Ο χυμός ροδάκινου του 1984: Μια σχολική ανάμνηση που μυρίζει πειθαρχία και όχι μόνο...
Όσοι τώρα είναι γύρω στα 50 έχουν μια διαφορετική σχολή ανάμνηση! Ανάμνηση από χυμό ροδάκινο!
Βρισκόμαστε στο 1984! Εποχή ΠΑΣΟΚ!
Ένα παλιό μεταλλικό κουτί χυμού ροδάκινου, με ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας 31.8.84, γίνεται αφορμή για μια δυνατή επιστροφή στη σχολική μνήμη της δεκαετίας του ’80. Όχι με τον εύκολο τρόπο της νοσταλγίας. Όχι με το γνωστό «τι ωραία που ήταν τότε». Αλλά με μια πιο αιχμηρή, πιο ειλικρινή ματιά.
Ο συγγραφέας Μάνος Λαμπράκης, σε ανάρτησή του, θυμάται εκείνον τον χυμό που μοιραζόταν στα σχολεία ως δωρεάν διανομή. Στην ετικέτα της κονσέρβας αναγράφεται ότι ο χυμός «προέρχεται από αποσυρθέντα ροδάκινα και προορίζεται για δωρεάν διανομή». Παστεριωμένος από την Αγροτική Κονσερβοποιία Νάουσας, με καθαρό βάρος 4.250 γραμμάρια.
Για κάποιους, μια απλή παιδική ανάμνηση. Για άλλους, ένα σύμβολο μιας Ελλάδας λιτής, αυστηρής, πειθαρχημένης. Μιας Ελλάδας όπου ακόμη και το δωρεάν είχε μέσα του υποχρέωση.
Η εικόνα της κονσέρβας κουβαλά για τον καθένα σημερινό 50αρι πολλά περισσότερα από μια γεύση. Κουβαλά την τάξη, τα θρανία, τα πλαστικά ποτήρια, τη μυρωδιά που άνοιγε μέσα στην αίθουσα πριν ακόμη μοιραστεί ο χυμός. Κουβαλά τα παιδιά που τον έπιναν γρήγορα για να τελειώνουν. Εκείνα που τον έκρυβαν. Εκείνα που περίμεναν να γυρίσει ο δάσκαλος την πλάτη για να τον αδειάσουν αλλού.
Και κυρίως κουβαλά μια σχολική κουλτούρα όπου η ατομική διάθεση του παιδιού δεν είχε και μεγάλη σημασία. Το σχολείο της εποχής λειτουργούσε με κανόνα, σειρά, επιτήρηση. Μικρές καθημερινές πειθαρχίες που σήμερα, από απόσταση, μοιάζουν σχεδόν παράξενες. Τότε όμως ήταν απλώς «έτσι είναι τα πράγματα».
Η μνήμη, τελικά, δεν κρατά πάντα αυτό που νομίζουμε. Δεν κρατά απαραίτητα τη γεύση. Κρατά τη μυρωδιά. Τον ήχο από το ανοιχτήρι. Το βλέμμα του δασκάλου. Την αγωνία να μη σε δουν να πετάς κάτι που «έπρεπε» να πιεις.
Αναλυτικά η ανάρτηση του συγγραφέα Μάνου Λαμπράκη :
1984.
Θυμάμαι εκείνο το μεταλλικό κουτί πιο πολύ σαν απειλή παρά σαν χυμό. Ψηλό σαν δοχείο συσσιτίου ακουμπούσε πάνω στα θρανία σαν κρατική υποχρέωση που έπρεπε να καταπιείς.
Η μυρωδιά άνοιγε μέσα στην τάξη πριν ακόμη μοιραστεί στα ποτήρια. Ένα βαρύ άρωμα ροδάκινου, πηχτό, σχεδόν άρρωστο.
Κάποια παιδιά το έπιναν μονορούφι, άλλα το έκρυβαν στις γλάστρες, άλλα περίμεναν πότε θα γυρίσει ο δάσκαλος την πλάτη για να το αδειάσουν στις τουαλέτες.
Κι όμως, κάθε φορά έπρεπε να κάνεις πως σου αρέσει. Γιατί εκείνα τα χρόνια ακόμη και η δωρεάν διανομή είχε μέσα της κάτι από πειθαρχία.
Είναι παράξενο πώς η μνήμη κρατά όχι τη γεύση αλλά τον φόβο της άρνησης. Το κουτί έφτανε στο σχολείο σαν στρατιωτικό εφόδιο, άνοιγε με ανοιχτήρι και θόρυβο, μοιραζόταν με σειρά, επιτηρούταν μέχρι την τελευταία γουλιά.
Στις τάξεις των ογδόντα δεν υπήρχε χώρος για ιδιοτροπίες. Υπήρχε μόνο εκείνη η παιδική αγωνία να τελειώσει γρήγορα το διάλειμμα χωρίς να σε κυνηγούν επειδή δεν ήπιες τον χυμό σου. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, μια φωτογραφία αυτής της κονσέρβας αρκεί για να επιστρέψει εκείνη η αδιόρατη αίσθηση ότι το δημοτικό έκρυβε μικρούς καθημερινούς εφιάλτες που κανείς τότε δεν ονόμαζε έτσι…
Αχ!