|

Αφθώδης στη Λέσβο: Έξι μήνες μετά, ο Στρατός στο τιμόνι – η σιωπηλή ομολογία αποτυχίας

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

 Η τροπολογία δεν αλλάζει την επιστημονική αρμοδιότητα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Αλλάζει, όμως, ποιος δίνει τις επιχειρησιακές εντολές — και αυτό είναι πολιτικά πολύ μεγαλύτερο από μια απλή ενίσχυση με προσωπικό.

 

Η 2α Σεπτεμβρίου 2026 θα καταγραφεί ως η ημέρα κατά την οποία η κυβέρνηση άλλαξε την αλυσίδα διοίκησης της κρίσης του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Σχεδόν έξι μήνες μετά την πρώτη επιβεβαίωση της νόσου, στις 15 Μαρτίου, η Βουλή ψήφισε τροπολογία που αναθέτει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας τον επιχειρησιακό συντονισμό των υπηρεσιών στο πεδίο.

Η λέξη «επιχειρησιακός» είναι το κλειδί. Η κυβέρνηση επιμένει —και νομικά το κείμενο αυτό προβλέπει— ότι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων διατηρεί τη στρατηγική, κανονιστική και επιστημονική ευθύνη. Όμως ένας αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων, με αναπληρωτή, θα συντονίζει τις κτηνιατρικές υπηρεσίες, τις λιμενικές και τελωνειακές αρχές και τους λοιπούς φορείς που εμπλέκονται στην εφαρμογή των μέτρων.

Άρα, δεν αλλάζει —τουλάχιστον τυπικά— το τι προβλέπουν τα κτηνιατρικά πρωτόκολλα. Αλλάζει το ποιος φροντίζει να εκτελεστούν, με ποια ταχύτητα και με ποιο κέντρο εντολών. Αυτό δεν είναι μια απλή άφιξη μερικών στρατιωτικών κτηνιάτρων. Είναι θεσμική μετατόπιση του επιχειρησιακού ελέγχου.

Τι ακριβώς πήρε ο Στρατός

Το ψηφισθέν κείμενο της τροπολογίας 537/11, που είναι αναρτημένο στη σελίδα της Βουλής, αναθέτει στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας την υλοποίηση του επιχειρησιακού συντονισμού των εμπλεκόμενων δημοσίων υπηρεσιών στις πληττόμενες Περιφερειακές Ενότητες. Η αιτιολογική έκθεση περιγράφει τον στόχο ως ενιαίο επιχειρησιακό σχεδιασμό, διοίκηση και συντονισμό. Η Βουλή καταγράφει το νομοσχέδιο ως ψηφισθέν στις 2/9, σημειώνοντας ότι το αναρτημένο αντίγραφο αναμένει τυπικές διορθώσεις.

Οι εντολές του επιχειρησιακού συντονιστή αφορούν, μεταξύ άλλων, τη μετακίνηση ζώων, σφαγίων και ζωικών υποπροϊόντων, την επίβλεψη των θανατώσεων, την υγειονομική ταφή ή καύση, τη λειτουργία και φύλαξη σημείων ελέγχου, τις απολυμάνσεις οχημάτων και εγκαταστάσεων και την εφαρμογή των ζωνών προστασίας και επιτήρησης. Προβλέπεται επίσης πρόσβαση στα αναγκαία μητρώα και δεδομένα ιχνηλάτησης.

Με απλά λόγια: η τροπολογία δεν στέλνει μόνο ανθρώπους να βοηθήσουν. Δίνει στον μηχανισμό του Υπουργείου Άμυνας τη δυνατότητα να επιβάλει ενιαίο ρυθμό λειτουργίας σε υπηρεσίες που μέχρι τώρα λειτουργούσαν μέσα σε μια πολυεπίπεδη, και πλέον συγκρουσιακή, διοικητική αλυσίδα. Η μη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες επιχειρησιακές υποχρεώσεις συνδέεται με πειθαρχικές συνέπειες.

Η ίδια ρύθμιση προβλέπει έως 3 εκατομμύρια ευρώ προς την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου για προσωπικό, εξοπλισμό, μεταφορές, απολυμάνσεις, χώρους, φύλαξη και καθημερινές επιχειρησιακές ανάγκες. Δεν πρόκειται για ελεύθερη χρηματοδότηση ούτε για άμεση αποζημίωση των κτηνοτρόφων· οι επιλέξιμες δαπάνες και τα ποσά θα εγκρίνονται από το ΥΠΑΑΤ. Το ειδικό καθεστώς λήγει όταν περάσουν τρεις μήνες χωρίς νέο εργαστηριακά επιβεβαιωμένο κρούσμα από το τελευταίο περιστατικό, με ανώτατο όριο την 31η Δεκεμβρίου 2027. Αυτές οι λεπτομέρειες περιλαμβάνονται στο πλήρες κείμενο της τροπολογίας και την αιτιολογική έκθεση.

Η ΠΟΓΕΔΥ μίλησε για «επικίνδυνη εκτροπή» και χρησιμοποίησε ακόμη και τον όρο «στρατιωτικός νόμος στην κτηνοτροφία». Η διατύπωση είναι συνδικαλιστική και πολιτικά φορτισμένη. Νομικά, δεν έχουμε στρατιωτικό νόμο ούτε μεταφορά της επιστημονικής κτηνιατρικής εξουσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις. Έχουμε, όμως, μια εξαιρετική ρύθμιση όπου ένας στρατιωτικός αξιωματικός αποκτά πραγματικό λόγο στην εκτέλεση αποφάσεων πολιτικών και κτηνιατρικών υπηρεσιών. Η διαφορά δεν πρέπει ούτε να δραματοποιείται ούτε να υποβαθμίζεται.

Γιατί τώρα — και όχι τον Μάρτιο;

Η επίσημη εξήγηση είναι επιχειρησιακή: η υψηλή μεταδοτικότητα της νόσου δεν επιτρέπει καθυστερήσεις, επικαλύψεις και διαφορετικές ταχύτητες. Ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Θανάσης Καββαδάς ανακοίνωσε ότι η ιχνηλάτηση βρίσκεται —κατά την κυβερνητική ενημέρωση— στο 80%, έχουν εξεταστεί περισσότερες από 3.115 εκτροφές, επιχειρούν ήδη 15 στρατιωτικοί και 14 κτηνίατροι ή γεωπόνοι, ενώ το Υπουργείο Άμυνας θα διαθέσει 25 κτηνιάτρους. Με την ενίσχυση όλων των φορέων, η δύναμη στο πεδίο μπορεί να ξεπεράσει τα 60 άτομα. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην επίσημη ενημέρωση του ΥΠΑΑΤ.

Η κυβερνητική εκδοχή είναι ότι το κράτος προσθέτει ταχύτητα και πειθαρχία σε μια κρίση μεγάλης κλίμακας. Η πολιτική ανάγνωση, όμως, είναι δυσκολότερη για την κυβέρνηση: αν στις αρχές Σεπτεμβρίου χρειάζεται έκτακτη νομοθετική παρέμβαση για να συντονιστούν κτηνίατροι, λιμάνια, τελωνεία, μεταφορές, θανατώσεις, ταφές και απολυμάνσεις, τότε η κανονική αλυσίδα διοίκησης δεν λειτούργησε επαρκώς.

Τα ρεπορτάζ του Lesvosnews.net είχαν καταγράψει εδώ και μήνες την πορεία προς αυτή τη ρήξη: πρώτα την άφιξη στρατιωτικών κτηνιάτρων ως υποστηρικτικού μηχανισμού, κατόπιν τη διεύρυνση του ρόλου τους και, τελικά, την ανάληψη του επιχειρησιακού τιμονιού από το Υπουργείο Άμυνας. Η κρίσιμη καμπή ήρθε όταν, στα τέλη Αυγούστου, το Περιφερειακό Συμβούλιο ζήτησε πάγωμα των ιχνηλατήσεων και των θανατώσεων. Ακολούθησε η κυβερνητική επιλογή να παρακάμψει την Περιφέρεια στην εφαρμογή των μέτρων.

Αυτό εξηγεί το timing καλύτερα από οποιαδήποτε γενική αναφορά στην «ταχύτητα». Η απόφαση δεν ελήφθη απλώς επειδή ξαφνικά αυξήθηκε η μεταδοτικότητα. Ελήφθη όταν η κεντρική πολιτική συναντήθηκε με ένα τοπικό διοικητικό και πολιτικό μπλοκάρισμα. Η κυβέρνηση επέλεξε να αλλάξει τον κάτοχο του τιμονιού αντί να ανοίξει εκ νέου, με διαφάνεια, τη συζήτηση για το συνολικό μοντέλο αντιμετώπισης.

Η εικόνα των αριθμών δείχνει καθυστέρηση

Το ίδιο το ΥΠΑΑΤ αναφέρει ότι μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί περίπου 7,3 εκατομμύρια ευρώ σε θανατωθέντα ζώα, τυροκομεία και απώλεια εισοδήματος. Την ίδια ώρα παραμένουν εκκρεμείς η ενίσχυση για τις ζωοτροφές και η αποζημίωση για το κατεστραμμένο γάλα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι πρώτες πληρωμές για θανατωμένα ζώα ξεκίνησαν στις 27 Απριλίου και ότι μόνο η ανάγκη για ζωοτροφές σε εθνικό επίπεδο μπορεί να ξεπεράσει τα 100 εκατομμύρια ευρώ.

Οι πληρωμές δεν είναι απλώς οικονομικό παράρτημα. Είναι μέρος της διαχείρισης μιας επιζωοτίας: χωρίς ρευστότητα, οι παραγωγοί δεν μπορούν να εφαρμόσουν βιοασφάλεια, να αγοράσουν ζωοτροφές, να επαναδραστηριοποιηθούν ή να συνεργαστούν με ένα σύστημα που τους ζητά να θυσιάσουν το ζωικό τους κεφάλαιο. Όταν η επιχείρηση παραμένει ενεργή επί μήνες και ταυτόχρονα οι αποζημιώσεις, οι ζωοτροφές και η ανασύσταση των κοπαδιών μένουν πίσω, το κράτος χάνει όχι μόνο χρόνο αλλά και κοινωνική νομιμοποίηση.

Η στρατιωτική εμπλοκή μπορεί να μειώσει τον χρόνο από τον εντοπισμό μέχρι τη θανάτωση ή την ασφαλή ταφή. Δεν μπορεί, όμως, να απαντήσει στο ερώτημα γιατί η πλήρης επιχειρησιακή κινητοποίηση δεν οργανώθηκε από την πρώτη εβδομάδα, ούτε γιατί η κρίση έφτασε να χρειάζεται ειδική νομοθετική αλυσίδα εντολών.

Το εμβόλιο δεν είναι λεπτομέρεια — είναι το στρατηγικό ερώτημα

Ο υφυπουργός δήλωσε στη Βουλή ότι τον εμβολιασμό τον αποφασίζουν οι επιστήμονες και όχι οι πολιτικοί. Η αρχή είναι σωστή. Όμως η επίκληση της επιστήμης δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα μη λογοδοσίας. Αν η επιστημονική εισήγηση ήταν να συνεχιστούν αποκλειστικά η ιχνηλάτηση, οι περιορισμοί και οι θανατώσεις, τότε αυτή η εισήγηση πρέπει να δημοσιοποιηθεί: ποιοι αποφάσισαν, με ποια δεδομένα, ποια αντιστοίχιση στελέχους–εμβολίου αξιολογήθηκε και γιατί απορρίφθηκε ή δεν ενεργοποιήθηκε η επείγουσα vaccination strategy.

Το Lesvosnews.net είχε ανοίξει τη συζήτηση ήδη από τον Μάρτιο με την πρώτη δημόσια αναφορά στον εμβολιασμό, ενώ τον Απρίλιο και τον Μάιο ανέδειξε τη διαφορετική διαχείριση της Κύπρου και το ερώτημα αν η Λέσβος «κυνηγά τον ιό από πίσω» (Κύπρος και εμβολιασμός, ανάλυση για την καθυστέρηση). Στις 2 Σεπτεμβρίου παρουσίασε και νέα μελέτη που αναφέρει αποτελεσματικότητα έως 78,5% από την πρώτη εβδομάδα (το σχετικό δημοσίευμα).

