|

Μνήμη Ντόρας Γιαννακοπούλου

Η Ντόρα Γιαννακοπούλου και ο Παναγιώτης Σκορδάς στην αυλή του Λώριετ (φωτό αρχείο Παναγιώτη Σκορδά).

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
10'

Μια συνέντευξη τής πολύ σπουδαίας Μυτιληνιάς ερμηνεύτριας, ηθοποιού και συγγραφέως, που «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών,  στον Παναγιώτη Σκορδά,  πριν περίπου 30 χρόνια

«Μια από τις πιο πολυδιάστατες παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, μια δημιουργό που διέσχισε για περισσότερα από εξήντα χρόνια διαφορετικά πεδία της τέχνης, αφήνοντας ίχνη στο θέατρο, στο τραγούδι και στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία».

Με αυτά τα λόγια η ενημερωτική ιστοσελίδα in.gr ξεκινά το αφιέρωμά  της  στην Ντόρα Γιαννακοπούλου, τη Μυτιληνιά δημιουργό χάραξε μια ιδιαίτερα ευδιάκριτη καλλιτεχνική πορεία.

Η Θεοδώρα Κοτοπούλη, έτσι ήταν το πατρικό της, έκανε δύο γάμους. Από τον πρώτο κράτησε το επίθετό της. Δεύτερος σύζυγός της ήταν ο ηθοποιός Μηνάς Χρηστίδης, με τον οποίο απέκτησε τον συγγραφέα Λένο Χρηστίδη («Bororό», «Μονολόγκ»).  Αδελφή της η Μαρία Κοτοπούλη, γνωστή  συγγραφέας και συνεργάτρια στο «Λεσβιακό Ημερολόγιο. Γράμματα – Τέχνες – Πολιτισμός», Πρώτος ξάδερφός της  ο Λάκης Κομνηνός και ανιψιός της, ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαζωμένος.

Το καλοκαίρι του 1998 βρέθηκε στη Μυτιλήνη στα γυρίσματα της σειράς που βασιζόταν στο βιβλίο της «Ο μεγάλος θυμός» και μίλησε για αυτό το βιβλίο σε εκδήλωση. Με την ευκαιρία αυτή  την συνάντησα  και έκανα μία συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιολικά Νέα» και περιλήφθηκε στο βιβλίο μου με τον τίτλο «Πρόσωπα: 30 συζητήσεις και συνεντεύξεις με σημαντικούς ανθρώπους» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αιολίδα» το 2014.

Στην μνήμη της την αναδημοσιεύω.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Ντόρα Γιαννακοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μυτιλήνη. Με το τέλος των θεατρικών της σπουδών στην Αθήνα θα παίξει και θα τραγουδήσει στο έργο Ένας Όμηρος του Μπρένταμ Μπίαμ, που ανέβασε ο Λεωνίδας Τριβιζάς στο «Κυκλικό Θέατρο» με τραγούδια που είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο. Τότε αρχίζει μια παράλληλη καριέρα στο θέατρο και στο τραγούδι, με σύγχρονες εμφανίσεις στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στις πρώτες μπουάτ στην Πλάκα. Βγάζει δίσκους με τα τραγούδια του Όμηρου και συνεχίζει με την Όμορφη Πόλη των Θεοδωράκη – Μποστ – Κακογιάννη και λίγο αργότερα με τις Μικρές Κυκλάδες του Οδυσσέα Ελύτη.

Στη διάρκεια της Χούντας φεύγει στο εξωτερικό, όπου με μια μικρή ομάδα κάνει τουρνέ στις χώρες της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης με ένα ιδιόμορφο πρόγραμμα βασισμένο στη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Μετά τη μεταπολίτευση σταματά σχεδόν αμέσως το θέατρο και το τραγούδι. Η πρόβα του νυφικού, που κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1993, είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα είναι το πρώτο γραπτό κείμενο, με δεύτερο ένα διήγημα στη Λέξη με τίτλο «Ο Πάπαρδος», δημοσιευμένο το Μάρτιο του 1995. Ο μεγάλος θυμός (1996) είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της. Και τα δύο μυθιστορήματα έγιναν σειρές για την τηλεόραση. Ακολούθησαν άλλα 7 μυθιστορήματα.

 

 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ντόρα Γιαννακοπούλου

Υπάρχω μέσα στα βιβλία μου, στους ήρωες των έργων μου

Συνέντευξη στον Παναγιώτη Σκορδά

Η Ντόρα Γιαννακοπούλου βρέθηκε στη Μυτιλήνη από τις 28 έως τις 30 Ιουνίου για την παρουσίαση του βιβλίου της με την ευκαιρία των γυρισμάτων του σε τηλεοπτική παραγωγή από τον Κώστα Κουτσομύτη. Στην ομιλία της την Κυριακή 28 Ιουνίου στο χώρο του ξενοδοχείου «Λώριετ», εμφανώς συγκινημένη από τους χαιρετισμούς παλιών της φίλων και γνωστών όπως ο Περικλής Μαυρογιάννης και η Ντόρα Πολίτη αναφέρθηκε εκτενώς στα παιδικά της χρόνια στη Μυτιλήνη, καθώς και στην καλλιτεχνική της πορεία. Συνάντησα την κ. Γιαννακοπούλου το βράδυ της Δευτέρας 29 Ιουνίου στην αυλή του «Λώριετ».

Συζητήσαμε για μια ώρα περίπου. «Είναι η πρώτη φορά που μίλησα για το βιβλίο μου σε ανοιχτή εκδήλωση. Δεν μου αρέσουν αυτού του είδους οι προβολές. Μια και ήρθα στη Μυτιλήνη, όμως, έπρεπε να το κάνω», μου είπε. «Έρχεστε συχνά στο νησί;», τη ρώτησα. «Παλιότερα ερχόμουν πολύ συχνά. Από το 1978 που αγόρασα ένα σπίτι στο Καγιάνι κάθε καλοκαίρι για ένα μήνα ήμουν εδώ. Στη Μυτιλήνη μεγάλωσε και ο γιος μου, ο Λένος Χρηστίδης. Από το 1985 αραίωσαν κάπως οι επισκέψεις μου. Τώρα είμαι πάλι εδώ». Η συζήτηση γρήγορα απλώθηκε σε πολλά θέματα. Η καλλιτεχνική πορεία, αλλά κυρίως η προσωπικότητα της κ. Γιαννακοπούλου είναι μια πρόκληση για κάτι τέτοιο.

Ξεκινήσατε με το θέατρο, συνεχίσατε με το τραγούδι και καταλήξατε στη λογοτεχνία. Ποια πλευρά του ταλέντου σας σάς εκφράζει και σας ικανοποιεί περισσότερο;

Η μεγάλη μου μανία από μικρό παιδί ήταν το θέατρο. Έπαιζα στη Χορωδία Μυτιλήνης, παρακολουθούσα τους θιάσους που έρχονταν στο νησί, είχα πάθος για το θέατρο. Μάλιστα, κάποια στιγμή στα 14 μου χρόνια περίπου, ένιωθα έντονα το αίσθημα της φυγής. Ήθελα να φύγω από τη Μυτιλήνη για να παίξω στο θέατρο. Παραλίγο δε, να κάνω και την κουτουράδα και να ακολουθήσω έναν ηθοποιό ενός μουσικού θεάτρου. Ευτυχώς που την τελευταία στιγμή δεν παρασύρθηκα γιατί τέτοια πράγματα, όπως καταλαβαίνεις, είναι πολύ επικίνδυνα για ένα παιδί. Τελικά επικράτησε η λογική. Αυτή η μανία που είχα όμως για το θέατρο δεν έσβησε, γι’ αυτό και ασχολήθηκα μ’ αυτό μόλις μου προσφέρθηκε η ευκαιρία. Τώρα το τραγούδι. Με το που βγήκα με το Κυκλικό Θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά, ανεβάζαμε μια παράσταση, τον “Όμηρο” του Μπρένταμ Μπίαμ, που μαζί με τα λόγια έχει και τραγούδια. Οι ηθοποιοί έπρεπε να τραγουδάνε. Τη μουσική έτυχε να τη γράψει ο Θεοδωράκης. Όλοι οι ηθοποιοί τραγουδάγαμε. Τραγούδησα κι εγώ και διαπιστώσαμε ότι είχα ταλέντο. Και στη Μυτιλήνη βέβαια τραγουδούσα: στη χορωδία, στις εκκλησίες, στη Χρυσομαλλούσα, τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής. Ήξερα ότι έχω μια αξιόλογη φωνή αλλά τώρα γινόταν επαγγελματικό το πράμα, ξέφευγε από το ερασιτεχνικό. Έτσι βγήκα και στο τραγούδι από μια σύμπτωση, λόγω του θεάτρου. Μετά βέβαια τα παράτησα όλα.

Υπήρχε κάποιος λόγος που τα παρατήσατε ή ήταν μια προσωπική επιλογή;

Όχι, δεν υπήρχε κανένας λόγος. Απλά τα παράτησα γιατί δεν με ενδιέφεραν. Μου είχε περάσει η λόξα και η δόξα. Πολύ μικρή είχα παίξει τα πάντα και είχα τραγουδήσει πολύ ωραία τραγούδια με το Μίκη. Μετά τα πράγματα άρχισαν να επαναλαμβάνονται, να πέφτουνε, να γίνεται μια έκπτωση. Ήταν κάτι που δεν μου άρεσε, δεν με ενδιέφερε και αποφάσισα να αποσυρθώ.

 

Πώς θυμόσαστε αυτή την εποχή κοντά στο Μίκη;

Η δεκαετία του ’60 ήταν μια περίοδος εκπληκτική, γίνανε τρομερά πράγματα στο τραγούδι, στο θέατρο, στην πολιτική. Η πολιτική, βέβαια, επηρέαζε τα πολιτιστικά. Το υπόβαθρο των τεχνών ήταν η πολιτική. Οι άνθρωποι που γνώρισα τότε ήταν σπουδαίοι, πραγματικές μορφές και όπως είναι φυσικό εμένα που ήμουν σε νεαρή ηλικία τότε με σημαδέψανε. Παρ’ όλα αυτά όμως εγώ δεν παρελθοντολογώ. Νοσταλγώ αυτά τα χρόνια αλλά δεν στέκομαι εκεί, κοιτάζω μπροστά.

 

Μεταξύ ένδοξου παρελθόντος και αβέβαιου μέλλοντος επιλέγετε το μέλλον;

Δεν στέκομαι στο παρελθόν, γιατί αυτό το έζησα. Θέλω να δω τι θα γίνει στο μέλλον. Ας πούμε, τι θα γίνει στο 2050. Εγώ δεν θα ζω τότε, θα λείπω. Για μην πω στο 3000. Τι θα γίνει άραγε σε 1.000 χρόνια; Τρομερό, ε; Να ήμασταν εκεί!

 

Στη χθεσινή σας ομιλία επιμείνατε ιδιαίτερα στην παιδική σας ηλικία. Πιστεύετε ότι αυτά τα χρόνια επηρεάζουν τη ζωή του ανθρώπου;

Σαφώς. Η παιδική ηλικία διαμορφώνει το χαρακτήρα του ανθρώπου. Το πώς ζεις, το πώς μεγαλώνεις επηρεάζουν το μέλλον σου. Εγώ μιλώντας στη Μυτιλήνη για πρώτη φορά, ήταν λογικό να αναφερθώ σ’ αυτά που έζησα εδώ, στα παιδικά μου χρόνια. Η περίοδος αυτή είτε είναι ευτυχισμένη είτε δυστυχισμένη, μένει βαθιά χαραγμένη στον άνθρωπο. Το ίδιο συνέβη και με μένα.

 

Η Μυτιλήνη του χθες και του σήμερα έχουν καμιά σχέση; Σας αρέσει όπως τη βλέπετε σήμερα;

Προσωπικά δεν μου αρέσει. Βέβαια καταλαβαίνω ότι η πόλη αναπτύσσεται και απλώνεται, χτίζονται καινούργια πράγματα. Ευτυχώς που υπάρχει η θάλασσα, το Κάστρο, οι ελαιώνες, τα ωραία αρχοντικά και δίνουν κάποιο χρώμα από το παρελθόν. Εγώ για να πάω από το σπίτι μας στο Χάλικα στο σχολείο, κάθε μέρα διέσχιζα μια διαδρομή από τα Μαύρα Σίδερα προς το νοσοκομείο που ήταν χωράφια. Τώρα είναι ένας συνοικισμός όπως η Κυψέλη. Δεν γνωρίζω τίποτα. Μόνο ένα σπίτι και το κτίριο του παλιού τρελοκομείου, που όπως έμαθα τώρα στεγάζει την κρατική ραδιοφωνία. Θυμάμαι που περνάγαμε παιδιά από εκεί και είχαμε μια μεγάλη περιέργεια γι’ αυτούς τους ανθρώπους που κρεμόντουσαν στα κάγκελα και έβαζαν ξαφνικά κάτι φωνές. Τώρα περνάω και είναι το ίδιο κτίριο, με την ΕΡΤ μέσα. Τι ωραία πράγματα! Πώς αλλάζουν τα πράγματα!.

 

Διαβάζοντας το βιογραφικό σας στάθηκα ιδιαίτερα στο σημείο που λέτε ότι το πρώτο βιβλίο σας «Η πρόβα νυφικού» ήταν ουσιαστικά και το πρώτο γραπτό κείμενο. Αλήθεια, πώς αισθάνεται μια συγγραφέας που το πρώτο της γραπτό γνωρίζει τέτοια μεγάλη επιτυχία;

Είναι τρομερό αυτό. Εγώ όταν έγραψα αυτό το βιβλίο και μου έλεγε κάποιος ότι θα πουλήσει 5.000 αντίτυπα θα το θεωρούσα πολύ σπουδαίο. Θα του έλεγα, λες; Μακάρι! Σκέψου ότι υπάρχουν συγγραφείς που με 2-3 εκδόσεις θεωρούνται πετυχημένοι. Πού να μου έλεγε κανείς ότι θα γινόταν αυτός ο χαμός. Θα έλεγα τρελός είσαι. Δεν το περίμενα ποτέ. Αλλά βλέπεις είναι αυτά τα μαγικά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή. Πραγματικά το πιστεύω αυτό, κάποια στιγμή συμβαίνουν πράγματα που εγώ τα ονομάζω μαγικά, που δεν ξέρεις, δεν μπορείς να εξηγήσεις γιατί συμβαίνουν. Δηλαδή πώς όλος αυτός ο κόσμος αγάπησε αυτό το βιβλίο; Τι τον τράβηξε, τι τον ακούμπησε, τι τον συγκίνησε; Όταν εξαντλήθηκε η πρώτη έκδοση το θεώρησα μεγάλο γεγονός. Το γιόρτασα. Δεύτερη έκδοση, φοβερό γεγονός. Τρίτη έκδοση, ακόμα πιο φοβερό. Οι πρώτες εκδόσεις στην «Πρόβα Νυφικού» πήγαιναν διστακτικά. Στο «Μεγάλο θυμό» η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε μια μέρα. Βλέπεις στο δεύτερο βιβλίο το κοινό ήταν έτοιμο, ενώ στο πρώτο πήγαινε ψαχτά. Το ανακάλυπτε σιγά και το αγκάλιαζε. Αυτό είναι κάτι συναρπαστικό.

 

Τι χρειάζεται να έχει ένα κείμενο για να το χαρακτηρίσουμε λογοτεχνικό;

Νομίζω πρώτα από όλα ειλικρίνεια. Το φτιαχτό πράγμα, το προσποιητό, ο αναγνώστης το μυρίζεται. Όταν κάποιος γράφει για να προβληθεί, να κάνει τον έξυπνο, τον πολύξερο, τον ανώτερο, ο αναγνώστης θα το καταλάβει και θα του γυρίσει την πλάτη. Αντιθέτως, η ειλικρίνεια, ο αυθορμητισμός, το συναίσθημα, ακουμπούν τον αναγνώστη. Πιστεύω ακόμη στα μυθιστορήματα πρέπει αν υπάρχει μύθος. Έχω διδαχθεί από τα κλασικά έργα όλων των μεγάλων συγγραφέων, από λογοτέχνες μέχρι τους θεατρικούς και τους μεγάλους τραγικούς ότι χαρακτηριστικό των έργων τους είναι οι συναρπαστικές ιστορίες, η πλοκή, το πάθος, ο έρωτας, οι μανίες, η δράση.

 

Εσείς έχετε επηρεαστεί από κάποιον συγγραφέα ιδιαίτερα;

Ένας συγγραφέας που μου αρέσει πάρα πολύ και δεν είναι λογοτέχνης αλλά θεατρικός είναι ο Ίψεν. Έχει αυτά τα χαρακτηριστικά που είπα προηγουμένως. Μ’ αρέσει επίσης ο Προυστ και ο Ντοστογιέφσκι. Και βέβαια πολλοί άλλοι και πολλά έργα επίσης.

 

Πιστεύετε ότι με το ταλέντο γεννιόμαστε;

Μάλλον. Πρέπει να υπάρχει κάτι που σε μια δεδομένη στιγμή θα γίνει ένα κλικ, θα γυρίσει ένα κουμπί και θα πεταχτεί έξω. Ό,τι και να συμβεί νομίζω ότι θα έρθει μια στιγμή και θα πάει μπροστά.

 

Αφήνετε να εννοηθεί ότι ενδεχομένως να υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν με ταλέντο αλλά δεν το αξιοποίησαν;

Υπάρχει κι αυτό. Μπορεί να μην τους δόθηκε η ευκαιρία, να μην βρέθηκαν τα κατάλληλα πρόσωπα. Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχει κοντά μας ένας καλός άγγελος που σε μια δεδομένη στιγμή μας πιάνει από το χέρι και μας οδηγεί εκεί που πρέπει. Πιθανότατα αυτοί οι άνθρωποι να είχαν την ατυχία και να μην ήταν δίπλα τους αυτός ο καλός άγγελος.

 

Με το πολύπλευρο ταλέντο σας ανοίξατε πολλές πόρτες. Υπήρχε και κάποια που έμεινε κλειστή;

Όχι, δεν έχω κανένα παράπονο. Είμαι χορτασμένη απ’ όλα. Ό,τι έκανα είχε επιτυχία. Δεν υπάρχει κάτι μέσα μου που να ήθελα να το κάνω και να μην έγινε.

 

Ποίηση γράφετε;

Όχι, δεν γράφω. Ούτε έγραψα ποτέ. Διάβασα πολύ ποίηση. Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο, Καββαδία και τραγούδησα με το Μίκη πολλά μελοποιημένα ποιήματα. Δεν έγραψα, όμως, γιατί προφανώς δεν υπάρχει ταλέντο.

 

Πώς αισθάνεστε όταν ολοκληρώσετε ένα βιβλίο;

Νιώθω μια ανακούφιση, ότι αυτό που ήθελα να γράψω το τελείωσα. Από τη στιγμή αυτή ξεκινάει μια αγωνία πώς θα το δει ο κόσμος. Κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος εκ των προτέρων ποια θα είναι η απήχηση του έργου του. Εγώ με το «Μεγάλο θυμό» είχα πολύ μεγάλη αγωνία, γιατί μια επιτυχία δεν σημαίνει ότι και το επόμενο βιβλίο θα το αγαπήσει το ίδιο ο κόσμος. Αν δεν του αρέσει δεν θα το αγκαλιάσει.

 

Τα κείμενά σας τα βλέπετε δεύτερη και τρίτη φορά; Τα δίνετε σ’ άλλον να τα διαβάσει; Ζητάτε άλλες γνώμες;

Τα δουλεύω πολύ. Η μόνη γνώμη που ζητάω είναι του άντρα μου, ο οποίος είναι κριτικός, και έτσι αποτελεί για μένα και το τρίτο μάτι και την κριτική ματιά. Όταν τελειώνω κάτι το δίνω και το διαβάζει. Αν μου πει εντάξει, είμαι σίγουρη ότι είναι καλό. Αν μου πει “αυτό ξαναγράψτο”, το δουλεύω από την αρχή. Για μένα αυτή η γνώμη είναι πολύ σημαντική. Και η ίδια, βέβαια, μυρίζομαι εάν κάτι πάει καλά ή όχι σ’ αυτά που γράφω.

 

Τη φαντασία σας την επισκέπτεστε ή σας επισκέπτεται;

Μάλλον την επισκέπτομαι. Υπάρχουν πολλά κουτάκια μέσα μου που χρειάζονται ξεκλείδωμα για να βγουν πράγματα προς τα έξω.

 

Πιστεύετε ότι οι συγγραφείς υπάρχουν μέσα στα έργα τους, στους ήρωες των έργων τους, ή είναι έξω από αυτούς;

Πιστεύω ότι οι συγγραφείς είτε το θέλουν είτε όχι, υπάρχουν μέσα στα έργα τους. Δεν μπορεί να μην υπάρχει ο συγγραφέας μέσα στα κείμενα που γράφει. Από πού θα αντλήσει; Εγώ τα πρόσωπα των έργων μου τα ξέρω, τα έχω ζήσει, τα έχω συναντήσει. Μπορεί μέσα σε ένα πρόσωπο να υπάρχουν πολλά πρόσωπα, πολλά χαρακτηριστικά διαφορετικών προσώπων. Εάν δεν τα ξέρω αυτά πώς θα τα γράψω; Ας πούμε στην Πρόβα Νυφικού όλη η ιστορία είναι φανταστική, τίποτα δεν είναι πραγματικό. Όμως τα πρόσωπα τα ξέρω πολύ καλά. Ακόμα και οι άντρες έχουν στοιχεία από μένα. Μπαίνει η ιδεολογία μου μέσα στους ήρωες, μπαίνουν τα πιστεύω μου. Επομένως υπάρχω μέσα στα έργα μου.

 

Όταν σας ζήτησαν να μεταφέρουν το βιβλίο σας στην τηλεόραση το δεχτήκατε πρόθυμα ή είχατε ενδοιασμούς;

Δεν είχα κανέναν ενδοιασμό από τη στιγμή που μου το ζήτησε ο Κουτσομύτης. Ο Κουτσομύτης είναι μια εγγύηση τεράστια, είναι ένας πολύ μεγάλος σκηνοθέτης και τι το καλύτερο από αυτό ήθελα να γίνει. Ακόμα και στη μεταφορά ήμουν πολύ τυχερή. Χτύπησα λαχείο.

 

Μια κακή τηλεοπτική μεταφορά ζημιώνει ένα λογοτεχνικό έργο;

Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να βάζει στη σωστή του θέση το βιβλίο. Ακόμα, λοιπόν, και αν μία μεταφορά είναι πολύ κακή, το βιβλίο δεν να πάθει τίποτα, γιατί θα πούνε ότι ο σκηνοθέτης δεν το πέτυχε, δεν το έκανε όπως έπρεπε. Αυτό, όμως, είναι κέρδος για το βιβλίο με την έννοια ότι θα προκαλέσει μια συζήτηση γύρω από αυτό, θα γίνει αντικείμενο ενδιαφέροντος.

 

Ανήκετε και σεις στο πολυπληθές λεσβιακό πνευματικό δυναμικό που ζει στην Αθήνα. Ποιοι λόγοι οδήγησαν αυτούς τους ανθρώπους εκτός νησιού;

Καθένας είχε τους δικούς του λόγους. Θα σου πω για τον εαυτό μου. Είναι ένα περίεργο πράγμα. Όσο ζεις σ’ αυτό τον υπέροχο τόπο δεν καταλαβαίνεις την αξία του, το πόσο σημαντικός είναι και γι’ αυτό θέλεις να πας κάπου αλλού, όπου νομίζεις ότι γίνονται πράγματα πιο μεγάλα, πιο σπουδαία. Αυτό το αίσθημα της φυγής είναι πιο έντονο στην παιδική ηλικία. Έτσι και γω ήθελα να φύγω και να κάνω αυτά που έβλεπα στο σινεμά και στο θέατρο. Φαντάζομαι ότι και στους υπόλοιπους κάτι ανάλογο θα συνέβη. Όπως και να το κάνουμε, όμως, τα περιθώρια του νησιού είναι στενά. Όταν, λοιπόν, υπάρχει ένα ταλέντο που θέλει να ξεπεταχτεί, να απλωθεί, το νησί δεν μπορεί να το καλύψει, δεν μπορεί να το κρατήσει. Το κέντρο έχει άλλες δυνατότητες.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αιολικά Νέα, στις 13 Ιουλίου1998)

 

η συνέντευξη περιλαμβάνεται στο βιβλίο "Πρόσωπα"

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις