Μας έχουν μετρήσει και γι’ αυτό μας «γλεντάνε»: Η Λέσβος ξανά η βολική λύση στο μεταναστευτικό
Η σημερινή ημέρα στη Λέσβο δεν αφορά απλώς την άφιξη 217 μεταναστών από την Κρήτη. Αν κάποιος περιορίσει τη συζήτηση στον αριθμό, θα χάσει την ουσία.
Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι η επιστροφή ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτικού ζητήματος, το οποίο το νησί κουβαλά από το 2015 και το οποίο πολλοί πίστευαν ή ήθελαν να πιστεύουν ότι είχε περάσει οριστικά στο παρελθόν. Η Λέσβος, το νησί που πλήρωσε όσο ελάχιστοι τόποι στην Ελλάδα και την Ευρώπη την προσφυγική κρίση, επανέρχεται στον σχεδιασμό της κεντρικής διοίκησης ως τόπος υποδοχής ανθρώπων που δεν έφτασαν στις ακτές της, αλλά μεταφέρονται εδώ οργανωμένα από άλλη περιοχή της χώρας.
Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη αντίδραση. Δεν πρόκειται για ανθρώπους που πέρασαν απέναντι από τα τουρκικά παράλια και βρέθηκαν λόγω γεωγραφίας στη Λέσβο. Πρόκειται για ανθρώπους που βρίσκονταν στην Κρήτη και για τους οποίους το κράτος αποφάσισε ότι μέρος της διαδικασίας υποδοχής και ταυτοποίησης θα γίνει σε δομές του Βορείου Αιγαίου. Η κυβέρνηση επικαλείται τεχνικούς και επιχειρησιακούς λόγους, χαμηλή πληρότητα των δομών και μεγαλύτερες αναχωρήσεις από όσες είναι οι αφίξεις. Ωστόσο, στη Λέσβο η συζήτηση δεν μπορεί να είναι μόνο λογιστική. Υπάρχει ιστορία πίσω από κάθε τέτοια απόφαση και αυτή η ιστορία αρχίζει πολύ πριν από το σημερινό δρομολόγιο του EXPRESS JET.
Η Λέσβος του 2015 δεν ήταν απλώς μία από τις περιοχές που επηρεάστηκαν από την προσφυγική κρίση. Υπήρξε για μήνες το παγκόσμιο επίκεντρό της. Οι εικόνες από τη Σκάλα Συκαμιάς, τον Μόλυβο, τη Μυτιλήνη, τη Μόρια και τον Καρά Τεπέ έκαναν τον γύρο του κόσμου. Χιλιάδες άνθρωποι έφθαναν καθημερινά στο νησί, οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούσαν στα όριά τους, οι υποδομές δοκιμάζονταν, η τοπική κοινωνία προσπαθούσε να ανταποκριθεί σε μία κατάσταση πρωτοφανή και ολόκληρος ο τόπος άρχισε να ταυτίζεται διεθνώς σχεδόν αποκλειστικά με το προσφυγικό. Για χρόνια, η λέξη «Lesvos» στις διεθνείς ειδήσεις δεν παρέπεμπε στις παραλίες, στο Πλωμάρι, στον Μόλυβο, στο Σίγρι, στην Αγιάσο ή στον πολιτισμό του νησιού, αλλά στις βάρκες, στους καταυλισμούς και στη Μόρια.
Η ζημιά αυτή δεν αποκαταστάθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια από τους επαγγελματίες του τουρισμού, τους φορείς, την αυτοδιοίκηση και την ίδια την κοινωνία για να αρχίσει η Λέσβος να ξαναχτίζει την εικόνα της. Και γι’ αυτό ακριβώς, αν υπήρχε στοιχειώδης πολιτική μνήμη και σεβασμός σε όσα έχει υποστεί αυτός ο τόπος, θα έπρεπε η Λέσβος να είναι η τελευταία περιοχή στην οποία θα σκεφτόταν το Υπουργείο να μεταφέρει μετανάστες από άλλο μέρος της Ελλάδας. Όχι επειδή οι άνθρωποι αυτοί ευθύνονται για κάτι. Δεν ευθύνονται ούτε για το πού έφθασαν ούτε για το πού αποφασίζει το κράτος να τους μεταφέρει. Το ζήτημα είναι καθαρά πολιτικό: όταν ένας τόπος έχει ήδη σηκώσει τόσο δυσανάλογο βάρος, η Πολιτεία οφείλει να το θυμάται πριν τον επιλέξει ξανά ως λύση.
