Επέζησε από κεραυνό που σκότωσε την οικογένειά του – Ο Τσαμπλής που έγινε θρύλος στην Αγιάσο
Μια ιστορία από το χθες με αφορμή τις αναρτήσεις του Δημοσθένη Σκλεπάρη:
Ο Κώστας Τσαμπλής ήταν μια μοναδική φιγούρα που έγραψε τη δική του ιστορία, όχι μόνο στη μνήμη των ανθρώπων αλλά και στο συλλογικό συναίσθημα μιας ολόκληρης περιοχής. Δεν ήταν Αγιασώτης, αλλά καταγόταν από τα χωριά του Ευεργέτουλα – ίσως από τη Σκούντα. Ανήκε στα χωριά του Κάμπου, αλλά ερχόταν συχνά στην Αγιάσο, κι έτσι έγινε κομμάτι της καθημερινότητας της.
Ήταν γνωστός για την ιδιαίτερη παρουσία του, πάντα με ένα τσιγάρο στο στόμα, κρατώντας ένα μαγνητόφωνο που έπαιζε μουσική στους δρόμους. Οι παλιότεροι τον θυμούνται να περιφέρεται με αυτό το χαρακτηριστικό στιλ, ζωγραφίζοντας με την ιδιορρυθμία του την καθημερινότητα του τόπου. Μια εμβληματική φράση του, που ακόμα επαναλαμβάνεται από πολλούς, ήταν:
«Τιλιώνουμι γι’ παλαβοί» – μια ρητορική ερώτηση, βαθιά ανθρώπινη, αστεία αλλά και πικρή.
Το πλήρες όνομά του ήταν Κωνσταντίνος Τσιβγούλης του Γεωργίου. Ωστόσο, όπως σχολίασε ο Στέλιος Κολύφας, το σωστό επώνυμο είναι Τσιρβούλης, με καταγωγή από το Ίππειος.
Η ζωή του σημαδεύτηκε από μια τραγωδία που, κατά πολλούς, εξηγεί τη μεταγενέστερη του συμπεριφορά. Όπως έγραψε ο Νίκος Κουφάκης, ο Κώστας Τσαμπλής έχασε τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά από κεραυνό. Εκείνο το μοιραίο περιστατικό συνέβη όταν έμεναν σ’ ένα ντάμι με σκεπή από λαμαρίνα στον Κάμπο. Ο κεραυνός έπεσε στο ντάμι και σκότωσε την οικογένειά του, ενώ τον ίδιο τον πέταξε έξω χωρίς να τον αγγίξει. Από τότε – λένε – «σάλεψαν τα λογικά του». Δεν ένιωθε κρύο, ζέστη ή κούραση και δούλευε ασταμάτητα, λέγοντας περήφανα:
«Εμένα ούτε ο κεραυνός δεν με σκοτώνει!»
Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Γιάννης Καλογεράς (πατέρας της Θυμούλας) διηγήθηκε την τραγική αυτή ιστορία στον αφηγητή, καθώς τον πήγε σε ένα ντάμι στην περιοχή Κουστέρη για να φωτογραφίσουν μερικά παλιά κάδρα. Εκεί, του έδειξε έναν σωρό από πέτρες και του είπε:
«Εδώ έμενε η θεία Πηνελόπη Καλογερά του Ιωάννη», γεννημένη το 1912. Ήταν κόρη του Ιωάννη Καλογερά του Βασιλείου (1864) και της Μαριγώς Μουτζουρέλλη του Δημητρίου (1882). Είχε δύο αδέρφια: τον Δημήτριο και τον Γεώργιο.
Η τραγωδία εκτυλίχθηκε το 1972, όταν κάλεσε συνεργείο για να «μετασυρουνε» (δηλαδή να φτιάξουν τη στέγη) στο ντάμι. Την ώρα εκείνη ήταν:
- Ο Γιώργος Κεραμιδάς (αδερφός του Νίκου), παντρεμένος με Βρυσαγιώτισσα, πατέρας μιας κόρης που παντρεύτηκε τον Κώστα Τσαμπλή.
- Ο Θοδωρής Καλογεράς, πάνω στη σκεπή, που μετασέρνε τη στέγη.
- Ο Νικόλαος Κεραμιδάς, από κάτω, έδινε τα κεραμίδια.
Τότε έπεσε ένα τεράστιο αστροπελέκι. Χτύπησε πρώτα μια ελιά, κάτω από την οποία καθόταν η γυναίκα του Τσαμπλή, σκοτώνοντάς την. Μετά χτύπησε το μωρό, τη Νίκη, που ίσως ήταν παιδί της γυναίκας του Τσαμπλή από προηγούμενο γάμο. Λέγεται πως αν δεν ήταν ξυπόλυτο, ίσως να είχε σωθεί.
Το αστροπελέκι προχώρησε μέσα στο ντάμι, όπου υπήρχε μια κούτα μπαταρίες για ραδιόφωνο της θείας Πηνελόπης. Εκεί βρισκόταν κι ένα αβάπτιστο μικρό παιδί, που όμως σώθηκε. Όσο για τον Κώστα Τσαμπλή – κανείς δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε έξω από το ντάμι χωρίς να πάθει τίποτα.
Αργότερα, το μωρό το πήρε η αδερφή του Τσαμπλή, που μάλλον έμενε στη Γέρα.
Έτσι σφραγίστηκε η μοίρα του Κώστα Τσαμπλή, που από εκείνη τη μέρα δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος. Ένας γραφικός, υπέροχος άνθρωπος, από τους πολλούς της περιοχής μας, που με τον δικό του τρόπο έγινε σύμβολο και μνήμη.
Και όπως είπε η φίλη και συμμαθήτρια Αφροδίτη Ανδρικού-Τσαμπλάκου:
«Κι όμως τον θυμάμαι και συνέχεια επαναλαμβάνω την ερώτηση του αναφέροντας συγχρόνως το όνομα του.
Δυστυχώς οι παλαβοί αντί να τελειώνουν πληθαίνουν.
Θεός σχωρεστον.»
Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έλεγε ο Τσαμπλής ήταν:
«Α μη κανς γαμπρό;;»
Ένα ερώτημα γεμάτο χαμόγελο, αφέλεια, και μια βαθιά, ανθρώπινη τρυφερότητα.
Αυτή ήταν η ζωή του Τσαμπλή.
Μια ιστορία αληθινή και απίστευτη.
Που κάποιοι από εμάς – σίγουρα – δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ.