«Ξέχασε» 1 εκατομμύριο ευρώ; Το Πόθεν Έσχες, ο λογιστής και η κοινή λογική που σηκώνει τα χέρια ψηλά
Υπάρχουν λάθη που διορθώνονται με μια απλή διευκρίνιση. Υπάρχουν παραλείψεις που μοιάζουν ανθρώπινες. Και υπάρχουν και περιπτώσεις που η εξήγηση είναι τόσο μεγάλη όσο και το ποσό που λείπει.
Στην υπόθεση του Πόθεν Έσχες του Νίκου Ανδρουλάκη, η λέξη «παραδρομή» καλείται να σηκώσει βάρος άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ. Και όσο καλή θέληση κι αν έχει κανείς, η κοινή λογική κάπου σκοντάφτει. Γιατί άλλο να ξεχάσεις να δηλώσεις έναν παλιό λογαριασμό με λίγα ευρώ, κι άλλο να εμφανίζεται στις καταθέσεις μια θεαματική «βουτιά» από περίπου 1.076.358 ευρώ σε περίπου 58.000 ευρώ. Αυτό δεν είναι υποσημείωση. Είναι ολόκληρο κεφάλαιο.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέδωσε τη μη συμπερίληψη των λογαριασμών εξωτερικού σε αμέλεια του λογιστή του, τονίζοντας ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί δηλώνονται επί σειρά ετών και ότι θα κινηθούν οι νόμιμες διαδικασίες συμπλήρωσης.
Δεκτό ως διαδικαστική απάντηση. Πολιτικά όμως; Εκεί αρχίζει το πρόβλημα.
Διότι ο πολίτης που παλεύει με την Εφορία, τα τεκμήρια, τις εισφορές, τις δηλώσεις, τα πρόστιμα και τις προθεσμίες, δύσκολα μπορεί να ακούσει ψύχραιμα ότι «ξεχάστηκε» ένα ποσό τέτοιου μεγέθους. Στον απλό φορολογούμενο, η παράλειψη λίγων εκατοντάδων ευρώ μπορεί να γίνει εφιάλτης. Στην πολιτική σκηνή, ένα εκατομμύριο ευρώ βαφτίζεται «λογιστικό λάθος» και περνά από το παράθυρο των εξηγήσεων.
Και εδώ δεν κρίνεται μόνο ο Ανδρουλάκης. Κρίνεται συνολικά η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος. Γιατί όταν ένας πολιτικός αρχηγός μιλά καθημερινά για θεσμούς, διαφάνεια και λογοδοσία, δεν μπορεί το δικό του Πόθεν Έσχες να αφήνει πίσω του τέτοια σκιά. Η διαφάνεια δεν είναι σύνθημα για τα τηλεοπτικά πάνελ. Είναι υποχρέωση. Και μάλιστα από τις απολύτως βασικές.
Το πιο ειρωνικό είναι ότι το Πόθεν Έσχες υποτίθεται πως υπάρχει ακριβώς για να μην υπάρχουν σκιές. Να βλέπει ο πολίτης καθαρά τι έχει, τι αποκτά και τι δηλώνει κάθε δημόσιο πρόσωπο. Όταν όμως χρειάζεται μετά διευκρινιστική δήλωση για να εξηγηθεί γιατί λείπουν λογαριασμοί άνω του ενός εκατομμυρίου, τότε το εργαλείο διαφάνειας αρχίζει να μοιάζει με παλιό σουρωτήρι: κρατά τα χοντρά ή τα αφήνει να περνούν;
Η επίκληση του λογιστή είναι γνώριμο ελληνικό καταφύγιο. Φταίει ο λογιστής, φταίει το σύστημα, φταίει η πλατφόρμα, φταίει η μη αυτόματη άντληση στοιχείων από τράπεζες του εξωτερικού. Όλα μπορεί να ισχύουν τεχνικά. Αλλά πολιτικά, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταβιβάζεται σαν χαρτάκι σε δημόσια υπηρεσία.
Ο λογιστής συμπληρώνει. Ο πολιτικός υπογράφει.
Και όταν υπογράφεις Πόθεν Έσχες, δεν υπογράφεις πρόσκληση σε βάφτιση. Υπογράφεις δημόσια λογοδοσία.
Δεν χρειάζονται κραυγές. Χρειάζεται σοβαρότητα. Να διορθωθεί η δήλωση, να ελεγχθεί η υπόθεση, να υπάρξουν πλήρεις εξηγήσεις. Όχι μισόλογα, όχι επικοινωνιακά μπαλώματα, όχι «πάμε παρακάτω». Γιατί το «πάμε παρακάτω» είναι ακριβώς η φράση που έφερε την πολιτική ζωή εδώ που βρίσκεται: σε μόνιμη κρίση εμπιστοσύνης.
Το πολιτικό ερώτημα είναι απλό και βαρύ:
αν ένας αρχηγός κόμματος μπορεί να επικαλείται αμέλεια για ποσό άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, τι μήνυμα παίρνει ο απλός πολίτης;
Ότι οι κανόνες είναι αυστηροί για τους πολλούς και ελαστικοί για τους λίγους;
Γιατί αυτό είναι το πραγματικό δηλητήριο. Όχι μόνο η παράλειψη. Η αίσθηση ότι στην Ελλάδα υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ένα για τον πολίτη που τρέμει το πρόστιμο και ένα για το πολιτικό προσωπικό που εξηγεί, διορθώνει και συνεχίζει. Και κάπως έτσι, το Πόθεν Έσχες από θεσμικό εργαλείο γίνεται πολιτικό ανέκδοτο.
Μόνο που εδώ το αστείο είναι ακριβό. Πολύ ακριβό.