Ταξίδι στο Χθες

02/02/2019 - 09:29

Στο καφενείο του Απελλή

Tο καφενείο του Απελλη φωτογραφημενο απο τον ΦΡΙΤΖ ΜΡΑΖ δεκαετια 1920

Οικογένεια Απελλή Ψύχα. Διακρίνονται από αριστερά  Παναγιώτης Δημητρίου (σύζυγος της Αθηνας), Γλυκερία, Αθηνα,  Ολγα, Ευστρατιά, και ο Απελλής.

Μία από τις τελευταίες φωτογραφίες του καφενείου γύρω στα 1941 - 1942

Γράφει ο Μάκης Μπεκιάρης *

Ιδού μιά απ’ τις πιο αρτίστικες γωνιές. Το καφφενεδάκι του Απελλή. Ο φουκαράς ο Απελλής έχει προοδεύσει. Διά της  πεναιτρασιό πασιφικ (σ.σ. penetration pacific) έχτισε ακόμα ένα παράπηγμα στο μαγαζάκι του και φάρδυνε τη μικρή πλατειούλα που κατεργάζεται σαν μαμούδι δημιουργικό  χρόνια τώρα πάνου στο βράχο, που το επιχειρηματικό του μάτι διέκρινε αμέσως ως εκμεταλλεύσιμο μόλις ο τυφώνας του μικρασιατικού διωγμού τον τίναξε στ ακρογιάλι μας. Η κυρία Απελλού εφύτεψε μπαχτσεδάκι απ την άλλη μεριά της περιφήμου «περιφερικής», εξακολουθεί να βοηθή τον Απελλή εις το σερβίρισμα του χταποδιού και του προσφέρει κάθε χρόνο ανελλιπώς ανά έν υγιέστατον Απελλίδιον. Τα νεότευκτα μέλη της Απελλεικής αυτής παροικίας έχουν το πατρικόν δαιμόνιον της εργασίας μέσα των. Γεννιούνται ως λουλουδάκια της ακρογιαλιάς πάνου στον θαλασσόδαρτο βράχο και αμέσως μετά την απογαλάκτησιν αρχίζουν να βοηθάνε το μαγαζί και το νοικοκυριό. Διότι το Απελλέικο απέκτησε και κατσίκαν. Ο Απελλής δεν δυσκολεύεται να σου διηγηθή την μικράν ειρηνικήν ιστορίαν της παραθαλάσσιας δημιουργίας του, και πολλά ερωτευμένα ζευγάρια τσιπουρίζουν τις φεγγαροβραδιές υπό την ευεργετικήν προστασίαν του. Δίπλα στα κυματάκια που φλιφλίζουν δροσερά εώς τα πόδια τους, τα κλεμμένα φιλιά συγχέονται με τα γελάκια του νερού. Και η Μυτιλήνη απλώνεται αντίκρυ με όλη τη λάγνη πρασινοβολιά της χλωρίδας της, με όλα τα κρίνα των παλατιών της με όλη την συμφωνία των γραμμών της…».  (1)

Με αυτά τα λόγια περιγράφει στο χρονογράφημά του ο Στρατής Μυριβήλης το καφενείο του Απελλή. Το πιο φωτογραφημένο καφενείο της Λέσβου  που για πολλά χρόνια έστεκε πάνω στο βράχο ατενίζοντας το πέλαγο και την πόλη της Μυτιλήνης. Σημείο αναφοράς και αγαπημένος προορισμός πολλών Μυτιληνιών για πάνω από μία εικοσαετία.


Το «Απελλείον» ήταν δημιούργημα του Απελλή Ψύχα. Γεννημένος στην Σάμο το 1868, παντρεύτηκε την Όλγα (γένος Νικολάου Κολαρά, 1892-1964) και μετακόμισαν στην Μικρά Ασία και συγκεκριμένα στην Σμύρνη. Απέκτησαν τρία παιδιά την Χρύσα, την Ελευθερία και την Αθηνά από τα οποία επέζησε μόνο η Αθηνά. Επαγγελματικά ο Απελλής ασχολήθηκε με ξυλουργικές εργασίες ενώ παράλληλα δούλευε και σαν τορναδόρος. Από την Σμύρνη βρέθηκε στην Φώκαια, τα γεγονότα όμως του 1914 που είχαν σαν αποτέλεσμα  τον πρώτο διωγμό των Ελλήνων από τα παράλια της Μ. Ασίας, τον οδήγησαν στην Μυτιλήνη. Πρώτος προορισμός του το Πλωμάρι, όπου δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί με αποτέλεσμα να επιστρέψει στην Μυτιλήνη γύρω στο 1916 και να εγκατασταθεί στον χώρο που στη συνέχεια έχτισε το καφενείο του.

Αρχικά πουλούσε λουκούμια και νερό στους λουόμενους, ενώ στην συνέχεια εργάστηκε ως ξυλουργός κατασκευάζοντας μεταξύ άλλων ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις σε αρχοντικά της Μυτιλήνης, δείγμα των οποίων βλέπουμε και στο καφενείο του. Ένα καφενείο που κατασκεύασε  μόνος του όπως και το σπίτι του στον ίδιο χώρο. Λόγω του επαγγέλματος του, δεν δυσκολεύτηκε να κατασκευάσει τα τραπέζια, τις καρέκλες και τους πάγους ενώ συχνές ήταν και οι μικροεπεκτάσεις του καφενείου. Νερό δεν υπήρχε στην περιοχή και το έφερνε με κουμάρια από βρύσες που βρίσκονταν στην περιοχή του Κομνηνάκειου αλλά και αργότερα από το Κιόσκι. 

Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές σε εφημερίδες της εποχής για την κατασκευή του καφενείου. «Ακολουθεί το αξίωμα «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακκούλι». Επί χρόνια μαζεύει πενταροδεκάρες. Κάθε φορά που εμαζεύετο ένα δωδεκαμισάρι το μετέφραζεν εις μουρελάνες και γιαρμάδες. Προ μηνός ήρχισεν η χρησιμοποίησις των υλικών και υψώθη ένα είδος ξυλένιου Παρθενώνος επί του βράχου της  Υπομονής και της Ελπίδος.  Ας βοηθήσουν λοιπόν όλοι οι συμπολίται τον φίλεργον πρόσφυγα». (2)

Ενώ σε άλλο άρθρο αναφέρεται «Τα τσαμάκια ήρχισαν να συνέρχωνται από την χειμερινήν νάρκη των. Ο Απελλής συμπληρώνει πυρετωδώς τα τελευταία κριπιδώματα του ουρανοξύστου του. Και ανεγείρει τα τοιχώματα της αγροικίας του. Που ανέτρεψεν η μανία των κυμάτων και η ορμή των ανέμων». (3)


Η προνομιακή τοποθεσία του καφενείου εκθειάζεται από άλλο δημοσιογράφο σε στήλη του σε τοπική εφημερίδα.
«Ήρχισαν καλές μέρες διά το Απελλείον, ο ουρανοξύστης του τραβά κόσμο και κοσμάκη, τα βραδάκια ένας περίπατος εώς εκεί είναι μαγεία. Μακρυά από την κόπρον των αλόγων, τας αναθυμιάσεις των υπονόμων  και το μολυσμένον αέρα της πόλεως. Όση ζέστη και αν κάνει το «Απελλείον» έχει την δροσούλα του. Το αεράκι ελαφροφυσά πότε από τη στεριά και πότε από τη θάλασσα. Μυρωμένο από το άρωμα των πεύκων ή την αρμυρίλα των βράχων».
Ο ίδιος όμως ο Απελλής παραπονιέται «Θαύμα οι φεγγαρόλουστες νύχτες και τις απολαμβάνουν τόσον λίγοι. Ο Απελλής το έχει παράπονο «Δεν υπάρχουνε αισθηματίες σ αυτό τον τόπο; Ρωτάει κάθε φορά που θα ξεπέση κατά κει καμμία παρέα νυχτοπότηδων». (4)

Γλαφυρή είναι η περιγραφή της Καθαράς Δευτέρας του 1923 από τον  Στρατή Μυριβήλη που μας δίνει μία πολύ ζωντανή εικόνα από την οικογένεια του Απελλή:
Το Απελλέικο
«Ο Απελλής, η κυρία Απελλού και τα Απελλιδίλλια εν υπερκινήσει. Το καφενεδάκι τους εμυρμήκιαζε από πελατεία. Το ζεύγος εσερβίριζε, εμάλλωνε, αμέεεσωωως, τα ρέστα στον κύριο, εσκοοίπιζεν το μικύλλον τέκνον της Ροβινσωνείου γεννεάς όπερ ουδόλως ηννόει ν αφίση ούτε την Δευτέραν ούτε την βράκα του καθαράν, έτρεχεν ιδροκοπούσε, επολλαπλασιάζετο, εγίντο χίλια κομμάτια, χτύπος εδώ, καφέ δεν έχει, με το μπαρδόν το ποτήρι σας γιατί δεν έχουμε άλλο!» (5)

 

 


Μέσα στο καφενείο γεννήθηκαν και τα υπόλοιπα παιδιά του Απελλή. Η Ευστρατία το 1923, ο Κίμωνας το 1924 και η Γλυκερία το 1927. Ο Απελλής Ψύχας σκοτώθηκε το 1930 πέφτοντας από τον γάιδαρό του και την λειτουργία του καφενείου ανέλαβαν η γυναίκα και τα παιδιά του για την επομένη δεκαετία. Οι αναφορές για την τύχη του καφενείου ποικίλουν,  καθώς οι σωζόμενες μαρτυρίες δίνουν διαφορετικές εκδοχές για το τέλος του.

Ο Γιώργος Γαλέτσας στο βιβλίο του Στο σημάδι  στηριζόμενος σε προφορικές μαρτυρίες, τοποθετεί την καταστροφή του καφενείου από τους Γερμανούς, τον Μάιο του  1942 με αφορμή την εκτέλεση του Π. Γκιργκέτσου στα Τσαμάκια : «Η Γερμανική Διοίκηση έχει θορυβηθεί… Η απόφαση άμεση. Το καφενείο του “Απελλή”, ο μοναδικός, άψυχος μάρτυρας των εκτελέσεων πρέπει να εξαφανισθεί!
Πώς; Να κατεδαφιστεί άμεσα! Πράγματι μέχρι το τέλος της εβδομάδας το καφενείο του “Απελλή” θα υπάρχει μόνο στα καρτ ποστάλ. Τίποτε δεν πρέπει να υπάρχει και να θυμίζει τον άψυχο αυτόπτη μάρτυρα των 12 μέχρι τώρα εκτελεσμένων».

Διαφορετική όμως είναι η άποψη μελών της οικογένειας για το τι συνέβη με το καφενείο. Ο Θοδωρής Κονταξάκης, εγγονός του Απελλή δίνει την δική του εκδοχή για το καφενείο μεταφέροντας τις μαρτυρίες της γιαγιάς του Όλγας συζύγου του Απελλή. «Το καφενείο το κατάσχεσαν και το κατέστρεψαν οι Μπουραντάδες», η οικογένεια εκδιώχθηκε και μεταφέρθηκε σε ένα σπίτι που της παραχώρησε η Πρόνοια  στον Άγιο Γιάννη στον συνοικισμό». Ενώ η μαρτυρία του Κίμωνα Ψύχα, στον γιό του Παντελή τοποθετεί τους τίτλους τέλους του καφενείου, στους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωση του νησιού από τους Γερμανούς, την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Ένα εμβληματικό καφενείο, αποτυπωμένο σε χαρακτηριστικά καρτ ποστάλ της εποχής, σημείο αναφοράς στην διασκέδαση των Μυτιληνιών όπως μας πληροφορούν και οι εφημερίδες της εποχής, σταμάτησε να λειτουργεί και καταστράφηκε κάπου εκεί στην δεκαετία του 1940, κλείνοντας τον κύκλο του παίρνοντας μαζί του μνήμες και εικόνες μιας άλλης εποχής.

 

* Μάκης Μπεκιάρης / Lesvosoldies.gr

 

Παραπομπές

1. Σ. Μυριβήλης, Στου Απελλή, Ελεύθερος Λόγος, 16 Ιουνίου 1922, Μυτιλήνη
2. Σχόλιο στη ρουμπρίκα «Τρίβολοι», Ελεύθερος Λόγος, 7 Οκτωβρίου 1924
3. Σχόλιο στη ρουμπρίκα «Τρίβολοι», Ελεύθερος Λόγος, 29 Ιανουαρίου 1924
4. Σχόλιο στη ρουμπρίκα «Τρίβολοι», Ελεύθερος Λόγος, 13 Σεπτεμβρίου 1924
5.Σ. Μυριβήλης, στήλη Σκίτσα, Ελεύθερος Λόγος, 9 Φεβρουαρίου 1923

  • Θερμές ευχαριστίες στους Θοδωρή Κονταξάκη και Παντελή Ψύχα, εγγονούς του Απελλή Ψύχα για τις πληροφορίες και το φωτογραφικό υλικό που μοιράστηκαν μαζί μας.
  • Το κείμενο περιέχεται στο βιβλίο του Παναγιώτη Σκορδά 'ΛΕΣΒΙΑΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2019-Γράμματα-Τέχνες-Πολιτισμός", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μύθος

 

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στην gallery που ακολουθεί

Μοιράσου το άρθρο!