|

Συναγερμός στα πευκοδάση της Λέσβου: 1.707 προσβεβλημένα πεύκα – 1.127 νεκρά και 51 «hotspots» αποκάλυψε νέα μελέτη

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Μια από τις πιο ολοκληρωμένες επιστημονικές ακτινογραφίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα για τα πευκοδάση της Λέσβου αποκαλύπτει ένα πρόβλημα που δεν περιορίζεται σε μερικά ξερά δέντρα: 1.707 πεύκα με επιβεβαιωμένη προσβολή, 1.127 από αυτά ήδη νεκρά, δεκάδες στατιστικά επιβεβαιωμένοι πυρήνες υψηλής συγκέντρωσης και ένας ολόκληρος χάρτης που δείχνει πού οι συνθήκες είναι περισσότερο ευνοϊκές για νέα περιστατικά θνησιμότητας.

Η εργασία με τίτλο “Spatial patterns of bark beetle-induced pine mortality on a Mediterranean island: Implications for forest impact assessment” που παρουσιάζει σήμερα το Lesvosnews.net  δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Environmental Impact Assessment Review. Η μελέτη έγινε από εννέα ερευνητές, με ισχυρή συμμετοχή του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Στη μελέτη συμμετέχουν οι Γιάννης Γ. Ζευγώλης, Ευδοξία Μπίντση-Φραντζή και Χριστόδουλος Σαζεΐδης από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, καθώς και ο Αλέξανδρος Δ. Κούρης από το Πανεπιστήμιο Πατρών.

1.707 δέντρα στο μικροσκόπιο – Τα 1.127 είχαν ήδη πεθάνει

Οι ερευνητές δεν αρκέστηκαν σε δορυφορικές παρατηρήσεις. Πραγματοποίησαν 75 επιτόπιες έρευνες από τον Ιούνιο του 2022 έως τον Μάρτιο του 2023, με πεζές και εποχούμενες διαδρομές μέσα στα πευκοδάση, καταγράφοντας με GPS τα προσβεβλημένα δέντρα.

Το τελικό επιβεβαιωμένο δείγμα περιλάμβανε 1.707 δέντρα που έφεραν διαγνωστικά στοιχεία προσβολής από φλοιοφάγα έντομα. Από αυτά:

1.127 δέντρα – το 66% – ήταν νεκρά, ενώ 580 δέντρα – περίπου 34% – βρίσκονταν ήδη σε αρχικό στάδιο κατάρρευσης.

Πρόκειται επομένως όχι απλώς για ένδειξη στρες της βλάστησης από δορυφορικές εικόνες, αλλά για καταγραφές που επαληθεύτηκαν στο πεδίο με χαρακτηριστικά προσβολής.

Σε 1.166 δέντρα, ποσοστό 68,19%, παρατηρήθηκε σοβαρή νέκρωση της κόμης, ενώ σε 477 δέντρα, ποσοστό 27,94%, καταγράφηκαν έντονο καφέτιασμα και απώλεια βελόνων. Πολλά δέντρα παρουσίαζαν περισσότερα από ένα συμπτώματα ταυτόχρονα. Οι επιστήμονες εντόπισαν επίσης αποκόλληση φλοιού, μικρές οπές εισόδου και εξόδου των εντόμων, έντονη έκκριση ρητίνης, στοές κάτω από τον φλοιό και αλλοίωση του χρώματός του.

Δορυφόροι Sentinel-2 έδειξαν τι άλλαξε από το 2020 έως το 2023

Η ομάδα χρησιμοποίησε δορυφορικές εικόνες Sentinel-2 και τον δείκτη GNDVI, ο οποίος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις μεταβολές της χλωροφύλλης και μπορεί να καταγράψει την υποβάθμιση της φυσιολογικής κατάστασης ενός δέντρου πριν αυτή γίνει πάντα εμφανής με γυμνό μάτι.

Ως χρονική αφετηρία χρησιμοποιήθηκε ο Αύγουστος του 2020, πριν από την έντονη εμφάνιση του φαινομένου, και έγινε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2023. Οι περιοχές που είχαν καεί στη μεγάλη πυρκαγιά του Ιουλίου του 2022 εξαιρέθηκαν ώστε η απώλεια κόμης από τη φωτιά να μη «μπερδέψει» τα αποτελέσματα.

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: το 24,8% της πευκοδασικής έκτασης παρουσίασε μείωση της κατάστασης της κόμης, από ήπια έως σοβαρή. Στο 44,9% δεν καταγράφηκε σημαντική αλλαγή, ενώ σε 30,3% παρατηρήθηκε βελτίωση.

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση: το 24,8% δεν σημαίνει ότι πέθανε το 24,8% των πεύκων της Λέσβου. Είναι η έκταση στην οποία ο δορυφορικός δείκτης κατέγραψε υποβάθμιση της κόμης. Η σύνδεση με τη δράση των φλοιοφάγων εντόμων έγινε με την επιτόπια επαλήθευση των προσβεβλημένων δέντρων.

Το πρόβλημα δεν είναι τυχαία σκορπισμένο – Υπάρχουν «πυρήνες»

Και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα.Οι 1.707 καταγραφές δεν εμφανίζονται τυχαία πάνω στον χάρτη της Λέσβου.

Με τη μέθοδο Kernel Density Estimation οι επιστήμονες εντόπισαν σαφείς περιοχές μεγάλης συγκέντρωσης προσβεβλημένων δέντρων. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εμφανίζονται στο κεντρικό και στο νοτιοανατολικό τμήμα των πευκοδασών του νησιού.

Μάλιστα, η στατιστική ανάλυση Getis-Ord Gi* έδωσε 51 στατιστικά σημαντικά hotspots, τα οποία περιλάμβαναν 194 προσβεβλημένα δέντρα και εντοπίζονταν κυρίως στο κεντρικό πευκοδάσος και δευτερευόντως στα νοτιοανατολικά.

Καταγράφηκαν επιπλέον 55 μέτρια hotspots, 53 μέτρια coldspots και 61 ισχυρά coldspots. Η δεύτερη χωρική ανάλυση, με Local Moran's I, εντόπισε μεταξύ άλλων 61 High-High clusters, δηλαδή περιοχές μεγάλης θνησιμότητας που γειτνιάζουν με άλλες περιοχές μεγάλης θνησιμότητας.

Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν αυτές τις High-High περιοχές ιδιαίτερα κρίσιμες, καθώς μπορούν να αντιστοιχούν σε εστίες όπου ο πληθυσμός των εντόμων έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να συντηρεί και να ενισχύει την προσβολή σε επίπεδο δασικής συστάδας.

Οι τέσσερις παράγοντες που «δείχνει» το μοντέλο

Η επιστημονική ομάδα προχώρησε ακόμη πιο πέρα και χρησιμοποίησε μοντέλο Maxent για να υπολογίσει ποιοι περιβαλλοντικοί παράγοντες σχετίζονται περισσότερο με την πιθανότητα θνησιμότητας. Ο σημαντικότερος παράγοντας ήταν με μεγάλη διαφορά η πυκνότητα της δενδροκάλυψης, με συμμετοχή 50,51% στην προγνωστική ισχύ του μοντέλου.

Ακολούθησαν η βροχόπτωση στο ξηρότερο τρίμηνο του 2021 με 24,56%, ο αριθμός ημερών με θερμοκρασία άνω των 20°C το 2022 με 15,45%, το βάθος του εδάφους με 6,60%, ο προσανατολισμός με 2,04% και η κλίση του εδάφους με 0,85%. Το μοντέλο παρουσίασε AUC 0,84, ένδειξη καλής έως πολύ καλής ικανότητας διάκρισης περιοχών υψηλότερου και χαμηλότερου κινδύνου.

Η «επικίνδυνη ζώνη» στην πυκνότητα των πεύκων

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον αποτέλεσμα είναι ότι η σχέση δεν είναι τόσο απλή όσο «όσο πιο πυκνό το δάσος τόσο χειρότερα».

Η πιθανότητα προσβολής παρέμενε υψηλή μέχρι περίπου 55%-60% κάλυψης της κόμης, αλλά στη συνέχεια μειωνόταν απότομα και πλησίαζε πολύ χαμηλά επίπεδα όταν η κάλυψη ξεπερνούσε περίπου το 80%.

Η ερμηνεία των επιστημόνων είναι ότι στις ενδιάμεσες πυκνότητες υπάρχουν αρκετά δέντρα ώστε να διευκολύνεται η μετακίνηση των εντόμων, ενώ παράλληλα ο ανταγωνισμός μεταξύ των πεύκων για νερό και θρεπτικά στοιχεία μπορεί να μειώνει τη φυσιολογική τους άμυνα.

Αντίθετα, οι εξαιρετικά πυκνές συστάδες μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργούν ψυχρότερο και υγρότερο μικροκλίμα, το οποίο περιορίζει κάπως το υδατικό στρες των δέντρων.

Θερμοκρασία και ρηχά εδάφη ανεβάζουν τον κίνδυνο

Ιδιαίτερα καθαρή ήταν η συσχέτιση με τη θερμοκρασία.

Όσο αυξανόταν ο αριθμός των ημερών πάνω από τους 20°C, τόσο αυξανόταν και η προβλεπόμενη πιθανότητα θνησιμότητας. Το μοντέλο έδειξε άνοδο από περίπου 0,2 σε συνθήκες μηδενικών ημερών άνω των 20°C έως περίπου 0,9 στις 120 ημέρες.

Αντίστοιχα, τα πολύ ρηχά εδάφη συνδέθηκαν με πολύ μεγαλύτερη ευπάθεια: σε βάθος εδάφους γύρω στα 2 εκατοστά η πιθανότητα προσβολής στο μοντέλο ξεπερνούσε το 0,9, ενώ σε βάθος περίπου 15 εκατοστών υποχωρούσε κάτω από 0,25.

Η βιολογική εξήγηση είναι άμεση: τα ρηχά εδάφη περιορίζουν το διαθέσιμο νερό για τις ρίζες, επιταχύνουν το υδατικό στρες και μειώνουν την ικανότητα του πεύκου να παράγει και να εκκρίνει ρητίνη — έναν από τους βασικούς μηχανισμούς άμυνάς του απέναντι στα φλοιοφάγα έντομα.

Δεν πρόκειται για νέο «εισβολέα»

Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να αποσαφηνιστεί είναι ότι η μελέτη δεν περιγράφει την άφιξη κάποιου νέου ξενικού εντόμου στη Λέσβο.

Στα πευκοδάση του νησιού υπάρχει ήδη φυσική κοινότητα φλοιοφάγων εντόμων των γενών Tomicus, Orthotomicus, Hylastes, Hylurgus, Crypturgus και Xyleborus. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το πρόβλημα προκύπτει όταν οι κλιματικές και δασικές συνθήκες εξασθενίσουν αρκετά τα δέντρα ώστε οι πληθυσμοί αυτών των οργανισμών να μπορέσουν να εκμεταλλευθούν την κατάσταση.

Η μεγάλη θνησιμότητα έγινε για πρώτη φορά εμφανής την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2021 και εντάθηκε σημαντικά μέσα στο 2022.

Οι πραγματικές καταγραφές των προσβεβλημένων δέντρων + heatmap πυκνότητας.Mε κόκκινα σημεία οι καταγραφές και δίπλα οι μεγάλες εστίες

320 τετραγωνικά χιλιόμετρα πευκοδάσους – Ένα μοναδικό δασικό σύστημα στο Αιγαίο

Η διάσταση του ζητήματος γίνεται ακόμη μεγαλύτερη εάν αναλογιστούμε τι ακριβώς βρίσκεται υπό πίεση.

Τα πευκοδάση της Λέσβου, κυρίως τραχείας πεύκης Pinus brutia και σε μικρότερο βαθμό μαύρης πεύκης Pinus nigra, καλύπτουν περίπου 320,25 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Μέσα σε αυτά βρίσκεται ένα συνεχές και δομικά σύνθετο δάσος τραχείας πεύκης έκτασης περίπου 220 τετραγωνικών χιλιομέτρων, το οποίο οι ερευνητές χαρακτηρίζουν ως το μεγαλύτερο συνεχές δάσος Pinus brutia στο αρχιπέλαγος του Αιγαίου. Σημαντικό μέρος του εντάσσεται παράλληλα σε περιοχές Natura 2000.

Μεταβολή της υγείας της κόμης 2020–2023 (GNDVI).Zώνες υποβάθμισης με κίτρινο–πορτοκαλί–κόκκινο

 

 

 

Η μελέτη δεν τελειώνει στην καταγραφή όσων έχουν ήδη συμβεί. Το τελικό μοντέλο παράγει συνεχή χάρτη πιθανότητας θνησιμότητας για τα πευκοδάση ολόκληρης της Λέσβου. Οι θερμότερες χρωματικές ζώνες του χάρτη αντιστοιχούν στις περιοχές υψηλότερης προβλεπόμενης ευπάθειας και οι ψυχρότερες σε περιοχές μικρότερου κινδύνου.

Και αυτό ίσως είναι το πραγματικά μεγάλο νέο της εργασίας.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν πλέον στα χέρια τους — ή μπορούν να έχουν — έναν επιστημονικό χάρτη που δεν δείχνει απλώς πού πέθαναν πεύκα στο παρελθόν, αλλά πού υπάρχουν οι περιβαλλοντικές προϋποθέσεις για μεγαλύτερο κίνδυνο.

Αυτό επιτρέπει στοχευμένη επιτήρηση, έλεγχο των νέων εστιών, παρακολούθηση των δασικών συστάδων υψηλού κινδύνου και σχεδιασμό διαχείρισης πριν το πρόβλημα γίνει μεγαλύτερο.

Και επομένως το ερώτημα είναι πλέον συγκεκριμένο: Έχει αξιοποιηθεί αυτή η χαρτογράφηση από τις δασικές υπηρεσίες της Λέσβου; Υπάρχει σήμερα πρόγραμμα συστηματικής παρακολούθησης των hotspots που εντόπισε η μελέτη; Και τι μέτρα σχεδιάζονται για τις συστάδες που ο προγνωστικός χάρτης χαρακτηρίζει ως περισσότερο ευάλωτες;Γιατί πλέον η επιστημονική προειδοποίηση υπάρχει. Και είναι πάνω στον χάρτη.

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις