|

ΠΑΣΟΚ: Διαγραφή, νεύρα και κάλπες με φόντο έναν Ανδρουλάκη που δεν πείθει

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Χρόνος ανάγνωσης :
6'

Το ΠΑΣΟΚ πάει στις κάλπες με διαγραφές, εσωτερικό πόλεμο και έναν αρχηγό που αντί να ανοίγει δρόμο, κλείνει λογαριασμούς. Η υπόθεση Κωνσταντινόπουλου δεν είναι «πειθαρχία». Είναι σύμπτωμα βαθιάς αδυναμίας. Διαβάστε το άρθρο γνώμης.

Το ΠΑΣΟΚ προσέρχεται στις αυριανές εκλογές για την ανάδειξη συνέδρων του 4ου Συνεδρίου του, που θα γίνουν την Κυριακή 15 Μαρτίου από τις 07:00 έως τις 19:00, με το συνέδριο να έχει οριστεί για τις 27 έως 29 Μαρτίου 2026. Αυτά είναι τα τυπικά. Η ουσία όμως είναι πολύ πιο βαριά: το κόμμα πάει στην κάλπη μέσα σε κλίμα εσωτερικής καχυποψίας, ανοιχτής σύγκρουσης και ηγετικής αμηχανίας. Και αυτό δεν είναι απλώς κακό τάιμινγκ. Είναι πολιτικό πρόβλημα πρώτης γραμμής.

Η διαγραφή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου από την Κοινοβουλευτική Ομάδα δεν ειναι αλλη μια κομματική πειθαρχική κίνηση. Έγινε με απόφαση του Νίκου Ανδρουλάκη και ανακοινώθηκε επισήμως με επιστολή προς τον Πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη. Λίγες ώρες μετά, ο Κωνσταντινόπουλος απάντησε παραδίδοντας και τη βουλευτική του έδρα στο ΠΑΣΟΚ, σε μια κίνηση που προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερο πολιτικό θόρυβο. Το ίδιο το κόμμα, μάλιστα, διευκρίνισε ότι δεν έχει κινηθεί διαδικασία συνολικής διαγραφής του από το ΠΑΣΟΚ μέσω της ΕΔΕΚΑΠ, άρα μιλάμε για αποπομπή από την ΚΟ και όχι για πλήρη κομματική εκκαθάριση.

Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της κρίσης. Όταν ένας αρχηγός επιλέγει, παραμονή εσωκομματικής κάλπης, να δείξει πυγμή με διαγραφή, το μήνυμα που θέλει να στείλει είναι προφανές: “εγώ ελέγχω το παιχνίδι”. Μόνο που στην πολιτική η επίδειξη ελέγχου δεν ταυτίζεται πάντα με την πραγματική ισχύ. Συχνά είναι το αντίθετο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια ηγεσία αποκαλύπτει ότι δεν μπορεί πια να απορροφήσει τη διαφωνία, να την πολιτικοποιήσει, να την ενσωματώσει και να τη μετατρέψει σε δύναμη. Τότε δεν διοικεί· αμύνεται.

Και ο Ανδρουλάκης σήμερα δείχνει ακριβώς αυτό: όχι ηγέτη που επιβάλλεται επειδή εμπνέει, αλλά αρχηγό που σκληραίνει επειδή πιέζεται. Δεν είναι λεπτομέρεια ότι η διαγραφή ήρθε σε μια φάση κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ, παρά τη θεσμική του θέση ως αξιωματική αντιπολίτευση, παραμένει εγκλωβισμένο σε δημοσκοπικά ποσοστά που δεν παραπέμπουν σε κόμμα εξουσίας. Πρόσφατες μετρήσεις δίνουν τη Νέα Δημοκρατία στο 32,7% έναντι 13,2% του ΠΑΣΟΚ στην εκτίμηση ψήφου, ενώ άλλη μέτρηση αποτυπώνει διαφορά 14,3 μονάδων από τη ΝΔ. Η στασιμότητα αυτή δεν είναι χθεσινή· ήδη από τις αρχές του 2026 καταγραφόταν δημόσια η απογοήτευση στο εσωτερικό του κόμματος για τη δημοσκοπική ακινησία.

Εκεί ακριβώς χτυπά η υπόθεση Κωνσταντινόπουλου. Γιατί ο βουλευτής δεν εξέφραζε απλώς προσωπική ενόχληση ή ατομική φιλοδοξία. Εξέφραζε, με τον δικό του τρόπο, ένα υπαρκτό εσωτερικό ρεύμα που λέει ότι το ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρουλάκη δεν απογειώνεται. Δεν βγάζει κύμα. Δεν γίνεται εναλλακτική εξουσίας. Δεν γεννά αίσθηση επιστροφής. Και όσο κι αν αυτό ενοχλεί τη Χαριλάου Τρικούπη, οι αριθμοί δεν είναι με το μέρος της.

