Γιατί η ακροδεξιά φαίνεται κυρίαρχη στα social media της Λέσβου
Πώς τα social media έγιναν επιμελημένα ιδιωτικά ΜΜΕ και γιατί ο τοξικός λόγος παίρνει προτεραιότητα
Το περιστατικό με το πρώτο μωρό του 2026 στη Λέσβο είναι γνωστό: μια γέννα, μια είδηση, και μέσα σε λίγη ώρα ένα κύμα ψηφιακής χολής που δεν στρεφόταν σε πολιτικές αποφάσεις αλλά σε κάτι άφωνο — ένα νεογέννητο. Αυτή η εικόνα δεν είναι η «είδηση». Είναι το σύμπτωμα.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πώς γίνεται να γράφονται τέτοια σχόλια;» (γίνονται, το ξέρουμε).
Το ερώτημα είναι: γιατί αυτά τα σχόλια αποκτούν δυσανάλογη ορατότητα, ρυθμό και επιρροή, ώστε να δημιουργούν την αίσθηση ότι «η ακροδεξιά κυριαρχεί»;
Από εδώ και πέρα, το ζητούμενο δεν είναι η ηθική αποδοκιμασία – αυτή είναι αυτονόητη. Το ζητούμενο είναι η κατανόηση του μηχανισμού. Γιατί χωρίς κατανόηση, κάθε αντίδραση παραμένει εγκλωβισμένη στο ίδιο σύστημα που παράγει το πρόβλημα.
Αυτή την προσπάθεια κατανόησης περιγράφει με μεγάλη καθαρότητα ο Robin Berjon στο κείμενό του “Fascintern Media” στο berjon.com
Την ίδια σκέψη, σε ελληνική, πιο “χειρουργική” διατύπωση, την έφερε στη δημόσια συζήτηση ο κ. Γιώργος Γιωτής με ανάρτησή του στο Facebook, βασισμένη στην παραπάνω πηγή. Και, τέλος, η τοπική δημοσιογραφική ανάγνωση – το πώς αυτό φαίνεται, πώς παρερμηνεύεται και πώς «δουλεύει» ειδικά στη Λέσβο – είναι η ανάλυση που έχει ήδη ξεκινήσει να καταγράφει το Lesvosnews.net.
Ας τα βάλουμε σε τάξη.
Το πρώτο λάθος: νομίζουμε ότι μιλάμε σε “δημόσια πλατεία”
Η πιο ανθεκτική αυταπάτη της ψηφιακής εποχής είναι ότι τα social media είναι μια νέα δημόσια σφαίρα (public sphere – δημόσια σφαίρα): ένας κοινός τόπος όπου οι ιδέες συγκρούονται και, ιδανικά, οι καλύτερες επικρατούν.
Αυτό μπορεί να ίσχυε – με επιφυλάξεις – σε ένα πρώιμο, πιο «αφελές» διαδίκτυο. Σήμερα, όμως, ειδικά για τις μεγάλες πλατφόρμες, ο Berjon επιμένει ότι πρέπει να αλλάξουμε μοντέλο κατανόησης: δεν βρισκόμαστε σε πλατεία. Βρισκόμαστε σε ένα ιδιωτικό μιντιακό σύστημα που έχει εκδότη, απλώς τον λέμε “αλγόριθμο”.
Με απλά λόγια: οι πλατφόρμες λειτουργούν σαν εφημερίδες που τυπώνουν διαφορετικό πρωτοσέλιδο για τον καθένα, κάθε δευτερόλεπτο, με στόχο όχι την ενημέρωση αλλά την παραμονή.
Ο Berjon το εξηγεί με όρους κλασικής σύνταξης:
- ανεύρεση υλικού (sourcing – συλλογή περιεχομένου),
- φιλτράρισμα (filtering – επιλογή/αποκλεισμός),
- ιεράρχηση (ranking – κατάταξη/προτεραιοποίηση).
