Λέσβος σε αδιέξοδο: Δεν υπάρχει λύση για το γάλα – Γεμίζουν οι παγολεκάνες, κανείς δεν ξέρει πού θα καταλήξει
Η κατάσταση που διαμορφώνεται στη Λέσβο γύρω από τη διαχείριση του γάλακτος εξελίσσεται πλέον σε κρίση χωρίς σαφή διέξοδο, καθώς η πρόσφατη διοικητική απόφαση για τη διαχείριση ζωικών υποπροϊόντων δεν καλύπτει το βασικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι κτηνοτρόφοι του νησιού.
Στις 9 Απριλίου 2026 (αναρτήθηκε πριν από λίγο και τέθηκε σε εφαρμογή), η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου προχώρησε στην έκδοση απόφασης με αντικείμενο τον ορισμό χώρου υγειονομικής ταφής στερεών ζωικών υποπροϊόντων στην Περιφερειακή Ενότητα Λέσβου. Η απόφαση αυτή εδράζεται στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο που ενεργοποιείται σε περιπτώσεις ζωονόσων και έκτακτων αναγκών, και ειδικότερα στις διατάξεις που επιτρέπουν την κατ’ εξαίρεση χρήση Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων όταν οι Δήμοι αδυνατούν να ορίσουν ειδικούς χώρους. (Διαβάστε εδώ σχετικά με το αρχικό έγγραφο της Δ/νσης Κτηνιατρικής)
Η διοικητική πράξη εκδόθηκε κατόπιν σχετικής εισήγησης της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και έρχεται σε συνέχεια διαδοχικών εγγράφων μεταξύ των υπηρεσιών, στα οποία επισημαίνεται ότι οι Δήμοι της Λέσβου δεν είχαν καταφέρει να ορίσουν κατάλληλους χώρους υγειονομικής ταφής εντός των προθεσμιών που προβλέπει η νομοθεσία. Υπό αυτές τις συνθήκες, ενεργοποιήθηκε η δυνατότητα κεντρικής παρέμβασης και επιλέχθηκε ως χώρος διαχείρισης ο Κεντρικός ΧΥΤΑ στη θέση «Κλεφτόβιγλα».
Η απόφαση καθορίζει με σαφήνεια τα είδη των υλικών που μπορούν να οδηγηθούν στον συγκεκριμένο χώρο. Περιλαμβάνει ζωικά υποπροϊόντα από ευαίσθητα είδη, όπως αιγοπρόβατα, βοοειδή και χοίρους, εξαιρώντας ρητά τα υλικά υψηλού κινδύνου και το αίμα. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα διάθεσης προϊόντων ζωικής προέλευσης που βρίσκονται σε συσκευασία μετά τη λήξη τους, καθώς και άλλων υποπροϊόντων όπως μαλλί και δέρματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα παράγωγα γάλακτος, τα οποία επιτρέπεται να διατεθούν στον ΧΥΤΑ μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η απόφαση ορίζει ότι αυτά πρέπει να βρίσκονται σε ημιστερεή ή στερεή μορφή και να μην συνιστούν υγρά απόβλητα, ενώ η διαχείρισή τους πρέπει να συμμορφώνεται πλήρως με την εθνική και ενωσιακή κτηνιατρική νομοθεσία.
Αυτή ακριβώς η διατύπωση είναι που αποκαλύπτει και το βασικό κενό της απόφασης. Το νωπό γάλα, ως υγρό προϊόν με υψηλό οργανικό φορτίο, δεν εμπίπτει στις επιτρεπόμενες κατηγορίες. Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί παράγωγο σε στερεή μορφή, ούτε να διατεθεί σε χώρο υγειονομικής ταφής χωρίς προηγούμενη επεξεργασία. Κατά συνέπεια, μένει εκτός του πλαισίου διαχείρισης που θεσπίστηκε.
Την ίδια στιγμή, η πραγματική εικόνα στην παραγωγή είναι ασφυκτική. Μετά τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν λόγω του αφθώδους πυρετού και την αδυναμία διακίνησης προϊόντων, σημαντικός αριθμός τυροκομείων έχει περιορίσει ή διακόψει την παραλαβή γάλακτος. Οι κτηνοτρόφοι, προκειμένου να διαχειριστούν προσωρινά την κατάσταση, κατέφυγαν στη χρήση παγολεκανών για την αποθήκευση του γάλακτος, μια λύση που από τη φύση της έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα (για 24-48 ώρες συνήθως)
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που προέρχονται από τον ίδιο τον κλάδο, τα περιθώρια αυτά εξαντλούνται πλέον. Από τις επόμενες ώρες, οι διαθέσιμοι αποθηκευτικοί χώροι φτάνουν στα όριά τους, ενώ η παραγωγή συνεχίζεται καθημερινά χωρίς δυνατότητα απορρόφησης. Το γάλα μετατρέπεται έτσι από προϊόν σε φορτίο χωρίς διαχειριστική διέξοδο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Διεύθυνση Κτηνιατρικής φέρεται να έχει ζητήσει από τους Δήμους να υποδείξουν εναλλακτικό χώρο αποκλειστικά για το νωπό γάλα. Ωστόσο, τόσο από πλευράς αυτοδιοίκησης όσο και από επιστημονικούς κύκλους, επισημαίνεται ότι η εξεύρεση τέτοιας λύσης είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη. Το γάλα, ως υγρό ζωικό απόβλητο, απαιτεί ειδικές υποδομές επεξεργασίας, διαφορετικά η ανεξέλεγκτη διάθεσή του ενέχει σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία.
Η ευθύνη για τη διαμορφωθείσα κατάσταση δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα μόνο επίπεδο διοίκησης. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η εξέλιξη της κρίσης ήταν προβλέψιμη. Η εξάπλωση της ζωονόσου, οι περιορισμοί στη διακίνηση και η εξάρτηση της τοπικής οικονομίας από την κτηνοτροφία συνιστούσαν ένα πλαίσιο υψηλού ρίσκου, το οποίο απαιτούσε προληπτικό σχεδιασμό. Η απουσία συγκεκριμένης πρόβλεψης για το γάλα αποτυπώνει ένα κρίσιμο κενό στον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι θεωρητικό, αλλά άμεσο και πρακτικό: πώς θα διαχειριστεί το γάλα των επόμενων ημερών. Χωρίς σαφή απάντηση, η κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί από διαχειρίσιμη σε ανεξέλεγκτη, με συνέπειες που θα ξεπεράσουν τα όρια του πρωτογενούς τομέα και θα αγγίξουν το σύνολο της τοπικής οικονομίας.
Στο φόντο αυτής της κρίσης, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Η Διεύθυνση Κτηνιατρικής, αντί να παρουσιάζει μια συγκροτημένη λύση, φαίνεται να μετακυλίει την ευθύνη προς τους Δήμους, ζητώντας την εξεύρεση χώρων που στην πράξη δεν μπορούν να υπάρξουν. Την ίδια ώρα, επιστημονικοί κύκλοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι ποσότητες που αγγίζουν τους 250 τόνους γάλακτος ημερησίως δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται ως απλά απορρίμματα. Η Περιφέρεια παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς ουσιαστική παρέμβαση, ενώ στο βάθος η Ευρωπαϊκή Ένωση αξιολογεί πλέον συνολικά τη διαχείριση της κρίσης. Και όσο η απάντηση καθυστερεί, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι τα δυσκολότερα δεν έχουν ακόμη φανεί.
Δείτε στο επισυναπτόμενο αρχείο την απόφαση