Η σημερινή εξέλιξη ξεκίνησε το πρωί από το Ηράκλειο. Το EXPRESS JET αναχώρησε από την Κρήτη και το μεσημέρι κατέπλευσε στο λιμάνι του Μαλαγαρίου στη Σάμο. Εκεί αποβιβάστηκαν περίπου 200 μετανάστες και η διαδικασία εξελίχθηκε ομαλά, χωρίς κινητοποίηση της τοπικής αυτοδιοίκησης στο λιμάνι. Οι νεοαφιχθέντες επιβιβάστηκαν σε πούλμαν και μεταφέρθηκαν στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή στη Ζερβού, προκειμένου να ακολουθηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες υποδοχής, ταυτοποίησης και ελέγχου.
Το Δημοτικό Συμβούλιο Ανατολικής Σάμου, το οποίο συνεδρίασε εκτάκτως, επέλεξε να μην υπάρξει παρουσία στο λιμάνι και να διατηρηθεί σε ισχύ το ομόφωνο ψήφισμα διαμαρτυρίας που είχε εκδοθεί τον περασμένο Ιούνιο. Το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στη συνάντηση που έχει προγραμματίσει ο Δήμαρχος Ανατολικής Σάμου Πάρης Παπαγεωργίου με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Το βασικό ερώτημα που θέτει η Σάμος είναι ακριβώς το ίδιο που τίθεται σήμερα στη Λέσβο: αν οι μεταφορές από την Κρήτη είναι μία έκτακτη λύση περιορισμένης διάρκειας ή αν αποτελούν την αρχή μιας πρακτικής που θα επαναλαμβάνεται κάθε φορά που αυξάνεται η πίεση σε άλλη περιοχή της χώρας.
Μετά τη Σάμο, το EXPRESS JET συνεχίζει προς τη Μυτιλήνη, όπου αναμένεται να αποβιβάσει ακόμη 217 αιτούντες άσυλο. Και ενώ το πλοίο βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν, στη Λέσβο η πολιτική και αυτοδιοικητική συζήτηση ολοκληρώθηκε το πρωί χωρίς απόφαση για άμεση κινητοποίηση. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που προκάλεσε τις πιο έντονες αντιδράσεις.
Ο Περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου Κωνσταντίνος Μουτζούρης συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου στη Μυτιλήνη, με αντικείμενο τη μεταφορά μεταναστών από την Κρήτη προς τη Λέσβο και τη Σάμο. Στη σύσκεψη κλήθηκαν και συμμετείχαν οι βουλευτές του Νομού Χαράλαμπος Αθανασίου και Παναγιώτης Παρασκευαΐδης, οι Δήμαρχοι Μυτιλήνης Παναγιώτης Χριστόφας και Δυτικής Λέσβου Ταξιάρχης Βέρρος, οι επικεφαλής των περιφερειακών παρατάξεων Βάσω Χοχλάκα και Αγλαΐα Κυρίτση, αντιπεριφερειάρχες, αντιδήμαρχοι, ειδικοί σύμβουλοι, ο Πρόεδρος της ΔΕΥΑΛ Παναγιώτης Βάλεσης, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Βασίλης Βογιατζής και πολίτες.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Περιφέρειας, μετά από μακρά συζήτηση και τις τοποθετήσεις των παρευρισκομένων, η κοινή συνισταμένη ήταν ότι δεν πρέπει στο εξής να γίνονται μεταφορές μεταναστών από άλλες περιοχές της Ελλάδας προς τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Ωστόσο, η πρακτική απόφαση που προέκυψε ήταν να ληφθούν την προσεχή εβδομάδα σχετικές αποφάσεις από το Περιφερειακό Συμβούλιο και τα Δημοτικά Συμβούλια Μυτιλήνης και Δυτικής Λέσβου.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της ημέρας. Το πλοίο φθάνει σήμερα, οι 217 άνθρωποι μεταφέρονται σήμερα, η κυβερνητική απόφαση εφαρμόζεται σήμερα, όμως οι θεσμικές αποφάσεις αντίδρασης θα ληφθούν την επόμενη εβδομάδα. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς ακραία ρητορική για να δει το πρόβλημα. Αρκεί να συγκρίνει τον χρόνο των κυβερνητικών ενεργειών με τον χρόνο της τοπικής αντίδρασης. Η Αθήνα αποφασίζει και εκτελεί. Η Λέσβος συνεδριάζει και παραπέμπει τις αποφάσεις στο επόμενο στάδιο.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε μετά τη σύσκεψη η ανάρτηση του Προέδρου της ΔΕΥΑΛ Παναγιώτη Βάλεση, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος τάχθηκε υπέρ άμεσης αντίδρασης στη σημερινή άφιξη. Όπως ανέφερε, θεωρεί ότι η μεταφορά γίνεται ερήμην και με παράκαμψη των θεσμικών οργάνων του νησιού, είτε πρόκειται για την Περιφέρεια είτε για τους Δήμους. Ο κ. Βάλεσης σημείωσε ακόμη ότι πιστεύει πως η διαδικασία θα επαναληφθεί και εξέφρασε πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον Υπουργό Μετανάστευσης, τον οποίο χαρακτήρισε, σύμφωνα με τη δική του πολιτική κρίση, «αναξιόπιστο».
Το σημαντικότερο στοιχείο της ανάρτησής του, ωστόσο, δεν ήταν ο χαρακτηρισμός προς το Υπουργείο αλλά η αποκάλυψη ότι η πρόταση για πιο άμεση αντίδραση δεν αποτέλεσε πλειοψηφική επιλογή μέσα στη σύσκεψη. Ο ίδιος σημείωσε χαρακτηριστικά ότι βρίσκεται στους «μειοψηφίσαντες», επιβεβαιώνοντας έτσι ότι υπήρξαν διαφορετικές προσεγγίσεις μέσα στην αίθουσα ως προς το αν έπρεπε να υπάρξει κινητοποίηση κατά τη σημερινή άφιξη.
Σε ακόμη πιο αιχμηρούς τόνους κινήθηκε ο Αντιδήμαρχος Μυτιλήνης Χρήστος Τσιβγούλης, ο οποίος επέλεξε να θυμίσει σειρά κυβερνητικών δεσμεύσεων προηγούμενων ετών. Αναφέρθηκε στις διαβεβαιώσεις ότι με τη δημιουργία της Βάστριας το Μαυροβούνι θα έκλεινε, στις θέσεις ότι με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο όσοι εισέρχονται στη Λέσβο θα παραμένουν σε δομές της Λέσβου και, κυρίως, στη δέσμευση ότι στις δομές του νησιού δεν θα μεταφέρονταν μετανάστες από άλλα σημεία της Ελλάδας. Κατά τον ίδιο, η σημερινή εξέλιξη δείχνει ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν άντεξαν στον χρόνο.
Ο κ. Τσιβγούλης σημείωσε ακόμη ότι η Βάστρια, μετά από χρόνια αντιπαραθέσεων, δικαστικών και διοικητικών συγκρούσεων, βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή της, ενώ το Μαυροβούνι εξακολουθεί να λειτουργεί παρά τις παλαιότερες αναφορές για παύση λειτουργίας του. Παράλληλα έθεσε το ερώτημα γιατί η Λέσβος διαθέτει τόσο εκτεταμένες υποδομές μεταναστευτικής διαχείρισης, την ώρα που άλλες περιοχές της χώρας δεν έχουν αντίστοιχη μόνιμη υποδομή, και εξέφρασε τον φόβο ότι το νησί έχει εγκλωβιστεί σε μία μακροχρόνια ταυτοτική σχέση με το μεταναστευτικό.
Η πιο χαρακτηριστική φράση της ανάρτησής του αφορούσε τη σημερινή σύσκεψη. Όπως σημείωσε, στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου αποφασίστηκε ουσιαστικά ότι θα αποφασιστεί αργότερα τι θα γίνει με τις αφίξεις από την Κρήτη, ενώ το πλοίο θα δέσει σήμερα. Ο ίδιος δήλωσε ότι η απόφαση δεν τον βρίσκει σύμφωνο και υποστήριξε ότι η εμπειρία των προηγούμενων ετών τον έχει πείσει πως μόνο πιο δυναμικές πολιτικές πιέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγή κυβερνητικής στάσης.
Ο Κώστας Μουτζούρης, από την πλευρά του, μετά το τέλος της σύσκεψης συνέδεσε τη νέα μεταναστευτική εξέλιξη με μία ακόμη μεγάλη κρίση που δοκιμάζει αυτή την περίοδο το νησί, τον αφθώδη πυρετό. Ο Περιφερειάρχης σημείωσε ότι στην ήδη δύσκολη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στον πρωτογενή τομέα έρχεται να προστεθεί η ξαφνική μεταφορά μεταναστών από την Κρήτη προς τη Λέσβο και τη Σάμο, παρά τις διαβεβαιώσεις που, όπως υποστήριξε, είχαν δοθεί ότι το Βόρειο Αιγαίο δεν θα επιβαρυνθεί περαιτέρω.
Στην ίδια παρέμβασή του διερωτήθηκε αν το Βόρειο Αιγαίο δεν αποτελεί Ελλάδα και αν δεν είναι μία ιδιαίτερα κρίσιμη γεωγραφικά περιοχή της χώρας, ενώ αποκάλυψε ότι είχε συγκαλέσει τη σύσκεψη «έτοιμος για δυναμική αντίδραση». Τελικά, όμως, η σύσκεψη δεν κατέληξε σε απόφαση κινητοποίησης. Ο Περιφερειάρχης εξέφρασε την ελπίδα ότι οι πρωινές διαβεβαιώσεις του Υπουργείου, σύμφωνα με τις οποίες σε λίγες ημέρες θα αναχωρήσουν από Λέσβο και Σάμο περισσότεροι άνθρωποι από όσους φθάνουν σήμερα, θα τηρηθούν αυτή τη φορά. Η ίδια η διατύπωση «τούτη τη φορά» αποτυπώνει και το έλλειμμα εμπιστοσύνης που φαίνεται να υπάρχει πλέον ανάμεσα στην τοπική διοίκηση και την κεντρική πολιτική ηγεσία.
Αντίθετος σε οποιαδήποτε πρόσθετη επιβάρυνση των νησιών εμφανίστηκε και ο επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης «Νέα Δυναμική» Θεόδωρος Βαλσαμίδης. Ο κ. Βαλσαμίδης ξεκαθάρισε ότι η παράταξή του θεωρεί αδιαπραγμάτευτη τη θέση πως τα νησιά του Βορείου Αιγαίου δεν μπορούν να δέχονται μεταφορές μεταναστών από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Παράλληλα, όμως, εξέφρασε σοβαρή δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η σημερινή σύσκεψη, καταγγέλλοντας ότι προσκλήθηκε μόλις 15 λεπτά πριν από την έναρξή της. Όπως υπογράμμισε, σε ζητήματα τέτοιας σοβαρότητας απαιτούνται έγκαιρη ενημέρωση, συνεργασία και συνένωση δυνάμεων.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η παρέμβαση του Προέδρου της Ένωσης Τουριστικών Πρακτόρων Παναγιώτη Χατζηκυριάκου, ακριβώς επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από το στενό πολιτικό επίπεδο στην πραγματική οικονομία. Μιλώντας στον «Αίολο», ο κ. Χατζηκυριάκος τόνισε ότι η Λέσβος δεν μπορεί να δέχεται τέτοιες κινήσεις την ώρα που προσπαθεί ακόμη να ανακάμψει από το πλήγμα που υπέστη μετά το 2015. Υπενθύμισε ότι χρειάστηκαν χρόνια για να αλλάξει η εικόνα του νησιού και χρησιμοποίησε μία φράση που συνοψίζει την αγωνία του τουριστικού κόσμου: «Ματώσαμε για να αλλάξουμε την εικόνα».
Ο Πρόεδρος των Τουριστικών Πρακτόρων εξέφρασε επίσης έντονη ενόχληση επειδή ο κλάδος δεν προσκλήθηκε στη σύσκεψη της Περιφέρειας, την ώρα που οι επιχειρήσεις βρίσκονται στη διαδικασία κλεισίματος συμβολαίων για το 2027. Όπως εξήγησε, οι συνεργαζόμενες εταιρείες του εξωτερικού θα ζητήσουν από τους ίδιους τους πράκτορες απαντήσεις για το τι συμβαίνει στη Λέσβο, επομένως δεν είναι δυνατόν ο τουριστικός κόσμος να πληροφορείται τις εξελίξεις εκ των υστέρων. Ο κ. Χατζηκυριάκος υποστήριξε ακόμη ότι το σημερινό δρομολόγιο δεν ήταν μία απόφαση της τελευταίας στιγμής, καθώς εδώ και τουλάχιστον δύο εβδομάδες συζητιόταν το ενδεχόμενο μεταφοράς μεταναστών από την Κρήτη προς τα νησιά του Βορείου Αιγαίου.
Απέναντι σε όλες αυτές τις αντιδράσεις, κύκλοι του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου παρουσιάζουν μία διαφορετική εικόνα και επιμένουν ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ουσιαστική επιβάρυνση των νησιών. Σύμφωνα με την ενημέρωση του Υπουργείου, η μεταφορά μεταναστών από την Κρήτη προς τη Λέσβο και τη Σάμο γίνεται σε αναλογικό βαθμό και αποκλειστικά για τις ανάγκες ταυτοποίησης, του screening και του άμεσου ελέγχου της διαδικασίας συνόρων. Παράλληλα, όπως υποστηρίζεται, έχει προηγηθεί η μεταφορά μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων προς κλειστές ή ανοικτές δομές της ενδοχώρας, ανάλογα με το προφίλ κάθε περίπτωσης.
Το Υπουργείο αναφέρει επίσης ότι σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος ασύλου ακολουθεί μεταφορά σε κλειστές δομές και στη συνέχεια διαδικασία επιστροφής. Η βασική κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι ότι οι σημερινές αφίξεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απομονωμένα, αλλά σε σχέση με τον συνολικό αριθμό αναχωρήσεων από τα νησιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνουν αρμόδιες πηγές, μέσα στο 2026 έχουν πραγματοποιηθεί από τη Σάμο περισσότερες από 2.400 μεταφορές προς άλλες δομές, ενώ από τη Λέσβο περισσότερες από 2.300. Η πληρότητα των δομών των δύο νησιών βρίσκεται, κατά το Υπουργείο, σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο και οι σημερινές μετακινήσεις χαρακτηρίζονται προσωρινές.
Στην ίδια ενημέρωση επισημαίνεται ότι στην Κρήτη λειτουργεί ήδη δομή προσωρινής διαμονής στα Χανιά, ενώ έχει χωροθετηθεί και βρίσκεται στο τελικό στάδιο των απαιτούμενων εργασιών δεύτερη δομή στο Ηράκλειο. Η θέση του Υπουργείου είναι επομένως ότι δεν εγκαταλείπεται η πολιτική αποσυμφόρησης των νησιών και ότι οι μεταφορές προς Λέσβο και Σάμο είναι μικρότερες από τις μεταφορές που πραγματοποιούνται προς την ενδοχώρα.
Αν η σημερινή κυβερνητική εξήγηση εξεταζόταν μόνη της, θα μπορούσε να θεωρηθεί μία τεχνική επιλογή διαχείρισης ενός αυξημένου αριθμού αφίξεων στην Κρήτη. Το πρόβλημα όμως είναι ότι υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο προηγούμενο: οι δηλώσεις του ίδιου του Υπουργού Μετανάστευσης Θάνου Πλεύρη στη Λέσβο τον Αύγουστο του 2025.
Στις 25 Αυγούστου 2025, κατά την επίσκεψή του στο νησί, ο Θάνος Πλεύρης είχε αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο επιβάρυνσης των νησιών με μεταφορές από άλλα σημεία της χώρας. Η τότε επίσημη κυβερνητική γραμμή δεν περιοριζόταν σε μία γενική δήλωση καλών προθέσεων. Ο Υπουργός είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχε περίπτωση τα νησιά να δεχθούν επιβάρυνση από οποιοδήποτε άλλο σημείο της Ελλάδας και ότι δεν θα γινόταν μεταφορά ούτε από άλλα νησιά ούτε από την ενδοχώρα, με εξαίρεση ειδικές και περιορισμένες περιπτώσεις ασυνόδευτων παιδιών.
Ακόμη πιο ξεκάθαρος ήταν ειδικά για την Κρήτη. Ο Θάνος Πλεύρης είχε δηλώσει ότι «ό,τι είναι να γίνει με το κανάλι της Κρήτης θα λυθεί στο επίπεδο της Κρήτης και της ενδοχώρας». Παράλληλα είχε δώσει έμφαση στον σεβασμό προς τις τοπικές κοινωνίες, υποστηρίζοντας ότι τίποτα δεν επρόκειτο να γίνει ερήμην τους και ότι στόχος της κυβέρνησης ήταν πλέον η ανακούφιση των νησιών που είχαν σηκώσει μεγάλο μεταναστευτικό βάρος.
Οι δηλώσεις αυτές δεν έγιναν στην Αθήνα ούτε σε μία θεωρητική συζήτηση. Έγιναν στη Λέσβο, ενώπιον ανθρώπων και θεσμών που είχαν ζήσει από πρώτο χέρι την κρίση του 2015. Εκείνη την ημέρα ο Υπουργός επισκέφθηκε τη δομή του Μαυροβουνίου, η οποία φιλοξενούσε τότε 861 άτομα, αριθμό που παρουσιαζόταν ως ιστορικό χαμηλό των τελευταίων ετών. Στη συνέχεια μετέβη στη Βάστρια και ενημερώθηκε για την πρόοδο των έργων, ενώ αργότερα επισκέφθηκε τον Μανταμάδο και την Αγιάσο.
Κατά την επίσκεψη εκείνη είχε συναντήσεις με τον Περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου Κώστα Μουτζούρη, τον Δήμαρχο Μυτιλήνης Παναγιώτη Χριστόφα, προέδρους τοπικών κοινοτήτων και στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Τον Υπουργό συνόδευαν ο Γενικός Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής Μάνος Λογοθέτης, ο Γενικός Γραμματέας Υποδοχής Αιτούντων Άσυλο Δημήτρης Γλυμής, ο Διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Αριστείδης Ματιάτος και ο Βουλευτής Λέσβου Χαράλαμπος Αθανασίου. Στην Αγιάσο είχε επίσης συναντηθεί με τη διοίκηση του Αναγνωστηρίου προκειμένου να ενημερωθεί για τις εργασίες αποκατάστασης του ιστορικού κτηρίου που χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο.
Όλα αυτά έχουν σημασία διότι οι περσινές δηλώσεις δεν ήταν μία αποσπασματική ατάκα. Αποτελούσαν οργανωμένη πολιτική δέσμευση κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψης στη Λέσβο. Και σήμερα, σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, το κράτος κάνει αυτό ακριβώς που τότε διαβεβαίωνε ότι δεν θα κάνει: μεταφέρει ανθρώπους από την Κρήτη σε δομή της Λέσβου.
Η κυβερνητική απάντηση είναι ότι πρόκειται για προσωρινή διαδικασία ταυτοποίησης και όχι για μόνιμη εγκατάσταση. Αυτό ασφαλώς αποτελεί μία διαφορά ως προς τη διάρκεια παραμονής. Δεν αναιρεί όμως τη βασική πολιτική αντίφαση. Η περσινή δήλωση δεν έλεγε «δεν θα υπάρξει μόνιμη εγκατάσταση». Έλεγε ότι δεν θα υπάρξει μεταφορά από άλλο σημείο της Ελλάδας και ειδικά ότι το ζήτημα της Κρήτης θα λυθεί στην Κρήτη και στην ενδοχώρα. Σήμερα υπάρχει μεταφορά από την Κρήτη προς τη Λέσβο. Το γεγονός αυτό δεν εξαφανίζεται επειδή η παραμονή χαρακτηρίζεται προσωρινή.
Και εδώ ακριβώς μπαίνει στη συζήτηση η Βάστρια. Για την κυβέρνηση η νέα δομή αποτελεί μία σύγχρονη και οργανωμένη υποδομή, σχεδιασμένη ώστε να αντικαταστήσει παλαιότερες προβληματικές καταστάσεις και να επιτρέψει αποτελεσματικότερη διαχείριση. Για ένα σημαντικό τμήμα της λεσβιακής κοινωνίας, όμως, η Βάστρια έχει άλλη συμβολική και πολιτική σημασία: αποτελεί την απόδειξη ότι το μεταναστευτικό δεν αντιμετωπίζεται ως μία προσωρινή έκτακτη ανάγκη που σταδιακά θα απομακρυνθεί από τη ζωή του νησιού, αλλά ως μία λειτουργία για την οποία δημιουργούνται υποδομές μεγάλης κλίμακας και μακράς διάρκειας.
Αυτός είναι ο πραγματικός φόβος πίσω από τη σημερινή αντίδραση. Δεν είναι οι 217 άνθρωποι που φθάνουν με ένα πλοίο. Είναι η δημιουργία ενός προηγούμενου. Αν μία φορά η Λέσβος χρησιμοποιηθεί για την αποσυμπίεση της Κρήτης επειδή η δομή της έχει χαμηλή πληρότητα, τότε ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι το ίδιο δεν θα συμβεί ξανά; Αν σε έναν μήνα ή σε έξι μήνες η Κρήτη δεχθεί νέες αυξημένες αφίξεις, ποια θα είναι η εύκολη λύση για το κεντρικό κράτος; Όταν υπάρχει στη Λέσβο μεγάλη υποδομή, διαθέσιμο προσωπικό, εμπειρία δεκαετίας και κενές θέσεις, ο πειρασμός να χρησιμοποιηθεί ξανά το νησί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης άλλων περιοχών είναι προφανής.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να ειπωθεί κάτι καθαρά. Η κυβέρνηση έχει ασφαλώς την κύρια ευθύνη για τον σχεδιασμό της μεταναστευτικής πολιτικής και για το αν τηρεί ή όχι τις δεσμεύσεις της. Όμως η Λέσβος πρέπει κάποτε να εξετάσει και τη δική της στάση. Γιατί η σημερινή εικόνα δεν είναι μόνο εικόνα κυβερνητικής απόφασης. Είναι και εικόνα τοπικής αδυναμίας να διαμορφωθεί εγκαίρως μία ενιαία, σαφής και αποτελεσματική γραμμή.
Το πρωί έγινε έκτακτη σύσκεψη. Οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν ότι δεν πρέπει να υπάρξουν ξανά μεταφορές από άλλες περιοχές της χώρας προς τα νησιά. Ο Περιφερειάρχης δηλώνει ότι πήγε στη σύσκεψη έτοιμος για δυναμική αντίδραση. Ο Πρόεδρος της ΔΕΥΑΛ λέει ότι τάχθηκε υπέρ αντίδρασης αλλά μειοψήφησε. Ο Αντιδήμαρχος Μυτιλήνης δηλώνει ότι το πλοίο θα δέσει σήμερα και οι αποφάσεις μετατίθενται για αργότερα. Περιφερειακός σύμβουλος καταγγέλλει ότι προσκλήθηκε δεκαπέντε λεπτά πριν. Οι τουριστικοί πράκτορες αναφέρουν ότι δεν προσκλήθηκαν καθόλου, παρότι ήδη διαπραγματεύονται συμβόλαια για το 2027. Και στο τέλος το αποτέλεσμα είναι ότι το πλοίο συνεχίζει κανονικά προς τη Μυτιλήνη.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Λέσβος οφείλει να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Δεν είναι δυνατόν κάθε φορά να εμφανίζεται αιφνιδιασμένη, να συγκαλεί εκτάκτως συσκέψεις αφού ο κυβερνητικός σχεδιασμός έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή και να μεταθέτει τις αποφάσεις για τις επόμενες ημέρες. Αν οι θεσμικοί φορείς του νησιού πιστεύουν πραγματικά ότι δεν πρέπει να γίνονται μεταφορές από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αυτή η θέση πρέπει να είναι γνωστή, κοινή και αποφασισμένη πριν αναχωρήσει το επόμενο πλοίο, όχι μετά.
Η Λέσβος βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μία δύσκολη συγκυρία και σε άλλα μέτωπα όπως έχει αναδείξει από χθες το Lesvosnews.net Ο αφθώδης πυρετός έχει ήδη προκαλέσει τεράστια αναστάτωση στον πρωτογενή τομέα, έχει πλήξει κτηνοτρόφους και ολόκληρη την τοπική οικονομία και έχει δημιουργήσει ένα κλίμα μεγάλης ανασφάλειας στην ύπαιθρο. Την ίδια ώρα, ο τουρισμός προσπαθεί να σταθεροποιήσει την ανάκαμψή του και να κλείσει εγκαίρως συμφωνίες για την επόμενη χρονιά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το νησί έχει κάθε λόγο να απαιτεί από την κεντρική διοίκηση όχι μία ακόμη γενική διαβεβαίωση, αλλά συγκεκριμένες και δεσμευτικές απαντήσεις.
Πρώτον, αν οι σημερινές μεταφορές είναι πράγματι προσωρινές, πρέπει να δοθεί σαφές χρονοδιάγραμμα αναχώρησης των ανθρώπων που φθάνουν. Δεύτερον, πρέπει να διευκρινιστεί αν υπάρχει σχεδιασμός για νέες μεταφορές από την Κρήτη ή άλλη περιοχή της χώρας προς τη Λέσβο το επόμενο διάστημα. Τρίτον, πρέπει να εξηγηθεί δημόσια πώς συμβιβάζεται η σημερινή πρακτική με τις δηλώσεις του Υπουργού τον Αύγουστο του 2025. Και τέταρτον, η κυβέρνηση οφείλει να ξεκαθαρίσει ποιος ακριβώς είναι ο μακροπρόθεσμος ρόλος της Βάστριας και αν η ύπαρξη μεγάλης διαθέσιμης δομής σημαίνει ότι η Λέσβος θα χρησιμοποιείται στο εξής για την απορρόφηση πιέσεων που εμφανίζονται σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Γιατί τελικά το μεγάλο ζήτημα δεν είναι αν σήμερα θα μείνουν 217 άνθρωποι στη Λέσβο για τρεις ή για πέντε ημέρες. Το μεγάλο ζήτημα είναι τι θα συμβεί την επόμενη φορά. Και κυρίως αν η σημερινή μεταφορά θα καταγραφεί ως μία έκτακτη εξαίρεση ή ως το πρώτο βήμα μίας νέας κανονικότητας.
Η Λέσβος έχει ήδη δώσει πολύ περισσότερα από όσα αναλογούν σε έναν τόπο. Έζησε το 2015, έζησε τη Μόρια, έζησε τις συγκρούσεις, τις διεθνείς εικόνες, την απαξίωση του τουριστικού της προϊόντος, την κοινωνική κόπωση και μία ολόκληρη δεκαετία κατά την οποία το μεταναστευτικό καθόριζε μεγάλο μέρος της δημόσιας ζωής του νησιού. Σήμερα έχει τη Βάστρια, εξακολουθεί να έχει το Μαυροβούνι και βλέπει ξανά ανθρώπους να μεταφέρονται οργανωμένα από άλλη περιοχή της χώρας. Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι αν ο Πλεύρης «μας γλεντάει».
Η πραγματικότητα είναι ίσως πιο απλή και ταυτόχρονα πιο σκληρή. Μας έχουν μετρήσει. Έχουν μετρήσει τις αντιδράσεις μας, έχουν δει πόσο γρήγορα καταλαγιάζουν, γνωρίζουν ότι θα υπάρξουν δηλώσεις, ανακοινώσεις και έκτακτες συσκέψεις και γνωρίζουν επίσης ότι, εφόσον δεν υπάρχει κοινή και σταθερή γραμμή, ο κυβερνητικός σχεδιασμός θα προχωρήσει.
Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο συμπέρασμα της σημερινής ημέρας. Όσο η Λέσβος περιορίζεται σε χλιαρές αντιδράσεις και αποφάσεις που λαμβάνονται αφού έχουν ήδη εφαρμοστεί οι αποφάσεις των άλλων, τόσο θα παραμένει η βολική λύση. Όσο υπάρχει μεγάλη δομή, διαθέσιμη χωρητικότητα και η πεποίθηση ότι «στη Λέσβο μπορούν να πάνε», το νησί θα κινδυνεύει να παραμένει το επίσημο προσφυγονήσι της Ελλάδας, όχι επειδή το επέλεξε η κοινωνία του αλλά επειδή έτσι έχει διαμορφωθεί ένας μηχανισμός τον οποίο κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να ανατρέψει.
Αν αυτό δεν θέλουμε να γίνει μόνιμο, η ώρα να το καταλάβουμε δεν είναι όταν θα έρθει το επόμενο πλοίο. Είναι τώρα.
Και υπάρχει, τέλος, κάτι ακόμη πιο απλό που ξεπερνά αριθμούς, δομές, ποσοστά πληρότητας και επιχειρησιακούς σχεδιασμούς. Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου όφειλε, ως ελάχιστη πράξη σεβασμού απέναντι στη Λέσβο, να μην τολμήσει καν να σκεφτεί τη μεταφορά ούτε ενός μετανάστη από άλλη περιοχή της χώρας στο νησί, ούτε για μία ημέρα. Όχι από φόβο και όχι από διάθεση αποκλεισμού ανθρώπων, αλλά από πολιτική μνήμη και στοιχειώδη αναγνώριση όσων υπέστη η Λέσβος από το 2015 και μετά. Ένα νησί που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή μιας ιστορικής κρίσης, που είδε την κοινωνία, την οικονομία και τη διεθνή εικόνα του να δοκιμάζονται για χρόνια, δικαιούται τουλάχιστον να μην αντιμετωπίζεται σήμερα ως η εύκολη εφεδρεία κάθε φορά που το μεταναστευτικό πιέζει αλλού. Αν η Πολιτεία πραγματικά σέβεται τη Λέσβο, αυτός ο σεβασμός δεν μπορεί να περιορίζεται σε λόγια και επισκέψεις υπουργών. Πρέπει να αποδεικνύεται στην πράξη.