Μια μπάλα, ένα «Όχι» και η μνήμη ενός λαού που μπήκε στο γήπεδο
γράφει η Γεωργία Λυμπέρη
Αφιερωμένο
Μια μπάλα, αερόμπαλα, μπάσκετ, βόλεϊ, ποδοσφαίρου, μια στρογγυλή ύπαρξη! 'Υπαρξη που γύρω της ενώνονται οργισμένα, θυμωμένα, χαμογελαστά κι ενθουσιώδη πρόσωπα.
Από τα πολύ μικρά παιδιά που την κυνηγούν ως τα πιο μεγάλα που μαζεύονται σε αλάνες και γήπεδα τα απογεύματα του καλοκαιριού.
Η αναμονή πριν το παιχνίδι είναι η μεγαλύτερη χαρά.
Σχολιαρόπαιδα, εφηβάκια συγκεντρώνονται, μοιράζονται, παίρνουν ρόλους και δεν υπάρχει τίποτα πιο σοβαρό από παιδιά που οργανώνουν το παιχνίδι τους!
Κι οι ενήλικες δεν πάνε πίσω. Κλείνουν ραντεβού στα ερασιτεχνικά χόρτα της παρέας τους ή σε καναπέδες και καρέκλες περιμένοντας το σφύριγμα για την παρακολούθηση επαγγελματικών αγώνων.
Μια κοινότητα με σταθερό πληθυσμό, έδρα, γλωσσικούς ιδιωματισμούς, συνήθειες και θρησκεία με σύμβολο την μπάλα! Μια κοινότητα που θεσμοθετημένη μετατρέπεται σε κοινωνία με πάθη συγκρούσεις και παράγκες λαμογιάς! Όμως εδώ μιλάμε για το πάθος, τη χαρά και τη μνήμη των φιλάθλων γύρω από σημαντικά αθλητικά γεγονότα.
Ειλικρινά ζηλεύω την προσμονή, τη χαρά την απογοήτευση, ζηλεύω την συλλογικότητα και την ομοψυχία τους.
Μου θυμίζουν αγωνιστές ιδεολόγους μιας σφαίρας γεμάτης αέρα!
Τώρα είναι καλό αυτό;
Η ορθολογίστρια της παρέας θα με αποπάρει λέγοντας: η σύγκριση είναι υπερβολική, αερολογείς επηρεασμένη από πρόσωπα παιδιών που τρέχουν πίσω από μια μπάλα το ηλιοβασίλεμα, μπασκετικους αγώνες ή το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου.
Δυστυχώς δεν παρακολουθώ αγώνες , αλλά ακούω ιαχές από μπαλκόνια και καφετέριες. Ιαχές «ΑΕΡΑ.»
Ευτυχώς δεν χρειάστηκε πολεμικός πυρετός για να ομονοήσουν και να ομοψυχήσουν! Μόνο μια, μπάλα!
Μέρες που είναι πάω χρόνια πίσω, τότε που "μπήκαμε στο γήπεδο" ή "χάσαμε την μπάλα".
Τράπεζες κλειστές, πολιτικός πυρετός κι άνθρωποι με μια χαρά στο βλέμμα!
Στις ουρές ενός καυτού Ιούλη περίμεναν υπομονετικά να πάρουν το ποσό που τους αναλογούσε, κάποιοι, ελάχιστοι, ελεηνολογούσαν, άλλοι γελούσαν, στον καφενέ τσούγκριζαν με: « καλή λευτεριά» ,στις πλατείες χόρευαν κι ένιωθαν γενναίοι μπροστά στις ορδές του Σόιμπλε και της Ε.Ε.
Ένας λαός που για έξι χρόνια υβρίσθηκε, λοιδωρήθηκε χαρακτηρίστηκε «γουρούνι του Νότου» ενοχοποιήθηκε πως έριξε έξω τη χώρα επεισή είχε έναν μισθό ή δεν έκοβε απόδειξη για την τυρόπιτα.
Αυτός ο λαός στάθηκε μετέωρος άλαλος και μουρμούρισε : «λες να φταίω;» κι αφού τον έλουσαν με βρισιές ξένοι και ντόπιοι κι αφού κλείσανε μαγαζιά και σπίτια από τις αυτοκτονίες επικράτησε η «ΑΡΡΩΣΤΧΙΑ» και το «ΒΑΣΑΝΙΖΟΜΑΙ»κάδρο στο σαλόνι της πρωτεύουσας .
Πέρασαν χρόνια εμπαιγμού και κάποια στιγμή αποφάσισε να μπει στο γήπεδο να πάρει την μπάλα και να πει ένα ΌΧΙ.
Το ΌΧΙ μπορεί να μην το καταλάβαινε με ιδεολογικοπολιτικά δεδομένα, τό 'νιωθε όμως από το βάθος των «πικρών του χειλιών». Γι 'αυτό γελούσε ενώ δεν μπορούσε να πάρει χρήματα.
Κι αυτοί οι λίγοι, γιατί ήταν λίγοι τελικά, οι σοβαροί; οι μετρημένοι; ή αυτοί που καλοτρώγανε ευρωπαϊκή ταξιδιωτική γνώση; κι οι άλλοι που περίμεναν να σηκωθεί ο γίγαντας λαός κατόπιν παραγγελίας, έμειναν άναυδοι μπροστά στο αποτέλεσμα.
Το τι έγινε μετά όλοι το γνωρίζουμε, τουλάχιστον όσοι το ζήσαμε. Επικράτησαν οι λογικοί; οι μετρημένοι; οι «εμείς σας τα λέγαμε καλά να πάθετε» , επικράτησε ο φόβος του τερματοφύλακα.
Μετά από τόσα χρόνια απογοήτευσης, ρεμούλας, λαμογιάς, προσπάθησαν να μας κάνουν σαν τα μούτρα τους, μπορεί και να το κατάφεραν, όμως εμείς πρέπει να θυμόμαστε αυτή την παρακαταθήκη του λαού που είπε: « ΌΧΙ», να θυμόμαστε ότι μπήκαμε στη μεγάλη περιοχή κι υπερασπιστήκαμε το γήπεδο μας!
Υ.Γ. Ένα κείμενο για τους οργανωμένους κι ανοργάνωτους αγώνες. Ένα κείμενο αφιερωμένο στον Στρατή, τον Γρηγόρη, την Αγγελική κι εκείνη την παρέα των φοιτητών που τραγουδούσε στο πλοίο.