Γι’ αυτό και η διαγραφή, αντί να κλείσει τη συζήτηση, την άνοιξε πιο βίαια. Δύο ανώτερα στελέχη του ΠΑΣΟΚ επέκριναν δημόσια την απόφαση, σύμφωνα με την Καθημερινή, αναδεικνύοντας ότι η κίνηση όχι μόνο δεν συσπείρωσε, αλλά φώτισε το βάθος της εσωτερικής δυσφορίας. Άλλες αναλύσεις μιλούν ήδη για δύο μπλοκ στο εσωτερικό του κόμματος και για έναν νέο γύρο αντιπαράθεσης με ορίζοντα το συνέδριο. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο Κωνσταντινόπουλος ως πρόσωπο. Το πρόβλημα είναι ότι η ηγεσία Ανδρουλάκη δεν έχει καταφέρει να χτίσει πειστικό κέντρο βάρους γύρω από το οποίο να στοιχίζεται η παράταξη.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το τι ακολούθησε με την έδρα. Τη θέση του Κωνσταντινόπουλου στην Αρκαδία αναμένεται να πάρει ο πρώτος επιλαχών, Βαγγέλης Γιαννακούρας. Όμως η πολιτική ειρωνεία εδώ είναι σκληρή: η υπόθεση Γιαννακούρα ήταν μία από τις εστίες της παλαιότερης ρήξης Κωνσταντινόπουλου - Ανδρουλάκη. Δηλαδή η κρίση δεν προέκυψε ξαφνικά. Ήταν υπόγεια, σωρευτική, γνωστή και άλυτη. Με άλλα λόγια, δεν έσκασε επειδή κάποιος “ξέφυγε”. Έσκασε επειδή η ηγεσία άφηνε επί καιρό το πρόβλημα να βράζει.

Αυτό είναι και το μεγάλο κατηγορώ απέναντι στον Ανδρουλάκη. Όχι ότι διέγραψε έναν διαφωνούντα. Οι ηγεσίες μερικές φορές φτάνουν και εκεί. Το σοβαρό ζήτημα είναι ότι τρία χρόνια μετά την ανάληψη της ηγεσίας, δεν έχει διαμορφώσει έναν πολιτικό οργανισμό που να παράγει ενότητα μέσω προοπτικής. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να παραμένει ένας χώρος πολλών μηχανισμών, πολλών φιλοδοξιών και λίγης κοινωνικής ακτινοβολίας. Ένα κόμμα που έχει μεν ρίζες, αλλά όχι ορμή. Που διαθέτει στελέχη, αλλά όχι αφήγηση που να παίρνει κόσμο από το χέρι. Που μιλά για επιστροφή, αλλά δεν την κάνει να φαίνεται ρεαλιστική.

Και εδώ πρέπει να λέγονται τα πράγματα καθαρά. Ο Ανδρουλάκης όχι μονο “δεν τραβάει” απλώς επικοινωνιακά. Αυτό θα ήταν η επιφάνεια. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη φθορά των αντιπάλων του σε δική του πολιτική ευκαιρία. Σε μια περίοδο που το πολιτικό σύστημα παραμένει ρευστό και μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δηλώνει ότι δεν εκφράζεται επαρκώς, το ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να ανοίγει χώρο. Αντί γι’ αυτό, δείχνει να ανακυκλώνει τον μικρόκοσμό του. Και στην πολιτική, όταν δεν μεγαλώνεις, μικραίνεις, ακόμη κι αν τα ποσοστά σου μένουν τυπικά σταθερά.

Οι αυριανές εκλογές συνέδρων, λοιπόν, δεν είναι μια εσωτερική διαδικασία χαμηλής έντασης. Είναι ένα πολιτικό τεστ νομιμοποίησης. Όχι επειδή θα κρίνουν άμεσα την ηγεσία, αλλά επειδή θα δείξουν το θερμόμετρο στη βάση. Αν η συμμετοχή είναι υποτονική, το μήνυμα θα είναι ότι η βάση δεν συγκινείται. Αν είναι μαζική αλλά σε κλίμα στρατοπέδων, το μήνυμα θα είναι ότι το συνέδριο έρχεται ως πεδίο εσωτερικού λογαριασμού. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Ανδρουλάκης δεν θα μπορεί να κρυφτεί πίσω από οργανωτικές διατυπώσεις.

Το πιο ανησυχητικό για το ΠΑΣΟΚ είναι ότι η εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία δεν είναι εικόνα έτοιμης εναλλακτικής δύναμης. Είναι εικόνα παράταξης που ακόμη συζητά με τον εαυτό της ποια θέλει να είναι και ποιος μπορεί να την οδηγήσει. Και όταν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης εμφανίζεται τόσο απασχολημένο με τα εσωτερικά του, ο πραγματικός κερδισμένος είναι πάντα η κυβέρνηση. Η εξουσία λατρεύει μια αντιπολίτευση που καίγεται στα δικά της δωμάτια.

Η διαγραφή Κωνσταντινόπουλου είναι σύμπτωμα ηγεσίας που δεν έχει πείσει ότι μπορεί να πάει το κόμμα παρακάτω. Είναι σύμπτωμα στρατηγικής κόπωσης. Είναι απόδειξη ότι το ΠΑΣΟΚ, αντί να μπει στις αυριανές κάλπες με πολιτική αυτοπεποίθηση, μπαίνει με νεύρα, υποψίες και εσωτερικούς λογαριασμούς. Κι αυτό, όσο κι αν επιχειρηθεί να βαφτιστεί “αποφασιστικότητα”, μυρίζει περισσότερο πανικό παρά ηγεσία.

Στην τελική, ο ηγέτης δεν κρίνεται από το πόσο εύκολα διαγράφει. Κρίνεται από το αν μπορεί να μεγαλώσει τον χώρο του. Και σήμερα, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, ο Ανδρουλάκης δεν δείχνει να μεγαλώνει το ΠΑΣΟΚ. Δείχνει να προσπαθεί απλώς να το κρατήσει όρθιο μέσα στη δική του εσωτερική φθορά. Αυτό δεν είναι σχέδιο νίκης. Είναι διαχείριση παρακμής με πράσινη ταμπέλα.

Υπενθυμίζουμε  ότι η  εσωκομματική ένταση δεν περιορίζεται στην Αθήνα. Το ίδιο σκηνικό μεταφέρεται και στη Λέσβο, όπου το ΠΑΣΟΚ οδηγείται στις εκλογές συνέδρων της 15ης Μαρτίου μέσα σε κλίμα βαριάς εσωστρέφειας. Η δημόσια καταγγελία του Σταύρου Πολίτη, στενού συνεργάτη του βουλευτή Λέσβου Παναγιώτη Παρασκευαΐδη, άνοιξε νέο κύκλο αντιπαράθεσης για τη λειτουργία της Νομαρχιακής Οργανωτικής Επιτροπής Συνεδρίου. Ο ίδιος μίλησε για «προκλητική και απαράδεκτη λειτουργία», αφήνοντας αιχμές για διαδικασίες που – όπως υποστηρίζει – υπονομεύουν την ενότητα, τη διαφάνεια και το αδιάβλητο της διαδικασίας, ενώ κατήγγειλε ότι η ΝΟΕΣ στη Λέσβο δεν συνεδρίασε ποτέ και ότι δεν δημοσιοποιήθηκε εγκαίρως ο προσωρινός κατάλογος υποψηφίων ώστε να κατατεθούν ενστάσεις. Η απάντηση από την πλευρά της ΝΟΕΣ ήρθε μέσω του συντονιστή Γιώργου Μήλιου, ο οποίος απέρριψε τις καταγγελίες περί αποκλεισμού, υποστηρίζοντας ότι οι υποψηφιότητες ανακοινώθηκαν μόλις κοινοποιήθηκαν από την ΕΔΕΚΑΠ και ότι ο ίδιος ο Πολίτης τελικά απέσυρε την υποψηφιότητά του, με τα σχετικά email – όπως σημειώνεται – να βρίσκονται στη διάθεση των μέσων ενημέρωσης. Παρ’ όλα αυτά, το επεισόδιο φωτίζει μια βαθύτερη πραγματικότητα: ακόμη και σε έναν νομό όπου το ΠΑΣΟΚ παραδοσιακά διατηρούσε ισχυρά ερείσματα, οι εσωτερικές γραμμές μοιάζουν πλέον πιο έντονες από την πολιτική εξωστρέφεια. Και όταν μια παράταξη φτάνει να συζητά περισσότερο για μηχανισμούς και ισορροπίες παρά για πολιτική προοπτική, τότε το πρόβλημα δεν είναι οργανωτικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

 

 

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις