπτος.
“Το χέρι που σκότωσε, μπορεί να ξεκίνησε για να χαϊδέψει”, λέει κάπου ο Τάσος Λειβαδίτης. Οι καλές προθέσεις δεν φτάνουν. Ακόμα και αν κάποιος νομίζει πως έχει την αναγκαία συγκρότηση να διαχειριστεί και ν’ αποφύγει τον κίνδυνο τής εκτροπής (κάτι για το οποίο ισχυρά αμφιβάλλω) είναι βέβαιο πως ο καθημερινός ανθρωπάκος που δηλητηριάζεται με τέτοιες απόψεις χωρίς να κάνει σύνθετες σκέψεις, θα ξεφύγει σ’ έναν δρόμο χωρίς επιστροφή.
Να το θυμάστε.