Νέος Κώδικας Αυτοδιοίκησης: Τέλος ο δεύτερος γύρος – Τι αλλάζει για δήμους, περιφέρειες και δημοκρατική νομιμοποίηση
Σε ένα από τα πιο κρίσιμα θεσμικά μέτωπα της περιόδου εξελίσσεται η δημόσια διαβούλευση για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει όχι μόνο τον τρόπο λειτουργίας δήμων και περιφερειών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα εκλέγονται οι δήμαρχοι και οι περιφερειάρχες από τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές.
Το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στις 20 Μαΐου 2026, με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται στις 4 Ιουνίου 2026. Πρόκειται για ένα εκτεταμένο νομοθέτημα 761 άρθρων, το οποίο, σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών, ενσωματώνει και εκσυγχρονίζει σχεδόν 2.000 διάσπαρτες διατάξεις που αφορούν τη λειτουργία των δήμων και των περιφερειών.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τον νέο Κώδικα ως εργαλείο απλοποίησης, διαφάνειας, λογοδοσίας και αποτελεσματικότερης διοίκησης. Η πολιτική αντιπαράθεση, όμως, επικεντρώνεται σε ένα σημείο που δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της δημοκρατικής νομιμοποίησης στην Αυτοδιοίκηση: την κατάργηση του δεύτερου γύρου στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές.
Εκλογές σε μία Κυριακή και τέλος στη δεύτερη αναμέτρηση
Η σημαντικότερη αλλαγή που φέρνει ο νέος Κώδικας είναι ότι δήμαρχοι και περιφερειάρχες θα εκλέγονται πλέον σε μία Κυριακή, χωρίς δεύτερο γύρο. Από τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, που προσδιορίζονται για το 2028, ο ψηφοφόρος θα έχει τη δυνατότητα να επιλέγει όχι μόνο τον βασικό συνδυασμό που προτιμά, αλλά και έναν δεύτερο συνδυασμό ως εναλλακτική ψήφο.
Η λογική του νέου συστήματος είναι η εξής: εάν κανένας συνδυασμός δεν εξασφαλίσει το απαιτούμενο ποσοστό από την πρώτη επιλογή, τότε οι δύο πρώτοι συνδυασμοί περνούν σε δεύτερη φάση καταμέτρησης. Εκεί προστίθενται στις ψήφους τους οι δεύτερες προτιμήσεις των ψηφοφόρων που είχαν αρχικά επιλέξει συνδυασμούς οι οποίοι αποκλείστηκαν από τη συνέχεια. Ο επιτυχών συνδυασμός θα αναδεικνύεται από αυτή τη διαδικασία, χωρίς να στηθούν ξανά κάλπες.
Με απλά λόγια, η δεύτερη Κυριακή δεν εξαφανίζεται μόνο ως ημερομηνία. Εξαφανίζεται ως πολιτική διαδικασία. Μέχρι σήμερα, ο δεύτερος γύρος λειτουργούσε ως ανοιχτή αναμέτρηση ανάμεσα στους δύο επικρατέστερους. Οι πολίτες είχαν μία εβδομάδα να σταθμίσουν το αποτέλεσμα, οι παρατάξεις να τοποθετηθούν, οι κοινωνίες να συζητήσουν και οι υποψήφιοι να ζητήσουν καθαρή εντολή. Με το νέο σύστημα, όλα αυτά συμπυκνώνονται μέσα στο ίδιο ψηφοδέλτιο της πρώτης Κυριακής.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη θεσμική ένσταση. Η κυβέρνηση λέει ότι έτσι περιορίζεται το κόστος, μειώνεται η κόπωση των εκλογέων και ενισχύεται η συμμετοχή. Οι επικριτές απαντούν ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν είναι λογιστικό έξοδο. Δεν είναι δεύτερο μεροκάματο για τα εκλογικά συνεργεία. Είναι η βάση πάνω στην οποία ένας δήμαρχος μπορεί να σταθεί απέναντι στην κοινωνία του.
Το όριο του 42% και η νέα λογική της πλειοψηφίας
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες αναφορές στο σχέδιο, δήμαρχος ή περιφερειάρχης εκλέγεται ο επικεφαλής του συνδυασμού που πλειοψηφεί με ποσοστό μεγαλύτερο του 42%. Εάν κανένας συνδυασμός δεν υπερβεί αυτό το όριο, τότε ενεργοποιείται η δεύτερη φάση προσμέτρησης με τις εναλλακτικές ψήφους.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εναλλακτική ψήφος διασώζει το στοιχείο της πλειοψηφίας, αφού ο ψηφοφόρος έχει εξαρχής τη δυνατότητα να δηλώσει ποιον προτιμά ως δεύτερη επιλογή. Θεωρητικά, το επιχείρημα έχει βάση. Πρακτικά, όμως, η Αυτοδιοίκηση δεν λειτουργεί μόνο με μαθηματικούς τύπους. Λειτουργεί με πολιτικές σχέσεις, κοινωνικές ισορροπίες, τοπικές συμμαχίες, προσωπικές αναφορές, μικρές κοινότητες, επαγγελματικά δίκτυα, χωριά, συνοικίες, συλλόγους και τοπικές εντάσεις.
Ο δεύτερος γύρος, με όλα τα προβλήματά του, είχε ένα βασικό πλεονέκτημα: δημιουργούσε καθαρό πολιτικό δίλημμα. Οι πολίτες ήξεραν ποιοι είναι οι δύο υποψήφιοι και επέλεγαν ανάμεσα σε αυτούς. Στο νέο σύστημα, ο πολίτης καλείται να προβλέψει από την πρώτη Κυριακή ποιοι μπορεί να περάσουν στη δεύτερη φάση καταμέτρησης. Αυτό ευνοεί τους μηχανισμούς, τα επιτελεία, τους προεκλογικούς υπολογισμούς και τις συμφωνίες κάτω από το τραπέζι. Όχι απαραίτητα τον απλό δημότη.
Η παρέμβαση Δούκα και η σύγκρουση για την αυτονομία των δήμων
Η πολιτική ένταση ανέβηκε κατακόρυφα μετά την παρέμβαση του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα, ο οποίος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει τους δημάρχους ως υπαλλήλους και τους δήμους ως υπηρεσίες των υπουργείων. Στην ανάρτησή του, υποστήριξε ότι το νέο σύστημα «κονταίνει» τη δημοκρατική νομιμοποίηση των δημάρχων, ενώ άσκησε κριτική και για τα οικονομικά των δήμων, κάνοντας λόγο για περαιτέρω αποδυνάμωση της αυτοτέλειάς τους.
Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι μόνο η πολιτική αιχμή. Είναι ότι η κριτική Δούκα πατά σε ένα ευρύτερο υπαρκτό πρόβλημα: οι δήμοι στην Ελλάδα καλούνται διαρκώς να κάνουν περισσότερα, αλλά με λιγότερα. Πολιτική προστασία, καθαριότητα, σχολικές υποδομές, κοινωνικές υπηρεσίες, διαχείριση καθημερινότητας, αδέσποτα, πράσινο, δρόμοι, φωτισμός, νερά, απορρίμματα. Όλα περνούν από τον δήμο. Όμως οι πόροι, το προσωπικό και οι διοικητικές δυνατότητες παραμένουν συχνά πίσω από τις ανάγκες.
Η ΚΕΔΕ, ήδη από προηγούμενη γενική συνέλευσή της για το σχέδιο του νέου Κώδικα, είχε αναγνωρίσει ως θετικό βήμα την κωδικοποίηση της διάσπαρτης νομοθεσίας, αλλά είχε επιμείνει ότι η μεγάλη εκκρεμότητα παραμένει η ουσιαστική ενίσχυση των δήμων με πόρους, προσωπικό και αρμοδιότητες. Ο ίδιος ο Χάρης Δούκας είχε χαρακτηρίσει τότε τον Κώδικα περισσότερο ως θεσμική τακτοποίηση παρά ως πραγματική μεταρρύθμιση, επισημαίνοντας ότι δεν απαντά στο κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης.
Και εδώ είναι το κλειδί. Ένας Κώδικας μπορεί να είναι νομοτεχνικά άρτιος. Μπορεί να συμμαζεύει διατάξεις, να βάζει τάξη σε διαδικασίες, να ψηφιοποιεί λειτουργίες. Αν όμως δεν λύνει το ζήτημα της οικονομικής αυτοτέλειας, τότε κινδυνεύει να μοιάζει με καινούργιο κουστούμι πάνω σε κουρασμένο σώμα.
Τι άλλο αλλάζει στον νέο Κώδικα
Πέρα από το εκλογικό σύστημα, ο νέος Κώδικας φέρνει σειρά αλλαγών στη λειτουργία της Αυτοδιοίκησης. Το Υπουργείο Εσωτερικών αναφέρει ότι το νομοθέτημα αποτελείται από έξι βιβλία, τα οποία αφορούν τη συγκρότηση της Αυτοδιοίκησης, το σύστημα διακυβέρνησης δήμων και περιφερειών, την καταγραφή αρμοδιοτήτων, την οικονομική διαχείριση, την εποπτεία και γενικές διατάξεις λειτουργίας.
Στις βασικές παρεμβάσεις περιλαμβάνονται η συστηματοποίηση των αρμοδιοτήτων δήμων και περιφερειών, η προσπάθεια περιορισμού των επικαλύψεων ανάμεσα στα επίπεδα διοίκησης, η ενίσχυση εργαλείων διαφάνειας και λογοδοσίας, η πρόβλεψη για ηλεκτρονική ψηφοφορία σε ειδικά εκλογικά κέντρα με παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου, καθώς και η θεσμοθέτηση συμβουλευτικών δημοτικών δημοψηφισμάτων με ηλεκτρονική διαδικασία.
Επίσης, προβλέπεται αναβάθμιση των συμβουλίων νέων, με σαφέστερους κανόνες εκλογής και ηλεκτρονική διαδικασία ψηφοφορίας. Η κατεύθυνση αυτή, στα χαρτιά, κινείται σωστά. Η Αυτοδιοίκηση χρειάζεται περισσότερη συμμετοχή, όχι λιγότερη. Χρειάζεται νέους ανθρώπους, όχι μόνο κομματικούς μηχανισμούς. Χρειάζεται εργαλεία διαβούλευσης, αλλά με πραγματικό αντίκρισμα και όχι ως ψηφιακή βιτρίνα.
Η μεγάλη παγίδα είναι να συγχέεται η ψηφιοποίηση με τη δημοκρατία. Το ότι μια διαδικασία γίνεται ηλεκτρονικά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γίνεται πιο συμμετοχική. Μπορεί να γίνει πιο γρήγορη, πιο φθηνή, πιο εύκολη. Αλλά η συμμετοχή δεν είναι μόνο τεχνολογικό ζήτημα. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη χτίζεται όταν ο πολίτης βλέπει ότι η γνώμη του μετρά, όχι απλώς ότι πατά ένα κουμπί.
Η θετική και η αρνητική πλευρά
Η κωδικοποίηση της αυτοδιοικητικής νομοθεσίας είναι αναγκαία. Για χρόνια, δήμοι, αιρετοί, υπηρεσιακά στελέχη και πολίτες κινούνται μέσα σε έναν λαβύρινθο διατάξεων. Άλλες παλιές, άλλες νεότερες, άλλες αλληλοεπικαλυπτόμενες, άλλες ασαφείς. Η ύπαρξη ενός ενιαίου πλαισίου μπορεί πράγματι να μειώσει τη γραφειοκρατία, να διευκολύνει τις υπηρεσίες και να ξεκαθαρίσει ποιος είναι αρμόδιος για τι.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για μικρούς και νησιωτικούς δήμους, όπου οι υπηρεσίες είναι συχνά υποστελεχωμένες και οι ίδιες διοικητικές μονάδες καλούνται να διαχειριστούν από τεχνικά έργα και προμήθειες μέχρι πολιτική προστασία και κοινωνικές δομές. Για έναν δήμο της περιφέρειας, η ασάφεια δεν είναι θεωρητικό πρόβλημα. Είναι καθυστέρηση σε έργο, χαμένη χρηματοδότηση, μπλοκαρισμένη απόφαση, ταλαιπωρημένος πολίτης.
Άρα, ο νέος Κώδικας έχει ένα πραγματικό θετικό υπόβαθρο: επιχειρεί να βάλει τάξη. Το ερώτημα είναι αν μαζί με την τάξη εισάγει και έναν νέο συγκεντρωτισμό.
Η αρνητική διάσταση: Η Αυτοδιοίκηση δεν είναι απλώς τοπική διοίκηση. Είναι πολιτικός θεσμός. Ο δήμαρχος δεν είναι διευθυντής υποκαταστήματος του κράτους. Ο περιφερειάρχης δεν είναι περιφερειακός μάνατζερ υπουργικών αποφάσεων. Εκλέγονται από κοινωνίες, λογοδοτούν σε πολίτες, συγκρούονται με ανάγκες, συχνά και με την ίδια την κεντρική εξουσία.
Αν η αλλαγή του εκλογικού συστήματος οδηγήσει σε δημάρχους με πιο αδύναμη αίσθηση άμεσης εντολής, τότε το πρόβλημα δεν θα φανεί την ημέρα των εκλογών. Θα φανεί την επόμενη μέρα, όταν ο δήμαρχος θα πρέπει να διεκδικήσει χρηματοδότηση, να αντισταθεί σε άδικες αποφάσεις, να υπερασπιστεί την κοινωνία του, να σηκώσει πολιτικό βάρος.
Η κατάργηση του δεύτερου γύρου μπορεί να παρουσιάζεται ως διοικητικός εκσυγχρονισμός, αλλά έχει καθαρό πολιτικό αποτύπωμα. Περιορίζει τη ζωντανή διαδικασία των τοπικών συγκλίσεων ανάμεσα στις δύο Κυριακές. Αφαιρεί χρόνο από την κοινωνία να ξανασκεφτεί. Μειώνει τη δυνατότητα των μικρότερων παρατάξεων να διαπραγματευτούν δημόσια πάνω σε προγραμματικές βάσεις. Μεταφέρει ένα μέρος της πολιτικής διεργασίας από την πλατεία, το δημοτικό συμβούλιο και τη δημόσια αντιπαράθεση στο παραβάν της πρώτης Κυριακής.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα αντιδημοκρατικό. Είναι όμως λιγότερο πολιτικό. Και η Αυτοδιοίκηση χωρίς πολιτική γίνεται διαχείριση. Καθαρή, ίσως. Γρήγορη, ίσως. Αλλά φτωχότερη.
Η άποψη: η μεταρρύθμιση χρειάζεται δημοκρατικό αντίβαρο
Η χώρα χρειάζεται έναν σύγχρονο Κώδικα Αυτοδιοίκησης. Αυτό δεν αμφισβητείται σοβαρά. Η πολυνομία, η ασάφεια αρμοδιοτήτων, οι καθυστερήσεις και οι διοικητικές επικαλύψεις είναι πραγματικές πληγές. Όμως η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να μετριέται μόνο με όρους ταχύτητας και οικονομίας. Δεν είναι όλα θέμα κόστους. Κάποια πράγματα είναι θέμα θεσμικής ποιότητας.
Η κατάργηση του δεύτερου γύρου είναι αλλαγή βαριά. Δεν αρκεί να παρουσιαστεί ως τεχνική καινοτομία. Χρειάζεται σοβαρή πολιτική αιτιολόγηση, ευρύ διάλογο και ισχυρές εγγυήσεις ότι ο τελικός νικητής θα διαθέτει πραγματική και όχι λογιστική νομιμοποίηση. Διαφορετικά, θα δημιουργηθεί η αίσθηση ότι οι δήμαρχοι εκλέγονται με πιο «στενή» λαϊκή βάση, την ώρα που καλούνται να σηκώσουν περισσότερα βάρη.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο το εκλογικό σύστημα. Είναι ο συνδυασμός του με την υποχρηματοδότηση, την εξάρτηση από κεντρικές αποφάσεις και την αδύναμη διοικητική αυτοτέλεια. Αν ένας δήμος δεν έχει επαρκείς πόρους, δεν έχει προσωπικό, δεν έχει καθαρές αρμοδιότητες και πλέον έχει και δήμαρχο με αμφισβητούμενη πολιτική νομιμοποίηση, τότε δεν μιλάμε για ισχυρή Αυτοδιοίκηση. Μιλάμε για διοίκηση με κοντό λουρί.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ο θεσμός που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη. Εκεί φαίνεται αν το κράτος λειτουργεί ή αν απλώς εκδίδει εγκυκλίους. Εκεί κρίνεται αν μια κοινωνία έχει φωνή ή αν περιμένει αποφάσεις από την Αθήνα. Γι’ αυτό ο νέος Κώδικας πρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο ως νομοτεχνικό έργο, αλλά ως πολιτική επιλογή για το είδος κράτους που θέλουμε.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης