|

Χίος: δεκαπέντε νεκροί στη θάλασσα και ένας λόγος που ξέχασε τον άνθρωπο

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Υπάρχουν στιγμές που η δημόσια τοποθέτηση ενός προσώπου δεν κρίνεται από το αν είναι πολιτικά ορθή, αλλά από το αν είναι ανθρώπινα επαρκής. Το ναυάγιο στη Χίο, με δεκαπέντε νεκρούς και αγνοούμενους ακόμη στο βυθό, ήταν μια τέτοια στιγμή. Δεν επρόκειτο για ένα ακόμα επεισόδιο στο μεταναστευτικό. Ήταν μια καθαρή, ωμή τραγωδία, λίγα μόλις μίλια από την ακτή.

Σε τέτοιες στιγμές, η κοινωνία δεν περιμένει αναλύσεις για την εθνική ασφάλεια. Περιμένει στοιχειώδη ενσυναίσθηση. Περιμένει έναν λόγο που να στέκεται πρώτα στον θάνατο και μετά σε όλα τα υπόλοιπα. Η ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού έκανε ακριβώς το αντίθετο: έβαλε τον θάνατο ως εισαγωγή και την αποτροπή ως κύριο επιχείρημα.

Η αναφορά στην αξία της ανθρώπινης ζωής υπήρχε, αλλά έμοιαζε περισσότερο με υποχρεωτική πρόταση πριν από το πραγματικό μήνυμα. Το βάρος του κειμένου δεν βρισκόταν στους νεκρούς, αλλά στην «παράνομη εισβολή» και στη «διαφύλαξη των δικαιωμάτων της χώρας». Η επιλογή αυτής της λέξης, σε μια τέτοια χρονική στιγμή, δεν είναι αθώα. Δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια συνειδητή μετατόπιση του κέντρου βάρους από την απώλεια στην απειλή.

Όταν δεκαπέντε άνθρωποι έχουν πνιγεί και άλλοι αναζητούνται ακόμη, το να μιλάς για «εισβολές» δεν είναι πολιτική ανάλυση. Είναι αλλαγή ατζέντας. Είναι σαν να προσπαθείς να μετατρέψεις μια ανθρώπινη τραγωδία σε επιχείρημα για μια πολιτική γραμμή. Και αυτό, σε επίπεδο δημόσιου λόγου, είναι τουλάχιστον προβληματικό.

Το πιο δύσκολο σημείο, όμως, δεν είναι η πολιτική διάσταση της ανάρτησης. Είναι η ανθρώπινη. Η Καρυστιανού δεν είναι ένας τυχαίος σχολιαστής του διαδικτύου. Είναι μια γυναίκα που έχει βιώσει προσωπική απώλεια, που έχει μιλήσει για δικαιοσύνη, που έχει συγκινήσει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας με τη στάση της. Ακριβώς γι’ αυτό, ο λόγος της κουβαλά διαφορετικό βάρος.

Κι όμως, μπροστά σε έναν άλλο πόνο, έναν πόνο εξίσου πραγματικό, ο λόγος της δεν διαφοροποιήθηκε. Δεν άνοιξε. Δεν μαλάκωσε. Δεν έδειξε εκείνη τη ρωγμή που αφήνει η εμπειρία της απώλειας σε έναν άνθρωπο. Αντίθετα, κινήθηκε στο πιο συνηθισμένο, σχεδόν μηχανικό σχήμα της δημόσιας συζήτησης για το μεταναστευτικό: αναφορά στην αξία της ζωής και αμέσως μετά επιστροφή στην ανάγκη αποτροπής.

Αυτό είναι που δημιουργεί τη βαθύτερη αμηχανία. Όχι απλώς η πολιτική τοποθέτηση, αλλά η έλλειψη μιας ουσιαστικής μετατόπισης του λόγου όταν μιλάς για νεκρούς. Όταν έχεις περάσει προσωπική τραγωδία και παρ’ όλα αυτά μιλάς για άλλες τραγωδίες με τη γλώσσα της πολιτικής αντιπαράθεσης, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σκληρό: ότι ο πόνος δεν είναι ίδιος για όλους.

Η δημόσια συζήτηση για το μεταναστευτικό είναι δύσκολη και πολυεπίπεδη. Κανείς δεν αρνείται το δικαίωμα ενός κράτους να προστατεύει τα σύνορά του. Όμως υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική και στον θάνατο. Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική οφείλει να κάνει πίσω και να αφήσει χώρο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Το ναυάγιο της Χίου ήταν μια τέτοια στιγμή. Δεν χρειαζόταν υπενθύμιση για «εισβολές». Δεν χρειαζόταν μάθημα εξωτερικής πολιτικής. Χρειαζόταν μόνο έναν καθαρό λόγο για τον χαμό δεκαπέντε ανθρώπων λίγα μέτρα από την ακτή, σε μια θάλασσα που έχει γίνει νεκροταφείο.

Όταν ακόμη υπάρχουν άταφοι νεκροί και αγνοούμενοι στο βυθό, η προτεραιότητα του δημόσιου λόγου δεν μπορεί να είναι οι λέξεις της αποτροπής. Αντίθετα, κάθε τέτοια λέξη ακούγεται σαν υπεκφυγή από το πραγματικό ερώτημα: πώς χάθηκαν αυτοί οι άνθρωποι τόσο κοντά στη στεριά και ποιος έπρεπε να τους είχε σώσει.

Γιατί στο τέλος, η ποιότητα μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο σκληρά μιλά για τα σύνορά της, αλλά από το πόσο ανθρώπινα μιλά για τους νεκρούς της θάλασσας. Και σε αυτή τη δοκιμασία, ορισμένοι λόγοι, όσο καλοπροαίρετοι κι αν δηλώνουν ότι είναι, αποδεικνύονται φτωχότεροι από την ίδια την τραγωδία.

--

 η ανάρτηση  της κας Καρυστιανού :

Χίος, Φεβρουάριος 2026

Πόνος βαθύς για τους ανθρώπους που χάθηκαν, αλλά και επίκριση και αποδοκιμασία για ένα κράτος που δεν διαθέτει όσα πρέπει και δεν πράττει όσα μπορεί για την αποτροπή των παράνομων εισβολών και του ευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Δεν χωρεί αμφιβολία, οι νόμοι πρέπει να τηρούνται. Σημαντική η διαφύλαξη των δικαιωμάτων της χώρας.

Επίσης όμως σημαντική και αδιαπραγμάτευτη η ανθρώπινη ζωή, για την προστασία της οποίας οφείλουμε να εξαντλήσουμε όλα τα μέσα διαφύλαξής της και να μπορούμε να αποδείξουμε ότι το πράξαμε. Το οφείλουμε σε κάθε άνθρωπο.

Γιατί αυτό αρμόζει στην ανθρώπινη ζωή: ο μέγιστος σεβασμός, η μέγιστη προστασία.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις