Πλειστηριασμός στη Λέσβο με φόντο τραπεζικό σκάνδαλο: Στο Πρωτοδικείο Καλλονής η κρίσιμη ανακοπή
Μια σοβαρή υπόθεση με τραπεζικό, δικαστικό και κοινωνικό αποτύπωμα στη Λέσβο αναμένεται να συζητηθεί τη Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026 στο Πρωτοδικείο Καλλονής.
Η υπόθεση αφορά ανακοπή κατά της εκτέλεσης, δηλαδή προσφυγή κατά επιταγής προς πληρωμή και κατά κατασχετήριας έκθεσης, με την οποία ακίνητα πολιτών οδηγούνται σε πλειστηριασμό.
Στο επίκεντρο βρίσκεται παλαιά τραπεζική διαφορά, η οποία συνδέεται με υπόθεση υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας από πρώην διευθυντή καταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς στη Λέσβο. Ο πρώην διευθυντής έχει πλέον καταδικαστεί αμετάκλητα σε κάθειρξη επτά ετών, με την υπ’ αριθμ. 731/2025 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, οικογενειακή επιχείρηση της Λέσβου είχε λάβει στις αρχές της δεκαετίας του 2000 τραπεζική χρηματοδότηση μέσω ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, με προσωπικές εγγυήσεις των εταίρων της. Στα επόμενα χρόνια, το πιστωτικό όριο αυξήθηκε διαδοχικά.
Η υπόθεση άρχισε να παίρνει άλλη διάσταση το 2010, όταν αποκαλύφθηκε ότι πρώην διευθυντικό στέλεχος τοπικού καταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς είχε εμπλακεί σε υπεξαιρέσεις χρηματικών ποσών και πλαστογραφήσεις εγγράφων και υπογραφών πελατών.
Ανάμεσα στους ζημιωθέντες, σύμφωνα με τους πληρεξούσιους δικηγόρους, βρίσκονται και οι πολίτες των οποίων η περιουσία σήμερα απειλείται με πλειστηριασμό. Η πλευρά τους υποστηρίζει ότι από τη συγκεκριμένη δανειακή σχέση αφαιρέθηκαν τουλάχιστον 360.000 ευρώ, ενώ μέσω πλαστογραφημένων εγγράφων δημιουργήθηκαν τεχνητά αυξημένα πιστωτικά όρια, χωρίς γνώση και συναίνεση των νόμιμων εκπροσώπων της εταιρείας.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, παρά την ποινική κατάληξη της υπόθεσης και την αμετάκλητη καταδίκη του πρώην διευθυντή, η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης συνεχίζεται.
Η απαίτηση, που αρχικά φέρεται να ανερχόταν περίπου στις 360.000 ευρώ, σύμφωνα με την πλευρά των οφειλετών σήμερα εμφανίζεται να έχει φτάσει περίπου στο 1.500.000 ευρώ. Την ίδια ώρα, όπως αναφέρεται, έχουν ήδη εκποιηθεί ακίνητα συνολικής αξίας άνω των 500.000 ευρώ.
Η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται από την Intrum, για απαίτηση που συνδέεται με την Τράπεζα Πειραιώς. Οι οφειλέτες ζητούν από τη Δικαιοσύνη να εξετάσει εάν η συνέχιση της εκτέλεσης είναι νόμιμη και συμβατή με τα πραγματικά δεδομένα που έχουν ήδη αναδειχθεί από την ποινική διαδικασία.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς με αυτήν επικυρώθηκε η καταδίκη του πρώην διευθυντή για κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση. Η καταδίκη αφορά μέρος της δράσης του, καθώς, όπως αναφέρεται από την πλευρά των δικηγόρων, μόνο ορισμένοι από τους ζημιωθέντες πελάτες κινήθηκαν ποινικά μέχρι τέλους.
Στην υπόθεση τίθεται πλέον ένα βασικό ερώτημα: μπορεί να συνεχίζεται πλειστηριασμός εις βάρος πολιτών, όταν η ίδια η δανειακή σχέση συνδέεται με πράξεις πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης που έχουν ήδη κριθεί ποινικά σε ανώτατο επίπεδο;
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των πολιτών κάνουν λόγο για καταχρηστική συνέχιση της εκτέλεσης και υποστηρίζουν ότι οι εντολείς τους, αντί να προστατευθούν ως ζημιωθέντες από παράνομες πράξεις τραπεζικού στελέχους, εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με πλειστηριασμούς και απώλεια περιουσίας.
Η υπόθεση ξεπερνά τα όρια μιας ιδιωτικής τραπεζικής διαφοράς. Αγγίζει ζητήματα τραπεζικής ευθύνης, προστασίας των πολιτών, λειτουργίας των μηχανισμών είσπραξης και εμπιστοσύνης απέναντι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η αυριανή συζήτηση στο Πρωτοδικείο Καλλονής αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς το δικαστήριο καλείται να κρίνει την ανακοπή κατά της εκτέλεσης μέσα σε ένα ιδιαίτερα βαρύ ιστορικό: μια τραπεζική απαίτηση, μια αμετάκλητη ποινική καταδίκη πρώην διευθυντή καταστήματος στη Λέσβο και μια πολυετή δικαστική μάχη πολιτών που δηλώνουν ότι υπήρξαν θύματα πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης.