|

Το φιάσκο της κακοκαιρίας στη Λέσβο: όταν ο φόβος αντικαθιστά τη λογική

Μήνυμα έκτακτης ειδοποίησης του 112 πάνω από μια ήρεμη Μυτιλήνη, σε μια ημέρα όπου οι προβλέψεις για ακραία καιρικά φαινόμενα δεν επιβεβαιώθηκαν, αφήνοντας πίσω τους περισσότερη αναστάτωση παρά κακοκαιρία.
Μήνυμα έκτακτης ειδοποίησης του 112 πάνω από μια ήρεμη Μυτιλήνη, σε μια ημέρα όπου οι προβλέψεις για ακραία καιρικά φαινόμενα δεν επιβεβαιώθηκαν, αφήνοντας πίσω τους περισσότερη αναστάτωση παρά κακοκαιρία.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Η Λέσβος ξύπνησε σήμερα Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026  σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» — όχι από την κακοκαιρία, αλλά από τις αποφάσεις. Σχολεία κλειστά, μηνύματα του 112  από χθες βράδυ να διαδέχονται το ένα το άλλο, τηλεκπαίδευση εξπρές, γονείς σε πανικό, εργαζόμενοι σε αδιέξοδο. Και όλα αυτά για μια κακοκαιρία που, τελικά, δεν ήρθε ποτέ.

Αξίζει να επιχειρήσουμε μια προσέγγιση της σημερινής και χθεσινής ημέρας χωρίς να σταθούμε μόνο στην ακραία αποτυχία των προβλέψεων.

Η Λέσβος βρέθηκε από χθες το απόγευμα  σε καθεστώς γενικευμένης επιφυλακής, όχι εξαιτίας των καιρικών φαινομένων, αλλά εξαιτίας των αποφάσεων που ελήφθησαν πριν αυτά καν εκδηλωθούν. Σχολεία έκλεισαν οριζόντια, η τηλεκπαίδευση ενεργοποιήθηκε εσπευσμένα, μηνύματα του 112 διακινήθηκαν μαζικά, δημιουργώντας την αίσθηση ενός επικείμενου κινδύνου μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο, η πραγματικότητα που ακολούθησε δεν επιβεβαίωσε σε καμία περίπτωση αυτό το αφήγημα.

Σήμερα στα περισσότερα σημεία του νησιού καταγράφηκαν ασθενείς βροχοπτώσεις, παροδική συννεφιά και, σε αρκετές περιοχές, διαστήματα ηλιοφάνειας. Δεν σημειώθηκαν ακραία φαινόμενα, δεν υπήρξαν καταστροφές, ούτε συνθήκες που να καθιστούν αδύνατη τη λειτουργία των σχολείων. Το χάσμα ανάμεσα στις προβλέψεις και στα πραγματικά δεδομένα ήταν εμφανές. Και αυτό το χάσμα δεν είναι μόνο μετεωρολογικό· είναι βαθιά διοικητικό.

Η απόφαση για το καθολικό κλείσιμο των σχολείων είχε άμεσες και σοβαρές κοινωνικές συνέπειες. Χιλιάδες γονείς κλήθηκαν να κρατήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι, ενώ οι ίδιοι όφειλαν να παρουσιαστούν κανονικά στην εργασία τους. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας συνέχισαν να λειτουργούν, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη πρόβλεψη για τη στήριξη των οικογενειών. Η καθημερινότητα απορρυθμίστηκε, όχι από τη φύση, αλλά από την έλλειψη συντονισμού και αναλογικότητας στις αποφάσεις.

Η τηλεκπαίδευση, που παρουσιάστηκε εκ νέου ως εύκολη λύση, λειτούργησε περισσότερο ως άλλοθι παρά ως ουσιαστικό εκπαιδευτικό εργαλείο. Χωρίς προετοιμασία, χωρίς σταθερό πλαίσιο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές συνθήκες των νοικοκυριών, επανήλθε ως προσωρινό υποκατάστατο της φυσικής παρουσίας στο σχολείο. Κάθε τέτοια απόφαση, όταν δεν στηρίζεται σε πραγματική ανάγκη, υπονομεύει τη σοβαρότητα του ίδιου του μέτρου.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται σε μια λανθασμένη πρόβλεψη. Αγγίζει τον πυρήνα του τρόπου με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τη διαχείριση του κινδύνου. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σταθερή μετατόπιση από την ψύχραιμη αξιολόγηση στην προληπτική υπερκινητοποίηση. Κάθε πιθανότητα μετατρέπεται σε βεβαιότητα, κάθε προειδοποίηση σε συναγερμό. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με τον φόβο ως κανονικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αγνοηθεί η πολιτική διάσταση των αποφάσεων, η οποία ξεκινά ευθέως από την κεντρική κυβερνητική γραμμή διαχείρισης κινδύνων και διαχέεται προς τα κάτω, επιβάλλοντας ένα ενιαίο μοντέλο αντίδρασης ανεξαρτήτως τοπικών δεδομένων. Η επιλογή οριζόντιων μέτρων, χωρίς διαφοροποίηση ανά περιοχή και χωρίς δυναμική επανεκτίμηση των πραγματικών συνθηκών, παραπέμπει στο πρότυπο αποφάσεων που ελήφθησαν σε κεντρικό επίπεδο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις προχθεσινές κινήσεις του Περιφερειάρχη Αττικής Νίκου Χαρδαλιά.  Πρόκειται για μια λογική που δίνει προτεραιότητα στην επίδειξη αποφασιστικότητας και όχι στην ακρίβεια της κρίσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λεγόμενη «περιφέρεια» —και ειδικά περιοχές όπως το Βόρειο Αιγαίο— οδηγείται σχεδόν μηχανικά στο να ακολουθήσει το ίδιο μοτίβο, όχι επειδή το υπαγορεύουν τα δεδομένα, αλλά επειδή το υπαγορεύει η ιεραρχία. Με κάθε σεβασμό προς τον Περιφερειάρχη και τους Δημάρχους της Λέσβου, δεν είναι λίγοι εκείνοι που είδαν στις αποφάσεις αυτές μια προσπάθεια μίμησης κινήσεων τύπου Χαρδαλιά, με οριζόντια μέτρα και μηδενική ανοχή στο ρίσκο, ακόμη και όταν η πραγματικότητα δεν τα δικαιολογούσε.

Η υπερκινητοποίηση λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός αυτοπροστασίας της διοίκησης. Καλύτερα μια υπερβολική απόφαση, παρά το ρίσκο της κριτικής σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά. Όμως αυτή η επιλογή έχει κόστος. Δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών· τη διαβρώνει. Όταν τα πιο αυστηρά μέτρα λαμβάνονται χωρίς να επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα, τότε η αξιοπιστία της Πολιτείας τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα της χρήσης του 112. Πρόκειται για ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε για πραγματικές καταστάσεις κινδύνου. Η συχνή ενεργοποίησή του για φαινόμενα που τελικά αποδεικνύονται ήπια, οδηγεί αναπόφευκτα σε κόπωση και αδιαφορία. Όταν κάθε ειδοποίηση μοιάζει υπερβολική, η επόμενη –ακόμη κι αν είναι απολύτως δικαιολογημένη– κινδυνεύει να μην ληφθεί σοβαρά υπόψη.

Η Λέσβος δεν χρειάζεται ούτε εφησυχασμό ούτε δραματοποίηση. Χρειάζεται διοίκηση που να αξιολογεί τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, να λαμβάνει υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες και να εφαρμόζει μέτρα με αναλογικότητα. Η πρόληψη είναι απαραίτητη, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από κρίση και μέτρο.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν έβρεξε λιγότερο από όσο προβλεπόταν. Είναι αν, μέσα από τέτοιες αποφάσεις, οικοδομείται ή υπονομεύεται η εμπιστοσύνη ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία. Και σε αυτή την περίπτωση, η ζημιά δεν ήταν καιρική. Ήταν θεσμική.

 

  Σημείωση: Ανεξάρτητα αν θα βρέξει ή όχι τις επόμενες ώρες στο νησί μας είναι δύσκολο να εξηγήσει κάποιος γιατί έκλεισαν σήμερα τα σχολεία και γιατί έχουμε πλέον ένα 112 περιορισμένης αξιοπιστίας....

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις