36 αδημοσίευτα παραμύθια της Λέσβου βγαίνουν στο φως από χειρόγραφα 120 ετών
Για περισσότερο από έναν αιώνα βρίσκονταν στις σελίδες παλιών χειρόγραφων τετραδίων. Ιστορίες που κάποτε λέγονταν από στόμα σε στόμα στα χωριά της βόρειας Λέσβου, από ηλικιωμένες γυναίκες, αγρότες, κτηνοτρόφους και ανθρώπους της υπαίθρου, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από τη συλλογική μνήμη.
Τώρα μια νέα επιστημονική έρευνα τις επαναφέρει στο προσκήνιο.
Η μελέτη της Ρέας Δελβερούδη, που δημοσιεύθηκε πριν από μερικές ημέρες στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Languages, αποκαλύπτει ότι στο αρχείο του Λέσβιου εκπαιδευτικού, λαογράφου και μελετητή Σπυρίδωνα Αναγνώστου σώζεται ένας πολύ μεγαλύτερος θησαυρός από εκείνον που είχε μέχρι σήμερα περάσει στις έντυπες εκδόσεις.
Η συστηματική αντιπαραβολή των πρωτότυπων χειρογράφων με όσα είχαν δημοσιευθεί τον 20ό αιώνα έφερε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα: 29 αφηγήσεις δεν είχαν τυπωθεί ποτέ, ενώ συνολικά 36 παραμύθια δεν έχουν δημοσιευθεί στην αρχική λεσβιακή τους διάλεκτο. Επτά από αυτά είχαν εμφανιστεί μόνο μεταφρασμένα στα γερμανικά, χάνοντας έτσι ακριβώς το στοιχείο που σήμερα θεωρείται ανεκτίμητο για τους γλωσσολόγους: τη γλώσσα με την οποία τα αφηγήθηκαν οι άνθρωποι της Λέσβου πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.
Ένας θησαυρός από τον Μανταμάδο και τη Σκαμνιά
Τα παραμύθια αποτελούν μέρος μιας συλλογής περίπου 60 αφηγήσεων, που βρίσκεται στα χειρόγραφα του Αναγνώστου και αφορά κυρίως τον Μανταμάδο και τη Σκαμνιά.
Δεν πρόκειται όμως απλώς για 36 παλιές ιστορίες που προστίθενται στο λαογραφικό αρχείο της Λέσβου. Για τους ερευνητές είναι κάτι πολύ περισσότερο.
Τα χειρόγραφα καταγράφουν τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν πραγματικοί άνθρωποι στα χωριά της βόρειας Λέσβου στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Λέξεις, προφορές, γραμματικοί τύποι και εκφράσεις που σε μεγάλο βαθμό εξαφανίστηκαν καθώς η τοπική διάλεκτος μεταβαλλόταν μέσα στις επόμενες γενιές.
Η ίδια η επιστημονική μελέτη χαρακτηρίζει το υλικό ένα είδος «γλωσσικού απολιθώματος»: ένα παράθυρο στον προφορικό λόγο μιας Λέσβου που σήμερα δεν υπάρχει πια.
Ο δάσκαλος που άρχισε να καταγράφει τη Λέσβο το 1887
Πίσω από τον θησαυρό βρίσκεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της λεσβιακής πνευματικής ιστορίας.
Ο Σπυρίδων Αναγνώστου (1862–1916) εργάστηκε ως εκπαιδευτικός και σχολάρχης σε χωριά της Λέσβου, κυρίως στον Μανταμάδο και τη Σκαμνιά. Ήδη από το 1887 είχε αρχίσει να καταγράφει συστηματικά τη γλώσσα του νησιού, αξιοποιώντας και τις μετακινήσεις του ως εκπαιδευτικός για να εντοπίζει τις διαφορές που υπήρχαν ακόμη και από χωριό σε χωριό.
Πηγές της εποχής δείχνουν έναν άνθρωπο σχεδόν εμμονικό με την πιστή καταγραφή του προφορικού λόγου. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν και ο μετέπειτα μεγάλος συγγραφέας Στρατής Μυριβήλης. Ο Μυριβήλης θυμόταν αργότερα ότι ο Αναγνώστου ανέθετε στους μαθητές να συγκεντρώνουν παραμύθια και ιστορίες από ηλικιωμένες γυναίκες των χωριών, ζητώντας τους ουσιαστικά να μην αλλάζουν «ούτε ένα σίγμα» από όσα άκουγαν. Οι πηγές του Αναγνώστου ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποι του τόπου: γέροντες και γερόντισσες, αγρότες, κτηνοτρόφοι και άνθρωποι των ορεινών και αγροτικών περιοχών.
Έτσι, χωρίς μαγνητόφωνα και χωρίς τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτει σήμερα ένας ερευνητής, δημιουργήθηκε μια εξαιρετικά λεπτομερής φωτογραφία της προφορικής Λέσβου του 19ου αιώνα.
Η επιστημονική διαμάχη που ξεκίνησε στη Λέσβο
Η ιστορία των χειρογράφων θα μπορούσε από μόνη της να γίνει παραμύθι.Το 1901 φτάνει στη Λέσβο ο διάσημος Γερμανός γλωσσολόγος και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης Paul Kretschmer, απεσταλμένος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών της Βιέννης για να μελετήσει τη λεσβιακή διάλεκτο.
Κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στον Μανταμάδο γνωρίζει τον Αναγνώστου.Εκεί αρχίζει μια συνεργασία που πολύ σύντομα μετατρέπεται σε επιστημονική σύγκρουση με αντικείμενο τα χειρόγραφα, τα παραμύθια και τελικά το ίδιο το ερώτημα: σε ποιον ανήκει η γνώση που συγκεντρώνει ένας τοπικός ερευνητής;
Ο Kretschmer θεωρούσε ότι ο Αναγνώστου τού είχε παραχωρήσει υλικό για δημοσίευση. Ο Αναγνώστου υποστήριζε από την πλευρά του ότι τα τετράδια είχαν δοθεί προσωρινά, ώστε ο Γερμανός επιστήμονας να αντιγράψει τα γλωσσικά δείγματα που χρειαζόταν. Το αρχικό πλαίσιο συνεργασίας, σύμφωνα με την αλληλογραφία που εξετάζει η νέα έρευνα, προέβλεπε τη δημοσίευση μόλις τριών τραγουδιών και τριών παραμυθιών.
Όμως ο Kretschmer έφυγε από τη Λέσβο παίρνοντας μαζί του τα τετράδια. Όταν περίπου έναν χρόνο αργότερα ο Αναγνώστου ζήτησε να του επιστραφούν προκειμένου να καταθέσει τη δική του εργασία σε επιστημονικό διαγωνισμό, άρχισε μια έντονη αλληλογραφία μεταξύ των δύο ανδρών.
Η αντιπαράθεση είναι αποκαλυπτική και για τις σχέσεις εξουσίας στην επιστήμη εκείνης της εποχής: από τη μία ένας διεθνώς αναγνωρισμένος καθηγητής, απεσταλμένος μιας μεγάλης ευρωπαϊκής Ακαδημίας, και από την άλλη ένας δάσκαλος ενός νησιού του Αιγαίου που είχε περάσει χρόνια συγκεντρώνοντας το υλικό από τους ανθρώπους του τόπου του.
Τελικά δημοσιεύθηκαν μόνο κάποια
Μετά από αλληλογραφία και διαπραγματεύσεις, ο Kretschmer δήλωσε ότι σκόπευε να δημοσιεύσει 20 από τα παραμύθια.
Το 1905 δημοσίευσε 17 στην τοπική διάλεκτο, ενώ σε μεταγενέστερη γερμανική έκδοση του 1917 εμφανίστηκαν συνολικά 21 παραμύθια, ορισμένα από τα οποία μόνο σε μετάφραση. Η νέα έρευνα δείχνει μάλιστα ότι ο Kretschmer δημοσίευσε και ιστορίες που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία των δύο ανδρών. Και κάπως έτσι, πίσω από όσα τυπώθηκαν, παρέμεινε ένα μεγάλο κομμάτι του αρχείου στη σκιά.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η Ρέα Δελβερούδη επέστρεψε στα πρωτότυπα χειρόγραφα που φυλάσσονται στο Κέντρο Ερεύνης Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών και τα συνέκρινε ένα προς ένα με τις γνωστές εκδόσεις.
Η επιτόπια έρευνα στο αρχείο πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2025 και περιέλαβε φωτογραφική τεκμηρίωση του υλικού που θεωρούνταν αδημοσίευτο. Στο αρχείο σώζονται πέντε χειρόγραφα τετράδια του Αναγνώστου με τους κωδικούς 49I, 49II, 49III, 50 και 51. Και μέσα από αυτή την επίπονη σύγκριση προέκυψαν τα 36 παραμύθια.
Ένας κόσμος της Λέσβου που ακούγεται ξανά
Η αξία τους δεν περιορίζεται στην πλοκή των ιστοριών. Τα παραμύθια είναι συνεχής προφορικός λόγος. Δεν διασώζουν μόνο μεμονωμένες λέξεις αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνέδεαν τις προτάσεις, αφηγούνταν, περιέγραφαν, αστειεύονταν και έδιναν ρυθμό στις ιστορίες τους. Η έρευνα εντοπίζει στα χειρόγραφα φωνητικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά της βόρειας Λέσβου που σήμερα έχουν εξαφανιστεί ή δεν καταγράφονται πλέον στις συγκεκριμένες περιοχές. Με άλλα λόγια, μέσα στις σελίδες αυτών των τετραδίων δεν διασώθηκαν μόνο 36 παραμύθια.
Διασώθηκε η φωνή ανθρώπων που έζησαν στη Λέσβο πριν από περίπου 130 χρόνια.
Και αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη διάσταση της ανακάλυψης. Μέσα από τις σημειώσεις ενός δασκάλου στη Σκαμνιά και τον Μανταμάδο, μέσα από αφηγήσεις γερόντων, αγροτών και κτηνοτρόφων, επιστρέφει σήμερα στην επιφάνεια ένας ολόκληρος προφορικός κόσμος που η φυσική εξέλιξη της γλώσσας είχε σβήσει.
Και τώρα ανοίγει ένας νέος κύκλος έρευνας
Η ιστορία δεν τελειώνει με τον εντοπισμό τους. Η ίδια η επιστημονική εργασία επισημαίνει ότι επόμενο βήμα πρέπει να είναι η πλήρης μεταγραφή και γλωσσική ανάλυση των 36 παραμυθιών. Μια τέτοια δουλειά θα μπορούσε να αποκαλύψει με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια πώς μιλούσαν οι κάτοικοι της βόρειας Λέσβου στα τέλη του 19ου αιώνα και πώς άλλαξε η διάλεκτος μέσα σε περίπου 130 χρόνια. Είναι όμως και κάτι ακόμη. Τα παραμύθια αυτά δεν είναι μόνο επιστημονικά δεδομένα. Είναι κομμάτια της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Λέσβου που περιμένουν πλέον να διαβαστούν, να μελετηθούν και —γιατί όχι— να επιστρέψουν στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησαν.
Ενδεικτικοί τίτλοι από τα παραμύθια που παραμένουν αδημοσίευτα στην αυθεντική λεσβιακή διάλεκτο είναι:
- «Οι κλέφτης»
- «Οι κ-φοί»
- «Υ γνου-σκός τσ’ υ τρηλλός»
- «Τα ουνείρατα τουν αληπούδων»
- «Του σπίτ του χουματένιου τση του σπίτ τ’ αλατένιου»
- «Κατά που π-λεις, θ’ αγουράχ-ς»
- «Η τρηλλαίς γ-ναίτσης»