Αφθώδης πυρετός στη Λέσβο: Στο επίκεντρο η ταφή 11.000 ζώων στον ΧΥΤΑ – Διαφωνίες, πιέσεις και σοβαρά ερωτήματα
Σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση των θανατωθέντων ζώων λόγω του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο αναδεικνύει ρεπορτάζ της Δήμητρας Τριανταφύλλου στο in.gr, με επίκεντρο τη χρήση του ΧΥΤΑ του νησιού ως βασικού χώρου ταφής.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έως την Τρίτη 2 Ιουνίου είχαν ταφεί στον ειδικό χώρο μέσα στον ΧΥΤΑ περίπου 11.000 ζώα μέσα σε 14 ημέρες, γεγονός που έχει προκαλέσει αυξανόμενη ανησυχία και δυσαρέσκεια.
Το παρασκήνιο της απόφασης εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονο. Αρχικά είχε τεθεί στο τραπέζι η χρήση του ΧΥΤΑ για το απορριφθέν γάλα από αιγοπρόβατα, πρόταση που απορρίφθηκε από τη ΔΕΔΑΠΑΛ και τον Δήμο Μυτιλήνης, με τη σύμφωνη στάση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς το κύτταρο του ΧΥΤΑ δεν διαθέτει τις κατάλληλες προδιαγραφές για τέτοια βιολογικά απόβλητα.
Στη συνέχεια, όμως, προωθήθηκε η λύση της ταφής των θανατωθέντων ζώων στον ΧΥΤΑ. Κατά το ρεπορτάζ του in.gr, η Κτηνιατρική Υπηρεσία της Περιφέρειας και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων άσκησαν επανειλημμένες πιέσεις, προφορικές και γραπτές, για να χρησιμοποιηθεί ο χώρος.
Κομβικό σημείο ήταν η αδυναμία των δύο δήμων της Λέσβου να ορίσουν εγκαίρως άλλον κατάλληλο χώρο ταφής. Αυτό, σύμφωνα με το δημοσίευμα, οδήγησε σε μεγαλύτερη πίεση προς τη ΔΕΔΑΠΑΛ και τον ΦΟΔΣΑ Βορείου Αιγαίου, ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ο αφθώδης πυρετός έφτασε στον Μεσότοπο, μία από τις πιο έντονα κτηνοτροφικές περιοχές του νησιού.
Το in.gr αναφέρει ότι υπήρξε διαφωνία ανάμεσα στο ΥΠΑΑΤ και το ΥΠΕΝ για τη διαδικασία. Το ΥΠΕΝ φέρεται να ζήτησε την εκπόνηση μελέτης πριν από τη χρήση του ΧΥΤΑ, ενώ το ΥΠΑΑΤ υποστήριξε ότι δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες διαδικασίες, λόγω της κατεπείγουσας κατάστασης.
Παρά τις επιφυλάξεις, η λύση του ΧΥΤΑ τελικά ενεργοποιήθηκε με το επιχείρημα ότι ο χώρος έπρεπε «να βάλει πλάτη» λόγω της έκτακτης υγειονομικής κρίσης στο νησί.
Ωστόσο, οι τεχνικές εκθέσεις που παρήγγειλε ο ΦΟΔΣΑ Βορείου Αιγαίου καταγράφουν σημαντικά προβλήματα στον χώρο. Μεταξύ άλλων αναφέρονται λιμνάζοντα ύδατα σε διάφορα σημεία, δυσκολία πρόσβασης μηχανημάτων, έντονη γεωλογική ετερογένεια, παρουσία συμπαγών ηφαιστειακών σχηματισμών και περιορισμένο βάθος εκσκαφής.
Σύμφωνα με τις ίδιες εκθέσεις, στις περισσότερες αναγνωριστικές εκσκαφές το βάθος δεν ξεπέρασε το ένα μέτρο, ενώ μόνο σε μία περιορισμένη θέση καταγράφηκε βάθος περίπου δύο μέτρων. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο μπορούν να τηρηθούν πλήρως οι προβλεπόμενες προδιαγραφές ταφής.
Το δημοσίευμα σημειώνει επίσης ότι στην αρχή της διαδικασίας υπήρξαν παρατηρήσεις για παραλείψεις στην τήρηση του πρωτοκόλλου, κυρίως ως προς την επαρκή χωματοκάλυψη των τάφρων. Το ζήτημα φέρεται να αντιμετωπίστηκε στη συνέχεια, με συχνότερη μεταφορά χώματος στον χώρο ταφής.
Παραμένει, όμως, ανοιχτό το βασικό ερώτημα: πόσα ακόμη ζώα μπορεί να δεχθεί ο συγκεκριμένος χώρος; Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, δεν είχε τεθεί εξαρχής συγκεκριμένο «ταβάνι» στον αριθμό των ζώων που μπορούν να ταφούν στον ΧΥΤΑ.
Το in.gr μεταφέρει και μαρτυρία εργαζομένου στον ΧΥΤΑ, ο οποίος περιγράφει έντονη δυσοσμία, συγκέντρωση εντόμων και παρουσία γλάρων και κορακιών στην περιοχή, εκφράζοντας φόβους κατοίκων για πιθανές επιπτώσεις στον υδροφόρο ορίζοντα.
Η υπόθεση αποκτά πλέον ευρύτερη περιβαλλοντική και θεσμική διάσταση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη άμεσης υγειονομικής διαχείρισης μιας ζωονόσου που πλήττει σκληρά την κτηνοτροφία της Λέσβου. Από την άλλη, η επιλογή ενός ήδη επιβαρυμένου ΧΥΤΑ για μαζική ταφή χιλιάδων ζώων γεννά σοβαρά ερωτήματα για την επάρκεια του σχεδιασμού, την αντοχή του χώρου και την προστασία του περιβάλλοντος.
Το βέβαιο είναι ότι η Λέσβος πληρώνει πλέον όχι μόνο το τίμημα της ζωονόσου, αλλά και το τίμημα της απουσίας έγκαιρου, οργανωμένου και εναλλακτικού σχεδίου διαχείρισης. Και όταν μια κρίση τέτοιου μεγέθους αντιμετωπίζεται με λύσεις ανάγκης, το κόστος δεν μετριέται μόνο σε ζώα και παραγωγή. Μετριέται και σε εμπιστοσύνη.