|

Μ. Καραγάτσης, Το προσκύνημα (επίσκεψη Ελληνίδας στο γενέθλιο σπίτι στη Σμύρνη τριάντα χρόνια μετά τον βίαιο ξεριζωμό της)

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Ο Μ. Καραγάτσης ταξιδεύει στη Σμύρνη την άνοιξη του 1951 και καταγράφει μια βαθιά ανθρώπινη στιγμή μνήμης και συγκίνησης: την επιστροφή μιας Ελληνίδας πρόσφυγα στο πατρικό της σπίτι, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μέσα από τη συνάντησή της με μια Τουρκάλα από τη Θεσσαλονίκη, το κείμενο φωτίζει τον ξεριζωμό, τη νοσταλγία, αλλά και την ανάγκη ειρηνικής συνύπαρξης των δύο λαών.

 

Επιμέλεια: Β. Α. Γεώργας, εκπαιδευτικός - συγγραφέας

 Άνοιξη του 1951 ο Μ. Καραγάτσης επισκέπτεται τη Σμύρνη και από σύμπτωση συνοδεύει Ελληνίδα Σμυρνιά ‒βίαια εκπατρισμένη σε τρυφερή ηλικία το 1922 κατά την περίοδο των Παθών του μικρασιατικού Ελληνισμού‒ που εκπληρώνει υπόσχεση στον εαυτό της, τα μάτια της να ξαναϊδούν τον γενέθλιο οίκο, αμέσως μόλις οι τουρκικές αρχές επέτρεψαν τα ταξίδια «ανταλλαξίμων». Η φορτισμένη αφήγηση αποπνέει συγκίνηση, νοσταλγία και πόνο (για τον απηνή ξεριζωμό, την απώλεια της μακραίωνης μητρικής γης, τον επακόλουθο εποικισμό του πατρογονικού οικήματος), μα συνάμα βαθιά ανθρωπιά και ηχηρά διδάγματα ως προς την κοινή ανθρώπινη τύχη. Η συνετή αναφορά των δρώντων προσώπων στην «καινούργια μοίρα των δύο λαών», που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ειρηνική γειτνίαση τη βασισμένη στον αμοιβαίο άδολο σεβασμό γειτόνων και διεθνών κανόνων (κατά τη διαχρονική ηροδότεια ρήση: «οὐδεὶς γὰρ οὕτω ἀνόητός ἐστι, ὅστις πόλεμον πρὸ εἰρήνης αἱρέεται» [= κανείς δεν είναι τόσο άμυαλος, ώστε να προτιμά τον πόλεμο αντί της ειρήνης]), φαίνεται να παραμένει κενό γράμμα 75 χρόνια αργότερα· αψευδείς μάρτυρες οι αλλεπάλληλες ελληνοτουρκικές κρίσεις που μεσολάβησαν από τότε ‒ του 1955, της δεκαετίας του ʼ60, της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, του «Βυθίσατε το Χόρα» το 1976, του «Σισμίκ» το 1987, των Ιμίων ...    

«Νοσταλγικοί περίπατοι στη σημερινή Σμύρνη»

(«Η Βραδυνή», 28 Μαΐου ‒ 2 Ιουνίου 1951)

 

Μια Ελληνίδα με την βοήθειαν ενός Τούρκου της καινούργιας γενιάς ψάχνει να βρει στο «Και» το σπίτι όπου γεννήθηκε συγκινητική συνάντησις με μία Τούρκισσα από τη Θεσσαλονίκη πράματα που δεν ξεχνιούνται και πράματα που άλλαξαν. Παλιό και νέο ριζικό

Έτυχε να τρώμε στο ίδιο τραπεζάκι του βαγονιού - εστιατορίου. Θα ήταν ως 35 χρόνων με φυσιογνωμία γλυκιά και μελαγχολική. Κάτι σαν όνειρο νοσταλγικό δυνάστευε τα μεγάλα καστανά της μάτια, τα καρφωμένα με επιμονή στον καρπερό και πανέμορφο μικρασιατικό κάμπο. Κι ήταν τόσο προσηλωμένη σʼ αυτό που έβλεπε, ώστε σχεδόν δεν έτρωγε. Μόλις άγγιζε τα φαγητά που της έφερνε το γκαρσόνι. Έξαφνα τα μάτια της έτυχε νʼ αντικρίσουν την ελληνική εφημερίδα που είχα αφημένη πλάι στο πιάτο μου.

‒ Είσαστε Έλληνας; με ρωτάει ελληνικά.

‒ Ναι. Και σεις Ελληνίδα;

‒ Ναι. Κι εγώ Ελληνίδα ...

Έτσι γνωριστήκαμε. Και μου είπε την ιστορία της. Γεννήθηκε στη Σμύρνη. Ήτανε μόλις πέντε χρόνων, όταν έγινε η Καταστροφή. Ήρθε στην Ελλάδα με τους γονείς της. Από τον παλιό καιρό θυμόταν λίγα πράματα: ένα δίπατο σπίτι στο «Και» {γαλλικό: quai = προκυμαία} που τα παράθυρά του έβλεπαν τη γαλανή και πάντα γαληνεμένη θάλασσα. Μια προκυμαία γεμάτη πολύβουο πλήθος, όπου κυκλοφορούσαν κάτι τραμ κωμικά, ιππήλατα. Έναν ορίζοντα στολισμένο από την υπέρλαμπρη δόξα του δειλινού. Μια ζωή αμέριμνη μέσα σε μια πόλη πανέμορφη κι ολοζώντανη.

Ύστερα ήρθαν τα χρόνια της προσφυγιάς, της δυστυχίας σε κάποιο συνοικισμό της Θεσσαλονίκης. Έχασε τους γονείς της, απόμεινε παντέρημη, βιοπάλεψε σκληρά. Μα το φύλλο της τύχης γύρισε. Σήμερα είναι πλούσια χάρη σε κάποια αναπάντεχη κληρονομιά. Έτσι μόλις η τουρκική κυβέρνηση επέτρεψε τα ταξίδια των «ανταλλαξίμων», ξεκίνησε για τη Σμύρνη. Να ιδεί την πατρίδα της ...

‒Το σπίτι μου δεν κάηκε, μου είπε. Καταλαβαίνετε με τι συγκίνηση θα το ξαναϊδώ.

‒Θα το αναγνωρίσετε;

‒Βεβαιότατα! Τι κι αν ήμουν πεντάχρονο κοριτσάκι τότε; Είναι πράματα που δεν ξεχνιούνται.

Ναι. Είναι πράματα που δεν ξεχνιούνται ...

Στον Σταθμό της Σμύρνης με περίμενε ένας φίλος μου. Ένας Τούρκος της καινούργιας γενιάς. Δηλαδή άνθρωπος έξυπνος, με μυαλό ελευθερωμένο από τους φανατισμούς και τις προκαταλήψεις των Τούρκων της παλαιότερης γενιάς. Του παρουσίασα τη συνταξιδιώτισσά μου. Του είπα την ιστορία της, την επιθυμία της. Ο φίλος μου ‒ο Τούρκος‒ χαμογέλασε με καλοσύνη, της φίλησε το χέρι και της είπε:

‒ Επιτρέψτε μου, κυρία, να σας βοηθήσω να βρείτε το παλιό σας σπίτι. Καταλαβαίνω απολύτως τα αισθήματα που σας συγκλονίζουν ...

Το αυτοκίνητο προσπέρασε το λιμάνι και πήρε την παραλιακή λεωφόρο.

‒ Βρισκόμαστε στο «Και»; ρωτάει η κυρία.

‒ Ναι, αποκρίνεται ο φίλος μου. Στο παλιό «Και» που σήμερα έχει το όνομα του Ατατούρκ. Το τμήμα που διασχίζουμε τώρα έχει καταστραφεί στην πυρκαγιά του ʼ22. Όλα τα σπίτια είναι καινούργια.

Η κυρία δεν μιλάει. Κοιτάει ολόγυρα με μάτια γεμάτα ανυπομονησία. Προσπερνάμε το «Ισμίρ Παλάς», καθώς και μερικά νεόκτιστα σπίτια. Έξαφνα ο φίλος μου κόβει την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Και λέει στην κυρία:

‒ Από εδώ αρχίζουν τα παλιά σπίτια. Θα προχωρώ σιγά. Όταν αναγνωρίσετε το δικό σας, πέστε μου να σταματήσω.

Τα σπίτια του «Και» ... Όλα με δυο πατώματα. Το ένα κολλημένο πλάι στο άλλο. Το καθένα με το γυαλόφραχτο μπαλκόνι που βλέπει προς τη θάλασσα. Το καθένα με τον δικό του πρόσχαρο χρωματισμό: γαλάζιο, κιτρινωπό, ρόδινο, φιστικί. Το καθένα με τον χαρακτήρα του, με τη γοητεία του, με την εσωτερική του ιστορία που ‒κατά τρόπο ανεξήγητο‒ αντικαθρεφτίζεται στην πρόσοψή του.

Καθώς το αυτοκίνητο προχωρεί σιγανά, κοιτώ τα σπίτια της Σμύρνης. Εκείνα που το ριζικό τους θέλησε να γλυτώσουν από την καταστροφή της φωτιάς. Αυτά που κάποτε έκλειναν έναν ολόκληρο κόσμο. Κόσμο ελληνικό. Κόσμο που ξεριζώθηκε από τις εναντιότητες του πολέμου. Που ήρθε στα δικά μας χώματα να ρίξει καινούργιες ρίζες. Να δώσει νέα ζωή στο αυτόνομο ελλαδικό σύνολο. Κοιτώ τα σπιτάκια της Σμύρνης. Το μάτι μου προσπαθεί να αντλήσει από την άψυχη ύλη, την ψυχή που κάποτε ζούσε μέσα στους τέσσερις τοίχους τους. Την ψυχή που ζει σήμερα. Πασχίζω να νιώσω τη μεγάλη επανάσταση. Την οριστική μεταβολή. Να συγκρίνω το παλιό με το καινούργιο ριζικό. Να καταλάβω αυτό που ήταν κι αυτό που είναι. Να παραλληλίσω το χθες με το σήμερα. Να νοσταλγήσω εκείνο που χάθηκε. Να παραδεχθώ αυτό που δημιουργήθηκε.

Έξαφνα ακούω πλάι μου ένα στεναγμό γεμάτο λαχτάρα. Είναι η κυρία. Στα μάτια της καθρεφτίζεται παράξενη ταραχή. Το χέρι της τρέμει, δείχνει ένα σπίτι:

‒ Αυτό είναι! λέει με φωνή ραγισμένη από ταραχή. Αυτό είναι! Το σπίτι μας!

 

Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Απομείναμε σιωπηλοί κάμποσες στιγμές κοιτάζοντας το σπίτι. Πλάι μου άκουγα την κυρία να ανασαίνει γοργά. Γύρισα και την είδα. Τα μάτια της ήταν δακρυσμένα.

Ο Τούρκος φίλος μου χωρίς να πει τίποτα κατέβηκε και χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. Ένα λεπτό προσμονής. Και στο άνοιγμα της πόρτας πρόβαλε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ο φίλος χαιρέτησε κι άρχισε να της εξηγεί κάτι δείχνοντάς της το σταματημένο αυτοκίνητο. Η ηλικιωμένη γυναίκα τον ακούει με προσοχή. Έχει στυλώσει τα μάτια της στο αυτοκίνητο και κοιτάει την άλλη γυναίκα, την Ελληνίδα. Όσο ο φίλος τής μιλάει, τόσο τα μάτια της γεμίζουν από έκφραση συγκινημένη. Κι άξαφνα ορμάει, έρχεται στο αυτοκίνητο, πιάνει τα χέρια της Ελληνίδας και της λέει ελληνικά:

‒ Κόρη μου! Αυτό ήταν το σπίτι σου; Αυτό;

‒ Ναι. Αυτό ήταν. Εδώ γεννήθηκα. Ήμουν πέντε χρονών, όταν έφυγα ...

‒ Έλα, κόρη μου! Έλα να ιδείς το σπίτι σου!

‒ Δεν είναι δικό μου πια. Είναι δικό σου ...

‒ Όχι, παιδί μου! Δικό σου είναι πάντα. Όπως εκείνο το σπίτι όπου γεννήθηκα κι έζησα τα νιάτα μου στη Θεσσαλονίκη, δεν είναι μονάχα εκεινών που τώρα το κατοικούν. Είναι και δικό μου!

Οι δυο γυναίκες αγκαλιάζονται, φιλιούνται. Από τα μάτια τους τρέχουν δάκρυα.

‒ Καλό μου κορίτσι! λέει η Τούρκισσα στην Ελληνίδα.

‒ Καλή μου κυρία! λέει η Ελληνίδα στην Τούρκισσα.

Και κλαίνε. Κλαίνε ...

Νιώθω ένα χέρι να ακουμπάει στο μπράτσο μου. Είναι ο Τούρκος φίλος μου.

‒ Αυτό που βλέπουμε, μου λέει με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση, ας μας γίνει μάθημα μεγάλο και πολύτιμο. Έπρεπε να αλληλοσφαχτούμε πέντε ολόκληρους αιώνες πάνω στα χώματα που δεν μπορούσαμε να τα μοιράσουμε. Χρειάστηκε εκατομμύρια άνθρωποι να ξεριζωθούν από τις πατρίδες τους, τα σπίτια τους. Και τότε μονάχα καταλάβαμε πως τίποτα πια δεν μας χώριζε.

Και δείχνοντάς μου τις δυο αγκαλιασμένες γυναίκες πρόσθεσε:

‒ Να! Αυτή η Ελληνίδα κι αυτή η Τούρκισσα μάς διδάσκουν ποια είναι η καινούργια μοίρα των δύο λαών μας.

 

Μπροστά οι δυο γυναίκες, πίσω εμείς, μπήκαμε στο σπίτι. Η Ελληνίδα προχωρεί σιγά, κάθε τόσο κοντοστέκεται, κοιτάει δεξιά, αριστερά, την κάθε λεπτομέρεια.

‒Το αντρέ {= ο προθάλαμος}, μονολογεί. Εδώ έπαιζα με τις κούκλες μου. Η τραπεζαρία ... τότε είχε άλλα έπιπλα. Την ώρα που τρώγαμε ο πατέρας μάς έλεγε τα νέα από την πόλη. Να και το σαλόνι. Εδώ η μητέρα δεχόταν τις φιλενάδες της.

Ανεβαίνουμε στο πάνω πάτωμα· μπαίνουμε σε μια μικρή κάμαρα στο πίσω μέρος του σπιτιού.

‒ Η κρεβατοκάμαρά μου, λέει η Ελληνίδα. Εδώ ήταν το κρεβατάκι μου. Κι εδώ το κρεβάτι της νταντάς μου. Από το παράθυρο έβλεπα την πυκνοκατοικημένη συνοικία με τις εκκλησίες, τα καμπαναριά.

Πλησιάζουμε στο παράθυρο. Αλλά δεν βλέπουμε την πυκνοκατοικημένη συνοικία με τις εκκλησίες και τα καμπαναριά. Στη θέση της τώρα ξαπλώνεται ένα απέραντο καταπράσινο πάρκο.

‒ Πώς άλλαξε! Πώς άλλαξε ... μουρμουρίζει η Ελληνίδα.

‒ Ναι. Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε, λέει η Τούρκισσα. Άλλαξαν κι οι άνθρωποι. Έμαθαν να μη μισούνται πια. Να μην πολεμούν. Να μην αλληλοσφάζονται. Να ζουν σαν καλοί γείτονες. Σαν φίλοι που δεν έχουν τίποτα πια να μοιράσουν. Έμαθαν να αγαπιούνται.

Κατεβαίνουμε πάλι στο ισόγειο. Καθόμαστε στο σαλόνι. Η ηλικιωμένη κυρία μας προσφέρει γλυκό και καφέ. Κι ύστερα λέει:

‒ Το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη. Ποιος άραγε να μένει στο παλιό σπίτι μου της Θεσσαλονίκης;

‒ Όποιος και να μένει, της απαντάει η Ελληνίδα, θα σε υποδεχθεί το ίδιο εγκάρδια που με υποδέχθηκες. Πρέπει να έρθεις στη Θεσσαλονίκη. Θα πάμε μαζί να επισκεφτείς το σπίτι σου.

‒ Ναι. Θα έρθω. Πρέπει να ξαναϊδώ το παλιό μου σπίτι. Δεν γίνεται να μην το ξαναϊδώ, πριν σφαλίξω τα μάτια.

Κι ύστερα ρωτάει την Ελληνίδα:

‒ Σε ποιο ξενοδοχείο μένεις;

‒ Λέω να πάω στο «Ισμίρ Παλάς». Καταλαβαίνεις, από τον σιδηρόδρομο ήρθα κατευθείαν να ιδώ το παλιό μου σπίτι ...

‒ Δεν θα πας στο ξενοδοχείο. Θα μείνεις εδώ. Στο σπίτι σου. Στην κάμαρά σου!

‒ Μα ...

‒ Όχι! Μη μου το αρνηθείς. Επίτρεψέ μου να σου δώσω τη χαρά του παλιού σου σπιτιού. Κι ύστερα, το σπίτι μου είναι σπίτι σου ...

Η Ελληνίδα δεν αποκρίθηκε. Από τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα. Τότε ο Τούρκος φίλος μου μου είπε:

‒ Ώρα να πηγαίνουμε εμείς οι δυο. Να τις αφήσουμε μόνες. Να χαρούν απερίσπαστες το σπίτι «τους» ...

 

[= Μ. Καραγάτσης, Περιπλάνηση στον κόσμο. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις, Αθήνα: Εστία, 2002, σσ. 186 ‒ 194].

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις