Γιατί το 2026 μπορεί να αλλάξει τα πάντα: το φαινόμενο Καρυστιανού και η οργή που μετατρέπεται σε πολιτική
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή μιας χώρας που ένα φαινομενικά τεχνικό γεγονός –μια έρευνα, ένας έλεγχος, μια υπηρεσιακή κίνηση– παύει να είναι απλώς αυτό που δηλώνει. Αποσπάται από το διοικητικό του πλαίσιο και μετατρέπεται σε πολιτικό σύμβολο. Η έρευνα της ΑΑΔΕ στα γραφεία του Συλλόγου Θυμάτων και Συγγενών των Τεμπών 2023 ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.
Η χρονική σύμπτωση δεν είναι λεπτομέρεια. Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε την ώρα που μέλη του Συλλόγου βρίσκονταν στο Δικαστικό Μέγαρο Λάρισας, σε υπόθεση που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της συλλογικής τραυματικής μνήμης: τα χαμένα βίντεο, τα κενά της έρευνας, τη σκιά πάνω από την απόδοση ευθυνών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, καμία κρατική πράξη δεν είναι ουδέτερη. Κάθε κίνηση διαβάζεται πολιτικά, ακόμα κι αν δεν σχεδιάστηκε ως τέτοια.
Στο παρασκήνιο, η συζήτηση μετατοπίστηκε γρήγορα: από τη νομιμότητα του ελέγχου, στο τι σηματοδοτεί. Και εκεί ακριβώς γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα για το 2026.
Από κατήγοροι σε «ελεγχόμενοι»
Για την κυβέρνηση, η εικόνα μοιάζει εκ πρώτης όψεως διαχειρίσιμη. Ένας κρατικός μηχανισμός λειτουργεί, ελέγχει, αποδεικνύει –τουλάχιστον θεσμικά– ότι δεν υπάρχουν ιερές αγελάδες. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο με νομικούς όρους. Κρίνεται με όρους κοινωνικής πρόσληψης.
Μέσα σε μία νύχτα, στα μάτια μεγάλης μερίδας της κοινής γνώμης, οι χαροκαμένοι συγγενείς πέρασαν από τη θέση του ηθικού κατήγορου στη θέση του ελεγχόμενου. Όχι επειδή το επέλεξαν, αλλά επειδή το κράτος τούς τοποθέτησε εκεί. Αυτό το πέρασμα, ανεξάρτητα από την κατάληξη της έρευνας, έχει βαρύ πολιτικό φορτίο.
Αν προκύψουν σοβαρά ευρήματα, η κυβέρνηση θα επικαλεστεί δικαίωση της επιλογής της. Αν όμως δεν προκύψουν, τότε η κίνηση κινδυνεύει να ερμηνευτεί ως απόπειρα αποδόμησης ενός ηθικού συμβόλου. Και στην πολιτική, η αποδόμηση συμβόλων συχνά οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: τα ενισχύει.
Η Καρυστιανού και το όριο μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής
Σε αυτό το εύφλεκτο τοπίο, η Μαρία Καρυστιανού βρίσκεται στο επίκεντρο όχι επειδή το επιδίωξε αρχικά, αλλά επειδή ενσάρκωσε κάτι σπάνιο: την αίσθηση αυθεντικής, μη επαγγελματικής πολιτικής παρουσίας. Μια φωνή που δεν ξεκίνησε από κομματικά γραφεία, αλλά από την απώλεια.
Η συζήτηση για ενδεχόμενη ίδρυση πολιτικού κόμματος γύρω από την Καρυστιανού δεν είναι απλώς φημολογία. Είναι ένδειξη βαθύτερης κρίσης εκπροσώπησης. Ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δεν αναζητά πια ιδεολογική καθαρότητα. Αναζητά ηθική εγγύηση. Και εκεί ακριβώς πατά το συγκεκριμένο ενδεχόμενο εγχείρημα.
Από το Μέγαρο Μαξίμου, η εκτίμηση είναι ότι ένα τέτοιο κόμμα δεν απειλεί άμεσα το ακροατήριο του Κυριάκος Μητσοτάκης. Όμως αυτή η ανάγνωση ίσως είναι κοντόφθαλμη. Δεν πρόκειται για μετακίνηση ψήφων με τον παραδοσιακό τρόπο. Πρόκειται για αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη, για αποστράγγιση εμπιστοσύνης από ολόκληρο το σύστημα – συμπεριλαμβανομένης και της αντιπολίτευσης.
Το 2026 ως έτος καμπής
Το 2026 δεν προμηνύεται ως μια απλή προεκλογική χρονιά (ανεξάρτητα αν οι εκλογές γίνουν το 2027) Διαγράφεται ως χρονιά λογαριασμού. Η κοινωνία κουβαλά συσσωρευμένη κόπωση, θυμό και μια διάχυτη αίσθηση ότι η αλήθεια καθυστερεί υπερβολικά. Σε τέτοιες συνθήκες, τα νέα πολιτικά σχήματα δεν γεννιούνται από προγράμματα, αλλά από αφηγήματα.
Αν τελικά συγκροτηθεί κόμμα με αναφορά στο πρόσωπο της Καρυστιανού, θα πρόκειται για κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Όχι ένα κόμμα διακυβέρνησης με την κλασική έννοια, αλλά ένα κόμμα πίεσης, ένα πολιτικό όχημα ηθικής απαίτησης. Και τέτοια σχήματα, ιστορικά, έχουν αποδειχθεί απρόβλεπτα και συχνά δυσανάλογα ισχυρά.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η κινητικότητα δεν περιορίζεται στο κέντρο. Στην περιφέρεια, και ειδικά σε περιοχές με έντονη πολιτική συνείδηση και κοινωνική εγρήγορση, καταγράφονται ήδη διεργασίες. Στη Λέσβο, σύμφωνα με πληροφορίες από πολιτικούς κύκλους, γνωστό πολιτικό πρόσωπο με προϋπηρεσία φέρεται να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να διεκδικήσει κοινοβουλευτικό ρόλο, εφόσον το εγχείρημα της Καρυστιανού λάβει τελικά οργανωμένη μορφή. Επισήμως, τίποτα δεν επιβεβαιώνεται. Ανεπισήμως, οι κεραίες έχουν σηκωθεί.
Η μεγάλη παγίδα για την εξουσία δεν είναι αν θα εμφανιστεί ένα νέο κόμμα. Είναι αν, μέσα από κινήσεις που εκλαμβάνονται ως πιεστικές ή τιμωρητικές, θα το βοηθήσει να αποκτήσει το πιο ισχυρό πολιτικό καύσιμο: το αίσθημα δίωξης. Στην ιστορία, ελάχιστα πράγματα ενώνουν περισσότερο από την πεποίθηση ότι «το σύστημα χτυπά».
Το 2026, λοιπόν, θα κριθεί και στο πεδίο των συμβολισμών. Και εκεί, κάθε κρατική πράξη –ακόμα κι αν είναι απολύτως νόμιμη– οφείλει να σταθμίζεται διπλά. Γιατί σε περιόδους βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης, η πολιτική δεν συγχωρεί ούτε τα λάθη εντυπώσεων.