Οι ψευδαισθήσεις της περιφερειακής αποτροπής: Γιατί η «Συμφωνία της Μέκκας» δεν διασφαλίζει τις φιλοδοξίες ασφαλείας του Ριάντ
Η Σαουδική Αραβία συνεχίζει να προχωρά σε εντυπωσιακές διακηρύξεις και σύμφωνα, σε μια διαρκή προσπάθεια να επανατοποθετηθεί ως περιφερειακό κέντρο βάρους και ηγέτιδα δύναμη ευρύτερων συμμαχιών. Η αποκαλούμενη «Συμφωνία της Μέκκας» —η οποία φέρνει κοντά τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν υπό την ομπρέλα της κοινής άμυνας— αποτελεί την πλέον πρόσφατη πρωτοβουλία που προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης ως στρατηγική καμπή για τη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, μια ανάλυση των επιμέρους παραμέτρων της υποδηλώνει ότι η συμφωνία λειτουργεί πρωτίστως ως μέσο συγκάλυψης των διαδοχικών αστοχιών της σαουδαραβικής πολιτικής ασφαλείας, καθώς και ως απόπειρα παράκαμψης των εσωτερικών ανισορροπιών μέσω της οικοδόμησης εύθραυστων σχημάτων στη διεθνή σκηνή.
Ιστορικό συμμαχιών επί χάρτου και επιχειρησιακά όρια
Το ιστορικό των συμμαχιών των οποίων επιχείρησε να ηγηθεί το Ριάντ δεν παρέχει ενδείξεις επιτυχίας για το νέο αυτό εγχείρημα. Από τη συγκρότηση του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) έως την ίδρυση της «Στρατιωτικής Ισλαμικής Συμμαχίας», οι δομές αυτές παρέμειναν κατά βάση τυπικά πλαίσια, ανίκανα να μετατρέψουν τις πολιτικές διακηρύξεις σε επιχειρησιακή ισχύ στο πεδίο.
Η κρίση στην Υεμένη το 2015 αποτέλεσε τη σαφέστερη δοκιμασία αυτών των στρατηγικών αδυναμιών. Παρά την έναρξη ευρείας κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη συγκρότηση ενός αραβικού συνασπισμού, η σαουδαραβική ηγεσία δεν κατάφερε να εξασφαλίσει μια καθοριστική στρατιωτική έκβαση. Οι εταίροι που ενεπλάκησαν στο πεδίο —με προεξάρχοντα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα— βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολυδάπανες επιχειρήσεις χωρίς ένα σαφές στρατηγικό σχέδιο από την πλευρά του Ριάντ.
Καθώς η σύγκρουση παρατεινόταν, κατέστη εμφανές ότι η στήριξη σε ετερογενείς στρατιωτικές δυνάμεις δεν δημιουργεί ουσιαστική αποτροπή απέναντι σε ασύμμετρες ή υβριδικές απειλές, αλλά οδηγεί σε μακροχρόνια φθορά.
Επικοινωνιακή ισχύς και εσωτερικές οικονομικές πιέσεις
Η υπογραφή της συμφωνίας πραγματοποιείται σε μια συγκυρία όπου η σαουδαραβική ηγεσία επιδιώκει να προβάλει ένα αφήγημα επιτυχίας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Σύμφωνα με αναφορές του πρακτορείου Reuters, αρκετά από τα φιλόδοξα έργα του σχεδίου «Vision 2030» —με κυριότερο το project Neom— έχουν υποστεί αναπροσαρμογή κλίμακας και αλλαγή προτεραιοτήτων, λόγω των αυξημένων χρηματοδοτικών πιέσεων.
Μπροστά στην επιβράδυνση αυτών των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, η οικοδόμηση ευρειών περιφερειακών συμμαχιών αναδεικνύεται σε ένα ταχύτερο και χαμηλότερου κόστους μέσο επικοινωνιακής αντιστάθμισης. Η δημοσιοποίηση συμφωνιών με μια πυρηνική δύναμη όπως το Πακιστάν και μια υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη όπως η Τουρκία αξιοποιείται πολιτικά για να εδραιωθεί η εντύπωση μιας πρωτοφανούς ομπρέλας ασφαλείας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, πολλοί αναλυτές κάνουν λόγο για μια στρατηγική «φυγή προς τα εμπρός» με στόχο τη συγκάλυψη των δυσκολιών διαχείρισης των άμεσων περιφερειακών προκλήσεων.
Ο τουρκικός παράγοντας και οι προεκτάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο
Για την Αθήνα και την Ευρώπη, η εν λόγω συμφωνία δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες της πολιτικής και οικονομικής στήριξης που παρέχει το Ριάντ στην Άγκυρα. Η προσέγγιση της Τουρκίας —η οποία ακολουθεί διεκδικητική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και επιδιώκει τον έλεγχο θαλάσσιων οδών— εκλαμβάνεται από ορισμένους αναλυτές ως παράβλεψη των διεθνών ισορροπιών και των σχέσεων του Ριάντ με παραδοσιακούς εταίρους στη Δύση.
Όπως επισημαίνει το Carnegie Middle East Center, η Άγκυρα συχνά αξιοποιεί την ιστορική και θρησκευτική της επιρροή για να προωθήσει τις δικές της στρατηγικές επιδιώξεις, αντί να δεσμεύεται σε ισότιμες και μακροπρόθεσμες συμμαχίες. Η παροχή διπλωματικής και οικονομικής κάλυψης σε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες ενδέχεται να μην ενισχύει την περιφερειακή αποτροπή, αλλά να ενθαρρύνει τις τουρκικές φιλοδοξίες πίεσης προς την Ελλάδα και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στις διακυμάνσεις της σαουδαραβικής διπλωματίας, η οποία ταλαντεύεται ανάμεσα στη σύσφιξη των σχέσεων με την Αθήνα και στις συμπράξεις με την Άγκυρα όταν προκύπτουν πιέσεις.
Συγκρουόμενα συμφέροντα και απουσία κοινού αμυντικού δόγματος
Η «Συμφωνία της Μέκκας» δεν φαίνεται να ξεπερνά το επίπεδο του πολιτικού πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι τα τρία κράτη δεν μοιράζονται κοινό ορισμό της έννοιας της «απειλής». Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, οι στρατιωτικές συμμαχίες χάνουν την αποτρεπτική τους ικανότητα όταν οι συμμετέχοντες έχουν αντικρουόμενες προτεραιότητες ασφαλείας:
- Τουρκία: Εστιάζει στην επιρροή της στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική, καθώς και στην αντιμετώπιση κουρδικών οργανώσεων, μη θεωρώντας την Τεχεράνη ως την κύρια απειλή που αντιλαμβάνεται το Ριάντ.
- Πακιστάν: Προσδιορίζει το δόγμα εθνικής ασφαλείας του σχεδόν αποκλειστικά έναντι της Ινδίας και δεν προτίθεται να διακινδυνεύσει τις σχέσεις του με το Πεκίνο ή την Τεχεράνη για περιφερειακές διενέξεις στον Κόλπο.
- Σαουδική Αραβία: Επιδιώκει εξωτερική συνδρομή για την προστασία της εσωτερικής ασφάλειας και των πετρελαϊκών της υποδομών, χωρίς ωστόσο να δεσμεύεται σε ουσιαστικά στρατιωτικά ανταλλάγματα προς τους εταίρους της.
Ενδεικτικό είναι ότι, σύμφωνα με το Reuters, λίγες μόλις ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας, αξιωματούχοι στην Άγκυρα κάλεσαν την Ουάσιγκτον σε διπλωματικό διάλογο με το Ιράν, υπογραμμίζοντας την αποφυγή στρατιωτικών επιλογών και καταδεικνύοντας ότι η Τουρκία δεν προτίθεται να εμπλακεί σε ένοπλη αντιπαράθεση υπό τη σαουδαραβική ηγεσία.
Συμπέρασμα: Τυπική δομή χωρίς ουσιαστική αποτροπή
Η στρατηγική της Σαουδικής Αραβίας να οικοδομήσει αποτροπή μέσω της διοχέτευσης κεφαλαίων και επενδύσεων σε περιφερειακούς εταίρους αναδεικνύει εκ νέου τα όριά της. Η στρατιωτική αποτελεσματικότητα στο πεδίο απαιτεί συνεκτικό αμυντικό δόγμα και ταυτόσημα συμφέροντα ασφαλείας —στοιχεία που παραμένουν περιορισμένα στη Συμφωνία της Μέκκας.
Όσο το σύμφωνο αυτό παραμένει μια κίνηση εντυπώσεων για εσωτερική κατανάλωση, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει: κατά πόσο η επένδυση σε τυπικές συμμαχίες μπορεί να εγγυηθεί τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα στην περιοχή.