Μόνο που εδώ δεν υπάρχει αίθουσα σύνταξης με ονόματα. Υπάρχουν συστήματα που αποφασίζουν ποιο περιεχόμενο θα πάρει “στήλες”, ποιο θα θαφτεί, ποιο θα ξανασερβιριστεί σε χιλιάδες χρήστες μέχρι να γίνει «ατζέντα».
Κι αυτό σημαίνει κάτι άβολο: η ορατότητα δεν είναι δικαίωμα. Είναι προϊόν.
Η οικονομία της προσοχής: γιατί το μίσος είναι “αποδοτικό”
Εδώ μπαίνει ο δεύτερος άξονας: η οικονομία της προσοχής (attention economy – οικονομία της προσοχής). Στα social media το βασικό εμπόρευμα είναι ο χρόνος μας. Όχι οι ιδέες μας.
Για να πουληθεί χρόνος, πρέπει να παραχθεί προσκόλληση. Και ο πιο γρήγορος δρόμος προς την προσκόλληση είναι η συναισθηματική ένταση. Το περιεχόμενο που προκαλεί θυμό, φόβο, αηδία, περιφρόνηση, “σοκ”, παράγει πιο εύκολα:
- αλληλεπίδραση (engagement – αλληλεπίδραση: σχόλια, αντιδράσεις, κοινοποιήσεις),
- χρόνο παραμονής,
- επαναφορά στο feed,
- και – τελικά – έσοδα.
Αυτό δεν είναι ηθικό σχόλιο. Είναι λειτουργική περιγραφή. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, ο λόγος που «αρπάζει» είναι ο λόγος που μοιράζεται. Κι ο λόγος που μοιράζεται είναι ο λόγος που αναστατώνει.
Η ακροδεξιά ρητορική είναι κατασκευασμένη να αναστατώνει. Δεν χρειάζεται να είναι σύνθετη. Χρειάζεται να είναι αιχμηρή, απλουστευτική, στοχοποιητική. Να “σπάει” σε φράσεις. Να γεννά αντανακλαστικά. Να στήνει στρατόπεδα. Γι’ αυτό και η κυριαρχία της στα social συχνά δεν είναι πολιτική υπεροχή. Είναι πλεονέκτημα format: η μορφή της ταιριάζει με τη μηχανή που την διανέμει.
“Fascintern media”: ο διεθνής συντονισμός ως μιντιακό φαινόμενο
Ο Berjon χρησιμοποιεί τον όρο Fascintern και Fascintern media για να περιγράψει κάτι ευρύτερο: ένα διεθνές πλέγμα στο οποίο η ακροδεξιά δρα σαν να έχει κοινή στρατηγική, όχι πάντα σε επίπεδο κομματικών οργανώσεων αλλά σε επίπεδο ρυθμού, αφηγημάτων και τεχνικών διάδοσης.
Το κέντρο βάρους δεν είναι ότι «υπάρχουν ακροδεξιοί». Αυτοί υπήρχαν πάντα. Το νέο είναι ότι:
- οι πλατφόρμες είναι κυρίαρχα μέσα που τα χρησιμοποιούν όλοι – ακόμη και όσοι διαφωνούν με την ακροδεξιά,
- το επιχειρηματικό τους μοντέλο ευνοεί τις μορφές λόγου που παράγουν σύγκρουση,
- η σύγκρουση γίνεται πολιτική ύλη: σταθερή, καθημερινή, εθιστική.
Σ’ αυτό το έδαφος, η ακροδεξιά δεν χρειάζεται να “πείσει”. Χρειάζεται να επιβάλει ρυθμό, να κρατά τη συζήτηση σε μόνιμο καθεστώς έντασης, να μετατρέπει κάθε γεγονός σε δοκιμασία «ταυτότητας».
Γιατί στη Λέσβο αυτό δείχνει πιο έντονο
Η Λέσβος έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: εδώ η πραγματικότητα είναι ήδη βαριά από συμβολισμούς. Το νησί κουβαλάει χρόνια τώρα το βάρος του προσφυγικού ως εμπειρία, ως πολιτική σύγκρουση, ως καθημερινότητα. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου πολλά θέματα είναι “έτοιμα” να γίνουν πολιτισμικός πόλεμος (culture war – πολιτισμικός πόλεμος): δηλαδή σύγκρουση που δεν αφορά λύσεις, αλλά ταυτότητες.
Σε τέτοια περιβάλλοντα, τα social media λειτουργούν σαν επιταχυντές. Η τοπική είδηση μετατρέπεται εύκολα σε πανελλαδικό σύμβολο. Το ανθρώπινο γίνεται “σημαία”. Και η “σημαία” προκαλεί επιθέσεις. Όχι επειδή η τοπική κοινωνία είναι μονοσήμαντα έτσι, αλλά επειδή το σύστημα επιβραβεύει το περιεχόμενο που μπορεί να στηθεί σαν μάχη.
Η δημοσιογραφική εμπειρία του Lesvosnews.net δείχνει κάτι σταθερό: η εικόνα των social media δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στη βιωμένη κοινωνική πραγματικότητα του νησιού. Αντιστοιχεί όμως άριστα στη λογική των πλατφορμών.
Με άλλα λόγια: η ακροδεξιά δεν φαίνεται ισχυρή επειδή είναι πλειοψηφική, αλλά επειδή είναι συμβατή με το μοντέλο διανομής.
Οι δύο παγίδες: “να μείνουμε να τους διώξουμε” και “να μιλήσουμε εκεί που είναι ο κόσμος”
Ο Berjon αποδομεί δύο επιχειρήματα που ακούγονται λογικά, αλλά στηρίζονται σε λάθος κατανόηση του ψηφιακού χώρου.
Παγίδα πρώτη: «Δεν θα τους αφήσουμε τον χώρο»
Στον φυσικό κόσμο, αν μια πλατεία γεμίσει τραμπούκους, μπορείς να πας με περισσότερους ανθρώπους, να πάρεις χώρο, να αλλάξεις συσχετισμό.
Στον ψηφιακό κόσμο, όμως, ο “χώρος” δεν είναι κοινός. Είναι πλατφόρμα με ιδιοκτήτη και αλγόριθμο ιεράρχησης (ranking algorithm – αλγόριθμος κατάταξης). Αν το σύστημα θέλει να κάνει δέκα φωνές να φαίνονται σαν χίλιες, μπορεί. Αν θέλει να κάνει χίλιες να φαίνονται σαν δέκα, επίσης μπορεί.
Άρα δεν “διώχνεις” κάποιον με παρουσία. Αντιθέτως, μπορεί να του αυξάνεις το κοινό, γιατί κάθε σύγκρουση είναι καύσιμο.
Παγίδα δεύτερη: «Πρέπει να μιλήσουμε εκεί που είναι ο κόσμος»
Κι εδώ το πρόβλημα είναι τεχνικό: σε μια πλατεία, αν μιλήσεις, σε ακούν όσοι είναι γύρω σου. Στα social, δεν μιλάς σε όσους σε ακολουθούν. Μιλάς σε όσους επιλέγει να σε δείξει ο αλγόριθμος.
Ο αλγόριθμος, δηλαδή, δεν είναι “ταχυδρόμος”. Είναι εκδότης. Και κάθε εκδότης έχει γραμμή – αν όχι πολιτική, τότε σίγουρα εμπορική.
Η πιο δύσκολη διαπίστωση: η αντιπαράθεση συχνά δυναμώνει το φαινόμενο
Εδώ πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι παθαίνουν σοκ όταν το ακούνε, αλλά είναι βασικό: όταν απαντάς στο τοξικό μέσα στο ίδιο οικοσύστημα, συχνά κάνεις ακριβώς αυτό που θέλει η πλατφόρμα: αυξάνεις αλληλεπίδραση.
Δεν μιλάμε για «ηθικό ισοζύγιο». Μιλάμε για μηχανική. Κάθε “μάχη” δημιουργεί σήματα (signals – σήματα):
«Αυτό ενδιαφέρει. Αυτό κρατάει κόσμο. Αυτό να δείξουμε περισσότερο».
Έτσι η ακροδεξιά δεν χρειάζεται να είναι πλειοψηφία. Της αρκεί να γίνεται ρυθμιστής ατζέντας (agenda-setting – καθορισμός θεματολογίας): να επιβάλλει για τι μιλάμε, με τι ένταση, με τι λεξιλόγιο, μέχρι να εξαντληθεί ο αντίλογος ή να παρασυρθεί και αυτός σε μια γλώσσα που δεν του ανήκει.
Τι σημαίνει “να καταλάβουμε το μέσο”: από τη θεωρία σε πρακτική ευθύνη
Εδώ η ανάρτηση του κ. Γιώργου Γιωτή (στηριγμένη στο berjon.com) συμπυκνώνει τα παραπάνω σε μια φράση- κλειδί:
«Αν δεν καταλαβαίνεις πώς λειτουργεί το μέσο, τότε το μέσο σε χρησιμοποιεί.»
Αυτό στη Λέσβο – για πολίτες, θεσμούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους – έχει πολύ συγκεκριμένη μετάφραση:
- Να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το feed σαν «αντιπροσωπευτικό δείγμα κοινωνίας». Δεν είναι. Είναι προϊόν κατάταξης.
- Να κόψουμε την αναπαραγωγή της τοξικότητας με το πρόσχημα της «καταγγελίας», όταν ξέρουμε ότι η αναπαραγωγή αυξάνει την ορατότητα.
- Να δουλέψουμε περισσότερο με πλαίσιο (context – πλαίσιο) και λιγότερο με “θερμόμετρο”. Όχι άλλη ένταση. Περισσότερη εξήγηση.
- Να χτίσουμε αυτονομία: ισχυρό site, επιστροφή στο άμεσο κοινό, ενημερωτικά δελτία (newsletters – ενημερωτικά δελτία), κοινότητες που δεν εξαρτώνται από αλγόριθμο.
Ο ίδιος ο Berjon, σε άλλο κείμενό του, μιλά για το τι θα μπορούσε να είναι ένα πιο υγιές μοντέλο κοινωνικής δικτύωσης: περισσότερος πλουραλισμός στους αλγόριθμους, περισσότερος έλεγχος στον χρήστη, λιγότερη συγκέντρωση ισχύος.
Δεν είναι “ουτοπία”. Είναι πολιτική και ρυθμιστική επιλογή.
Συνοψίζοντας...
Η ακροδεξιά δεν είναι ανίκητη. Είναι λειτουργικά ευνοημένη από ένα ψηφιακό περιβάλλον που ανταμείβει τη σύγκρουση και τιμωρεί τη σύνθετη σκέψη. Αν αυτό δεν γίνει κατανοητό, θα συνεχίσουμε να συζητάμε για «φωνές» αντί για μηχανισμούς.
Και τότε, κάθε ανθρώπινη ιστορία — ακόμη και η πιο αθώα — θα κινδυνεύει να μετατρέπεται σε αρένα. Όχι επειδή η κοινωνία το θέλει, αλλά επειδή το σύστημα το βρίσκει αποδοτικό.
Πηγές – Αναφορές
- Robin Berjon, “Fascintern Media”, berjon.com (δημοσίευση 9 Δεκεμβρίου 2025).
- Robin Berjon, “Social Media as It Should Be”, Project Syndicate (13 Ιανουαρίου 2025).
- Ανάρτηση του κ. Γιώργου Γιωτή στο Facebook (βασισμένη στο παραπάνω κείμενο του Berjon).
- Τοπική δημοσιογραφική ανάγνωση / καταγραφή: Lesvosnews.net