Ο αριθμός αυτός δεν αρκεί από μόνος του για να αποδείξει ότι η Λέσβος έπρεπε οπωσδήποτε να εμβολιαστεί. Χρειάζεται το πλήρες επιστημονικό paper, η μεθοδολογία, το στέλεχος του ιού και η αξιολόγηση των εμπορικών και υγειονομικών συνεπειών. Αρκεί, όμως, για να απαιτηθεί δημόσια τεκμηρίωση. Ο Στρατός μπορεί να εκτελέσει το σχέδιο. Δεν μπορεί να αποφασίσει αν το σχέδιο ήταν εξαρχής το σωστό.

Η Βρετανία του 2001: όχι, δεν ανέλαβε ο «στρατός πυρηνικού πολέμου»

Σχετικά με όσα κατά καιρούς ειπωθεί για τον αφθώδη στη Βρετάνια ας βάλουμε ένα τέλος στους μύθους. Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι όχι, τουλάχιστον όχι με βάση τα επίσημα βρετανικά πορίσματα. Στην επιζωοτία του αφθώδους πυρετού στη Βρετανία το 2001, η στρατιωτική συνδρομή κατατάχθηκε ως Military aid to other government departments. Η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή τόνισε ότι η απόλυτη πρωτοκαθεδρία ανήκε στις πολιτικές αρχές και ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις λειτουργούσαν υποστηρικτικά. Το σχετικό πόρισμα της Επιτροπής Άμυνας της Βουλής των Κοινοτήτων είναι σαφές.

Η Βρετανία, πράγματι, χρησιμοποίησε τον στρατό σε μεγάλη κλίμακα. Η επιζωοτία είχε πάνω από 2.000 μολυσμένες εκμεταλλεύσεις, περισσότερα από 6 εκατομμύρια ζώα οδηγήθηκαν σε θανάτωση και το δημόσιο κόστος ξεπέρασε τα 3 δισεκατομμύρια λίρες, σύμφωνα με την έκθεση της βρετανικής Επιτροπής Δημόσιων Λογαριασμών. Ο στρατός βοήθησε κυρίως στη διοικητική οργάνωση, στις μεταφορές, στις θανατώσεις και στη διάθεση των σφαγίων.

Και εδώ υπάρχει ένα μάθημα για τη Λέσβο: η μεγάλη στρατιωτική βοήθεια δεν ζητήθηκε από την πρώτη ημέρα. Το βρετανικό Υπουργείο Άμυνας είχε ενημερωθεί νωρίς, αλλά η σαφής ανάγκη για ευρεία στρατιωτική συνδρομή αναγνωρίστηκε στα μέσα Μαρτίου, όταν η κλίμακα της νόσου είχε γίνει ορατή. Η ανεξάρτητη Lessons to be Learned Inquiry καταγράφει ότι το Υπουργείο Άμυνας είχε ειδοποιηθεί στις 20 Φεβρουαρίου, περιορισμένος αριθμός στρατιωτικών κτηνιάτρων αναπτύχθηκε στις 14 Μαρτίου, δύο αξιωματικοί logistics στάλθηκαν στις 17–18 Μαρτίου και η 101η Ταξιαρχία Logistics ανέλαβε κρίσιμο ρόλο στον συντονισμό. Το πόρισμα καταλήγει ότι αυτό θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα.

Το ίδιο πόρισμα εξηγεί τι πραγματικά πρόσφερε ο στρατός: όχι αντικατάσταση των κτηνιάτρων, αλλά ηγεσία, διαχείριση, εφοδιαστική και αξιοποίηση τοπικών συνεργείων. Οι Ένοπλες Δυνάμεις εργάστηκαν δίπλα στους περιφερειακούς επιχειρησιακούς διευθυντές και στους κτηνιατρικούς υπευθύνους. Η επιχείρηση «Slubber», όπως τεκμηριώνεται από το Imperial War Museums, αφορούσε απομάκρυνση και διάθεση σφαγίων — όχι διοίκηση μιας επιστημονικής πολεμικής επιχείρησης.

Η σύγχυση με την «ομάδα πυρηνικού πολέμου» πιθανότατα προκύπτει επειδή το βρετανικό πόρισμα Άμυνας συζητά, σε διαφορετικό σημείο, την NBC capability — την ικανότητα αντιμετώπισης πυρηνικών, βιολογικών και χημικών απειλών. Η αναφορά αυτή αφορά ξεχωριστό αμυντικό σχεδιασμό και δεν αποτελεί απόδειξη ότι μονάδα πυρηνικού, βιολογικού ή χημικού πολέμου ανέλαβε τον αφθώδη. Οι στολές και οι διαδικασίες απολύμανσης στις εικόνες του 2001 ήταν μέτρα βιοασφάλειας, όχι ένδειξη ότι οι κτηνιατρικές επιχειρήσεις διοικούνταν από πυρηνική μονάδα.

Είναι αποτυχία;

Η θέση αυτού του άρθρου είναι καθαρή: πρόκειται για ένδειξη αποτυχίας στη διοίκηση της κρίσης, όχι αυτομάτως για απόδειξη ότι κάθε επιστημονική επιλογή ήταν λανθασμένη.

Αποτυχία είναι ότι χρειάστηκαν σχεδόν έξι μήνες, νέα κρούσματα, τεράστιο κόστος, εξάντληση των υπηρεσιών, σύγκρουση με την Περιφέρεια και απώλεια εμπιστοσύνης για να διαπιστωθεί η ανάγκη ενός ενιαίου επιχειρησιακού κέντρου. Αποτυχία είναι ότι η πολιτεία εμφανίζεται να έχει επάρκεια εντολών μόνο όταν τις μεταφέρει σε μια στρατιωτική ιεραρχία. Αποτυχία είναι, τέλος, ότι η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί περισσότερη πειθαρχία χωρίς να έχει λάβει ακόμη πλήρη εικόνα για τα δεδομένα, τις εναλλακτικές και την τελική στρατηγική εξόδου.

Δεν είναι αποτυχία το να ζητήσει μια κυβέρνηση τη συνδρομή των Ενόπλων Δυνάμεων σε μια μεγάλη επιζωοτία. Αυτό μπορεί να είναι απολύτως λογικό, εφόσον ο στρατός χρησιμοποιείται εκεί όπου έχει συγκριτικό πλεονέκτημα: logistics, συντονισμό, μεταφορές, διαχείριση χώρων, ανθρώπινο δυναμικό και ταχύτητα. Η αποτυχία βρίσκεται στην καθυστέρηση και στην πολιτική χρήση της στρατιωτικής λύσης ως υποκατάστατου μιας έγκαιρης πολιτικής προστασίας της ζωικής παραγωγής.

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να πει «ο Στρατός ανέλαβε» και ταυτόχρονα να αφήσει την ευθύνη να αιωρείται. Το ΥΠΑΑΤ διατηρεί την επιστημονική και στρατηγική αρμοδιότητα. Άρα διατηρεί και την πολιτική ευθύνη για το μοντέλο: για το αν η ιχνηλάτηση ήταν επαρκής, αν οι θανατώσεις έγιναν στον σωστό χρόνο, αν οι ταφές και οι απολυμάνσεις ήταν ασφαλείς, αν η επιλογή μη εμβολιασμού τεκμηριώθηκε και αν το παραγωγικό κεφάλαιο της Λέσβου μπορεί να ανασυσταθεί.

Τι θα γίνει από εδώ και πέρα

Το πιο πιθανό είναι ότι τις πρώτες εβδομάδες θα δούμε περισσότερη επιχειρησιακή ένταση: νέες ομάδες, επιτάχυνση ιχνηλατήσεων, αυστηρότερους ελέγχους μετακινήσεων, εντονότερη παρουσία στα σημεία ελέγχου, ταχύτερη επίβλεψη θανατώσεων και μεγαλύτερη πίεση για υγειονομική ταφή ή καύση. Είναι πιθανό να αυξηθούν προσωρινά και τα καταγεγραμμένα θετικά περιστατικά, επειδή θα αυξηθεί η κάλυψη των ελέγχων. Αυτό δεν θα σημαίνει κατ’ ανάγκη νέα διασπορά· μπορεί να σημαίνει ότι εντοπίζονται καθυστερημένα παλιές αλυσίδες μετάδοσης.

Το δεύτερο μέτωπο θα είναι πολιτικό. Η ανάθεση επιχειρησιακών εντολών σε αξιωματικό και η πρόβλεψη πειθαρχικών συνεπειών είναι πιθανό να οξύνουν τη σύγκρουση με την Περιφέρεια, τους δημόσιους κτηνιάτρους και τους κτηνοτρόφους, εάν δεν συνοδευτούν από διαφάνεια και συμμετοχή. Η στρατιωτική ιεραρχία μπορεί να επιβάλει την εκτέλεση. Δεν μπορεί να επιβάλει εμπιστοσύνη.

Το τρίτο μέτωπο είναι ο χρόνος. Το ειδικό καθεστώς δεν τελειώνει επειδή ανακοινώθηκε ο νέος συντονισμός. Ο χρόνος των τριών μηνών χωρίς νέο εργαστηριακά επιβεβαιωμένο κρούσμα αρχίζει ουσιαστικά από το τελευταίο επιβεβαιωμένο περιστατικό και επανεκκινεί αν εμφανιστεί νέο. Ακόμη και σε θετικό σενάριο, η Λέσβος θα χρειαστεί μήνες για ανασύσταση κοπαδιών, αποκατάσταση εισοδήματος, ζωοτροφές, γάλα, εμπόριο και επαναφορά της εμπιστοσύνης.

Το τέταρτο μέτωπο είναι ο εμβολιασμός. Αν τα κρούσματα συνεχιστούν, η συζήτηση θα επιστρέψει με μεγαλύτερη ένταση. Αν περιοριστούν, η κυβέρνηση θα υποστηρίξει ότι η υπάρχουσα στρατηγική δικαιώθηκε. Και στις δύο περιπτώσεις, η απάντηση πρέπει να είναι γραπτή και μετρήσιμη — όχι επικοινωνιακή. Οι πολίτες και οι παραγωγοί δικαιούνται να γνωρίζουν ποια επιστημονική απόφαση ελήφθη και ποια δεδομένα θα την επιβεβαιώσουν ή θα την ανατρέψουν.

Το πραγματικό τεστ

Η επιτυχία της στρατιωτικής εμπλοκής δεν θα κριθεί από τον αριθμό των στολών στο πεδίο ούτε από τις φωτογραφίες των απολυμάνσεων. Θα κριθεί από τον χρόνο από την υποψία μέχρι τη δειγματοληψία, από τον χρόνο από το θετικό αποτέλεσμα μέχρι τη λήψη μέτρων, από το αν θα κλείσει πραγματικά το κενό της ιχνηλάτησης, από την ασφαλή διάθεση των σφαγίων, από τη δημοσίευση αξιόπιστων δεδομένων και από το αν οι αποζημιώσεις θα φτάσουν στους ανθρώπους πριν εγκαταλείψουν οριστικά την κτηνοτροφία.

Χρειάζεται ένα δημόσιο εβδομαδιαίο ενημερωτικό σημείωμα λογοδοσίας με κρούσματα, ελεγχθείσες εκτροφές, χρόνο ανταπόκρισης, θανατώσεις, ταφές, απολυμάνσεις, αρνητικά δείγματα, πληρωμές και εκκρεμότητες. Χρειάζεται επίσης να δημοσιευθεί η επιστημονική εισήγηση για τον εμβολιασμό. Αν το κράτος ζητά από τους κτηνοτρόφους να εμπιστευθούν τους επιστήμονες, οφείλει να τους δείξει τη δουλειά των επιστημόνων.

Η Λέσβος δεν χρειάζεται έναν πιο πειθαρχημένο τρόπο για να συνεχίσει το ίδιο αδιέξοδο. Χρειάζεται σχέδιο εξόδου. Ο Στρατός μπορεί να γίνει χρήσιμο εργαλείο ανάταξης, μόνο αν χρησιμοποιηθεί για αυτό που ξέρει να κάνει και όχι για να καλύψει όσα η πολιτική διοίκηση δεν θέλει να εξηγήσει.

Η τελική εικόνα είναι σκληρή: ο Στρατός δεν μπήκε επειδή ο αφθώδης έγινε πόλεμος· μπήκε επειδή η διοίκηση της κρίσης έχασε τη μάχη του συντονισμού. Τώρα η κυβέρνηση έχει μία τελευταία ευκαιρία να μετατρέψει αυτή την καθυστερημένη παρέμβαση σε πραγματική ανασύνταξη. Αν αποτύχει, η τροπολογία θα μείνει στην ιστορία όχι ως σχέδιο διάσωσης, αλλά ως η στιγμή που το κράτος αναγνώρισε —χωρίς να το ομολογήσει— ότι το προηγούμενο μοντέλο είχε εξαντλήσει τα όριά του.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις