Πικροδάφνη: Ξαφνικά έγινε «επικίνδυνη»; Οι γεωτεχνικοί προειδοποιούν για περιβαλλοντικό λάθος μεγάλης κλίμακας
Η πικροδάφνη είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο φυτό του μεσογειακού τοπίου. Στέκει σε δρόμους, πλατείες, σχολεία και πάρκα, ανθεκτική στον ήλιο, τη σκόνη και την αλμύρα. Ένα φυτό που για δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο στοιχείο του ελληνικού αστικού πρασίνου βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο δημόσιας ανησυχίας, μετά από εγκύκλιο του Υπουργείου Υγείας για την τοξικότητά του.
Η εγκύκλιος, που διαβιβάστηκε από το Υπουργείο Παιδείας σε όλα τα σχολεία της χώρας, επισημαίνει ότι η πικροδάφνη (Nerium oleander) περιέχει ισχυρές τοξικές ουσίες, τις λεγόμενες καρδιακές γλυκοσίδες, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά τον καρδιακό ρυθμό σε περίπτωση κατάποσης. Για τον λόγο αυτό γίνεται λόγος για αυξημένο κίνδυνο σε χώρους όπου βρίσκονται παιδιά και προτείνεται η απομάκρυνση των φυτών από σχολικές αυλές, παιδικές χαρές και δημόσιους χώρους.
Η συζήτηση που άνοιξε, όμως, ξεπέρασε γρήγορα το επίπεδο μιας απλής προειδοποίησης για την τοξικότητα ενός φυτού. Πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση για το πώς αντιμετωπίζουμε το αστικό πράσινο και τη σχέση της κοινωνίας με το φυσικό περιβάλλον.
Ένα φυτό με ιστορία αιώνων
Η πικροδάφνη δεν είναι απλώς ένα καλλωπιστικό φυτό. Είναι μέρος της μεσογειακής βλάστησης εδώ και αιώνες. Αναφορές σε αυτήν συναντώνται ήδη στα έργα του Θεόφραστου και του Διοσκουρίδη, ενώ στη νεότερη ελληνική παράδοση εμφανίζεται συχνά στη δημοτική ποίηση και στη λαϊκή μνήμη.
Στη σύγχρονη εποχή αποτέλεσε βασικό εργαλείο της αστικής δενδροφύτευσης. Η ανθεκτικότητά της σε ξηρασία, η ελάχιστη ανάγκη συντήρησης και η ικανότητά της να επιβιώνει σε δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες την καθιστούν ιδανική για πόλεις με θερμά καλοκαίρια και περιορισμένους υδατικούς πόρους.
Παράλληλα, η πυκνή της βλάστηση λειτουργεί ως φυσικό φίλτρο μικροσωματιδίων και ρύπων, ενώ συμβάλλει στη σταθεροποίηση εδαφών και στη βελτίωση του μικροκλίματος των αστικών περιοχών.
Η τοξικότητα είναι γνωστή από την αρχαιότητα
Οι ειδικοί δεν αμφισβητούν ότι η πικροδάφνη είναι ένα τοξικό φυτό. Όλα τα μέρη της περιέχουν ουσίες που μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία της καρδιάς.
Η δηλητηρίαση συνδέεται κυρίως με την κατάποση φύλλων, ανθέων ή άλλων τμημάτων του φυτού. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε λίγες ώρες και περιλαμβάνουν ναυτία, εμετούς και διάρροια. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να παρουσιαστούν καρδιακές αρρυθμίες, διαταραχές του νευρικού συστήματος και, σπανιότερα, καρδιακή ανακοπή.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, η τοξικότητα αυτή δεν είναι νέα γνώση. Είναι γνωστή εδώ και αιώνες και αποτελεί βασική πληροφορία σε κάθε εγχειρίδιο βοτανικής.
Τα πραγματικά στοιχεία για τις δηλητηριάσεις
Η έντονη ανησυχία που δημιουργήθηκε τις τελευταίες ημέρες προκάλεσε και την αντίδραση της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Γεωτεχνικών και Επιχειρήσεων Πρασίνου (ΠΕΕΓΕΠ).
Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Δηλητηριάσεων, τα περιστατικά που συνδέονται με πικροδάφνη είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Από περίπου 22.000 περιστατικά δηλητηριάσεων παιδιών ηλικίας έως 14 ετών που καταγράφονται κάθε χρόνο, μόλις 78 σχετίζονται με φυτά ή μανιτάρια και από αυτά μόλις τέσσερα αποδίδονται στην πικροδάφνη.
Οι γεωτεχνικοί υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν μια οριζόντια απόφαση μαζικής απομάκρυνσης του φυτού από δημόσιους χώρους.
Το ενδεχόμενο μαζικής εκρίζωσης
Η προοπτική εκρίζωσης εκατομμυρίων φυτών πικροδάφνης προκαλεί σοβαρό προβληματισμό σε δήμους και επιστημονικούς φορείς.
Η πικροδάφνη αποτελεί σήμερα βασικό στοιχείο του αστικού πρασίνου σε ολόκληρη τη χώρα. Η αντικατάστασή της θα απαιτούσε τεράστιους οικονομικούς πόρους για προμήθεια νέων φυτών, εργασίες απομάκρυνσης και επαναφύτευσης, καθώς και μακροχρόνια συντήρηση.
Ταυτόχρονα, η απώλεια ενός τόσο ανθεκτικού φυτικού είδους θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της βλάστησης σε περιοχές όπου λίγα άλλα φυτά μπορούν να επιβιώσουν.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για το κλίμα, η οποία προβλέπει ενίσχυση του αστικού πρασίνου έως το 2030 και όχι μείωσή του.
Η διεθνής πρακτική
Σε πολλές χώρες της Μεσογείου – όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Γαλλία – η πικροδάφνη εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως σε δρόμους, πάρκα και αυτοκινητόδρομους.
Οι δημόσιες αρχές επικεντρώνονται κυρίως στην ενημέρωση των πολιτών και ιδιαίτερα των παιδιών, ώστε να αποφεύγεται η κατάποση άγνωστων φυτών. Η εκρίζωση δεν αποτελεί συνήθη πρακτική, καθώς θεωρείται δυσανάλογη σε σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο.
Οι γεωτεχνικοί τονίζουν ότι η προστασία της δημόσιας υγείας είναι αυτονόητη προτεραιότητα. Ωστόσο επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος πρέπει να βασίζεται στην επιστημονική τεκμηρίωση και όχι στον φόβο.
Η λύση, όπως υποστηρίζουν, βρίσκεται στην ενημέρωση, στην περιβαλλοντική εκπαίδευση και στη σωστή διαχείριση των φυτών στους δημόσιους χώρους.
Η φύση, άλλωστε, δεν είναι αποστειρωμένη. Πολλά φυτά διαθέτουν τοξικούς μηχανισμούς ως μέρος της φυσικής τους άμυνας. Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστούν από το τοπίο, αλλά να μάθουμε να τα γνωρίζουμε.
Γιατί η πραγματική ασφάλεια δεν προκύπτει από την εκρίζωση της φύσης – αλλά από τη γνώση της.