Το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)
Το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
του Παναγιώτη Μιχ. Κουτσκουδή
Ανεβαίνουμε τώρα το καλντερίμι (πατουμένη) που ο μόχθος κι η πίστη των παλιών δημιούργησε, κόβοντας κοντοβόλτια στο ανατολικό πλευρό του βουνού. Η ασπρόπετρα κυριαρχεί σ’ όλο το βουνό και στις χαραμάδες των βράχων φυτρώνει «τ’ Άγλια του χουρτάρ’», ο μπετόνικος, που μυρώνει τον αγέρα. Τ’ Άγλια του χουρτάρ’ τούτο είναι που σε κάνει να πιστέψεις πως πάνω στο ξερόβραχο τούτον υπάρχει το μυστήριο και το βοτάνι της ζωής. Ο λιθόστρωτος τούτος καμωμένος σοφά απ’ τους παλιούς καλφάδες, σ’ ανεβάζει ξεκούραστα στη χάρη Του. Έτσι φτάνουμε στην κορφή κι αντικρίζουμε μια πορτάρα που μπάζει στον περίβολο όπου είναι η εκκλησιά που την κάψανε οι Γερμανοί. Δίπλα τα κελιά κι αντίκρυ μια σάγια. Δυο πηγάδια, στέρνες γεμάτες από βροχόνερα, λαξευμένες στο βράχο τούτον και που αερίζονται από φυσικές χαραμάδες, δροσίζουν τους πανηγυριώτες, μια και τους δίνουν σημάδια προφητικά. Σκεπασμένοι με χοντρά πανιά βλέπουν στο νερό μέσα καντήλια, σταυρούς, δεσποτάδες κι άλλα οράματα που πλάθει στη φαντασία τους η παραχή του νερού.
Παραμονή του πανηγυριού 19 του Ιούλη. Η νύχτα καπλαντίζει το νησί και τα χωριά ξεχωρίζουν ένα ένα με τρεμουλιαστά φεγγοβολήματα. Εδώ πάνω το τσουχτερό κρύο τρυπάει το κόκκαλο κι οι πανηγυριώτες άναβαν φωτιές για ζεστασιά μα και σήμα στο χωριό πως αγρυπνούν. Στον Άγλια, στο πανηγύρι του, γυναίκες δεν ανεβαίνουν. Μόνο τα παλληκάρια της Αγιάσου έχουν το προνόμιο στ’ αντρίκιο τούτο πανηγύρι. Άντρες και έφηβοι, οι μπεκιάρηδες, οι λεβέντες του χωριού πάνε να δείξουν την αξία τους σε ομορφιά, στολίδια σε τακίμια (χάμουρα) στις μουλαροδρομίες που γίνουνται στον ανεβασμό, και πιο γραφικές στο γυρισμό απ’ τον Άγλια. Στρωμένα τα σαμάρια με πολύχρωμους σιντζιαντέδις και τακίμια (αρματωσιές), καπίστρια και καπλοδέτες πλουμισμένα με πατριμέλια (χάντρες) και ζβιρνιές (όστρακα μικρά) καβαλαροί όλοι με τα καλά τους τα σαλβάρια, τα χασιδένια πουκάμισα.1 Όσοι είχαν άλογα ή φοράδες λογαριάζονταν τσελεμπήδες. Και στην Αγιάσο που δεν σηκώνει τα ντελικάτα τούτα υποζύγια κι έχει τα μουλάρια σε μεγάλη υπόληψη, μόνο οι αραμπατζήδες και οι αφουραδάδις που έχουν φοράδες για να γεννούν μουλάρια, κάνουν το κομμάτι τους στο πανηγύρι.
Η νύχτα περνά με πιοτό, τραγούδι, χωρατάδες και χορό. Το πρωί παρατάνε τα πάντα και χαιρετούν τον ήλιο πού ροδίζει τα βουνά της Ανατολής κι αναπηδά κατακόκκινος, μια φλογισμένη ντάλια στην ούγια τ’ ουρανού. Η Λέσβος παίρνει το σχήμα της και ξεχωρίζουν βαθειά με σιλουέτες της Χιος και των Ψαρών. Την ώρα της λειτουργίας οι πραματευτήδες κι οι χαλβατζήδες απλώνουν τις πραμάτειες τους. Απολείτουργα τα παλικάρια αγοράζουν χαλβά (πτάρια) με δυο τρία μεγάλα φιστολιαστά πλουμισμένα με πολύχρωμα κουφετάκια και γεμίζουν τα χασιδένια μαντήλια, καθώς και παιχνιδάκια για το σκοπό που θα δούμε παρακάτου.
Κάτου στουν Απέσου τσούρμο πιτσιρίκια, αγόρια και κορίτσια (κουπιλδέλια τσί κουπιλαρέλια) περιμένουν τα παλικάρια με γεμάτα πανιρέλια μάτσις (μπουκέτα) βασιλικό και κατολογήτικα λουλούδια, κι ένα, το καλό, μονόλογα κνικάτα γαρούφαλα. Τούτο είναι για το αφτί του παλικαριού και τ’ άλλα στόλισμα στο καπίστρι του μουλαριού. Τα κανιστροφόρα τούτα «ρουφιανέλια» είναι γειτονόπουλα έμπιστα, που ξέρουν ποιας είναι ο καλός της κοπελιάς. Κι αφού στολίσουν τα μουλάρια με τις μάτσις παίρνουν ριγάλο απ’ το παλικάρι ένα παιχνιδάκι (ζουρναδέλ’, καθριφτέλ’, παγιαυλέλ’) ή παράδες και το χασιδένιο μαντήλι με το χαλβά για την κοπέλα
.
Παράμερα περιμένουν οι μουζικάντες (τότες, γύρω στα 1910-1925, ήταν τρείς κομπανίες) και χώρια οι ατζγκάν’, Τούρκοι από το Ίππειος που το επάγγελμά τους, το κύριο, ήταν ντιμιρτζήδις. Τ’ αργαστήρια τους ήταν μπρος στο σημερινό λιοτρίβι στη μπασιά του χωριού. Δούλευαν στ’ αμόνι υνιά, κουδούνια κι άλλα γεωργικά εργαλεία βοηθούμενοι απ’ τη γυναίκα τους, τη μαστόρ’σσα, που φυσούσε το μουχάν’. Στην ατζγκάν’σσα τούτη κομπανία παίζανε τρείς. Ένας ζουρνάς πρίμος, ένας μπάσος (καμπά ζουρνάς) κι ένα νταούλι. (Μπίρ νταούλ’ κι ζουρνά). Τ’ Αγιού γ’ Λια και της Παναγιάς ερχόντουσαν στην Αγιάσο οι ατζ’γκάν’ και μόνο τ’ Αγιού γ’ Λια διακοσμούσαν το νταούλι (τις δυο πλευρές του) με διάφορα σχέδια καμωμένα με κόκκινη μπογιά και στις δεσιές του νταουλιού, μέσα απ’ τα σκοινάκια, περνούσαν μπουκέτα λουλούδια.
Τα παλικάρια με τα καλά τους τα σαλβάρια τα σκολιανά, όλοι καβαλάρηδες, παρέες-παρέες παίρνανε βόλτα τα σοκάκια με τα όργανα μπροστά και σε κάθε κουιτούκι (συνοικιακό καφενεδάκι) στήναν το χορό ή κερνιόντουσαν καβαλάρηδες ποτίζοντας και τα μουλάρια ρακί. Οι πιο μερακλήδες, οι γλεντζέδες, που βαστούσε η πιζνέρα τους παίρναν τα πιχνίδια γιά ολοήμερο γλέντι σε κουγτούκια ή σ’ βόλτας τ’ς πατινάδις. Αυτά ως τα 1925. Από τότες το πανηγύρι γίνηκε αρσενικοθήλυκο, το λαγκάδι τού Απέσου σκεπάστηκε με μπετονένιο δρόμο, η βρωμιά μαζί με τε ταμπακαριά εξαφανίστηκαν, ο Άγλιας πήρε το επίσημό του όνομα καί στα στερνά φόρεσε το κέρατό του, κατά πού λένε οι Αγιασώτες την κεραία της τηλεόρασης. Τα κανιστροφόρα ρουφιανέλια δεν χαμπαρίζουν από ζουρναδέλια και τα παλικάρια τα τωρινά ανεβαίνουν εκδρομές στον Όλυμπο με Ι.Χ. Το εκκλησάκι μεταπολεμικά ξαναχτίστηκε και γενικά άλλαξε το περιβάλλον επί το μπετόν-αρμενικότερον.
Παραπομπές:
1: Άλλη φορά οι παλιοί και οι παλιές, κάθε πασήμαδη μέρα, βάζανε τις φορεσιές τους. Του Προφήτη Ηλία βάζανε κόκκινα βρακιά και άσπρα ρούσικα. Και τις άλλες μέρες βάζανε βρακιά, τις Κυριακές μεταξωτά, τις πασήμαδες, όπως της Παναγίας, βάζανε φούστες με μπαμπακωτά από κάτω για να φουσκώνουν και βάζανε και φλουριά πολλά στο λαιμό τους, μαργαριτάρια. Κι αυτά τα φλουριά τα λέγανε πιρσιάνια. Βάζανε και κουλαγήνες και πολλά τέτοια, ό,τι είχανε. Όποιες δεν είχανε πάλι δεν έβαζαν. Ό,τι είχαν έβαζαν. Και τα παλικάρια πάλι ντύνονταν έτσι. Βάζανε άσπρα πουκάμισα, βρακιά (…), μπιρδένια γιλέκα, ό,τι είχε ο καθένας έβαζε. (Ηχητική καταγραφή συνεντεύξεων παλιών Αγιασωτών σε μαγνητοταινίες από μαθητές του Λυκείου Αγιάσου τη σχολική περίοδο 1978-’79, κασέτα 2Α)
Σημείωση: Η κουλαγήνα ήταν βαρύτιμο κόσμημα συγκείμενο από πολλές χρυσές χειροποίητες αλυσίδες δεμένες όλες μαζί σε διάφορα σημεία με σύρμα χρυσό, όπως και το μαργαριτάρι. Ισοβαρούσε με τριάντα χρυσές λίρες, εξού και η παροιμία < δεν έχασις δα τσι καμιά κουλαγήνα >, που λέγεται στην περίπτωση απώλειας μικρής αξίας αντικειμένων. (Δημήτρη Παππάνη – Γιάννη Δ. Παπάνη «Λεσβιακή Λαογραφία. Λεξικό του Αγιασώτικου Ιδιωματικού Λόγου (Ερμηνευτικό - Ετυμολογικό). Γ΄ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2004)
Αυριο Τετάρτη 16 Ιουλίου το τελευταίο μέρος