Μυτιλήνη: Όταν η σιωπή βαφτίζεται «συναδελφική αλληλεγγύη» – Και οι γονείς δικαιώνονται μόνο αν βγουν στο MEGA
Στη Μυτιλήνη, μια υπόθεση που ξεκίνησε ως εσωτερική διοικητική εκκρεμότητα εξελίχθηκε σε πανελλαδικό θέμα μόνον όταν προβλήθηκε από την εκπομπή Κοινωνία Ώρα MEGA. Περισσότερες από τριάντα καταγγελίες γονέων για τη συμπεριφορά νηπιαγωγού είχαν ήδη κατατεθεί, σύμφωνα με το ρεπορτάζ. Οι αναφορές περιέγραφαν επαναλαμβανόμενες φωνές, εντάσεις και επεισόδια μέσα στην τάξη. Η διοικητική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη επί μήνες. Η απομάκρυνση ήρθε τελικά μετά τη δημοσιότητα.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο ούτε περιορίζεται σε ένα σχολείο της Μυτιλήνη. Αγγίζει ένα ευρύτερο ζήτημα: πώς ανταποκρίνεται το εκπαιδευτικό σύστημα όταν οι γονείς προειδοποιούν ότι κάτι δεν λειτουργεί. Από τον Οκτώβριο είχαν γίνει καταγγελίες στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και, σύμφωνα με τους γονείς, είχαν ενημερωθεί οι αρμόδιες αρχές. Η διοίκηση επικαλέστηκε την ανάγκη τεκμηρίωσης και τη λεπτότητα της διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πιθανή ψυχική ή σωματική αδυναμία εκπαιδευτικού. Μόλις το θέμα έπαιξε στο MEGA ...δεν επικαλούνται πλέον τίποτα!
Το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει συγκεκριμένα βήματα. Η παραπομπή σε επιτροπές, η συλλογή καταθέσεων, η διασφάλιση ότι δεν παραβιάζονται δικαιώματα. Ωστόσο, όταν οι αναφορές πολλαπλασιάζονται και το σχολικό κλίμα επιβαρύνεται, η καθυστέρηση αποκτά άλλη βαρύτητα. Η εμπιστοσύνη των γονέων στη δημόσια εκπαίδευση δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις της διοίκησης αλλά και από την ταχύτητα και την αποφασιστικότητα των παρεμβάσεων.
Παρόμοιες εντάσεις έχουν καταγραφεί και αλλού. Στις Σέρρες, σε διαφορετική υπόθεση, οι αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας είχαν προηγηθεί της θεσμικής ανταπόκρισης. Το μοτίβο που διαφαίνεται είναι ότι οι διοικητικοί μηχανισμοί ενεργοποιούνται πιο άμεσα όταν το ζήτημα λαμβάνει ευρεία δημοσιότητα. Η δημόσια πίεση λειτουργεί ως επιταχυντής.
Το ζήτημα της συναδελφικής αλληλεγγύης τίθεται συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι εκπαιδευτικοί, όπως κάθε επαγγελματική κοινότητα, αναπτύσσουν δεσμούς προστασίας και κοινής εκπροσώπησης. Η υπεράσπιση του κλάδου, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την άρνηση αναγνώρισης προβλημάτων. Η ποιότητα της εκπαίδευσης προϋποθέτει ότι όσοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους αξιολογούνται και, εφόσον χρειάζεται, απομακρύνονται από τη διδακτική πράξη.
Δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί ακατάλληλοι· η συντριπτική πλειονότητα εργάζεται με επαγγελματισμό. Όμως η ύπαρξη έστω και λίγων περιπτώσεων που ενδέχεται να βλάπτουν το ψυχικό κλίμα μιας τάξης επιβάλλει μηχανισμούς ταχείας παρέμβασης. Η προστασία των παιδιών αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Η υπόθεση της Μυτιλήνης αναδεικνύει ένα κενό εμπιστοσύνης. Οι γονείς αισθάνθηκαν ότι οι φωνές τους δεν ακούστηκαν επαρκώς εντός των διοικητικών διαύλων. Όταν στράφηκαν στα μέσα ενημέρωσης, η εξέλιξη υπήρξε άμεση. Αυτό το χάσμα μεταξύ θεσμικής διαδικασίας και κοινωνικής πίεσης είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Η δημόσια εκπαίδευση στηρίζεται σε μια εύθραυστη ισορροπία: προστασία δικαιωμάτων εργαζομένων από τη μία, διασφάλιση της ευημερίας των παιδιών από την άλλη. Όταν η ζυγαριά γέρνει υπέρ της αδράνειας, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Η λύση δεν βρίσκεται στη στοχοποίηση αλλά στη θεσμική επάρκεια. Σε διαδικασίες σαφείς, γρήγορες και διαφανείς, που δεν απαιτούν τηλεοπτικό φακό για να ενεργοποιηθούν.
Το ερώτημα που παραμένει δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αφορά το κατά πόσο το σύστημα μπορεί να ακούει εγκαίρως εκείνους που έχουν το μεγαλύτερο διακύβευμα: τα παιδιά.