|

Νατάσσα Μποφίλιου: Επέστρεψε στο Κάστρο Μυτιλήνης και παρέδωσε την καλύτερη συναυλία του καλοκαιριού

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Υπάρχει ένας αρκετά ασφαλής τρόπος για να κρίνει κανείς μια συναυλία, πέρα από τα χειροκροτήματα, τα γεμάτα καθίσματα και τις αναρτήσεις που ακολουθούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: να παρατηρήσει τι συμβαίνει όταν η μουσική αρχίζει πραγματικά να απαιτεί την προσοχή του κοινού. Αν οι άνθρωποι εξακολουθούν να κοιτούν τη σκηνή, αν το κοινό ζει μαζί με τον καλλιτέχνη την δημιουργία που γεννιέται πάνω στη σκηνή, αν η ερμηνεία κατορθώνει να υπερβεί τη συνήθεια του γνωστού τραγουδιού, τότε κάτι ουσιαστικό έχει συμβεί.

Αυτό συνέβη το βράδυ της Δευτέρας 10 Αυγούστου στο Κάστρο Μυτιλήνης, όπου η Νατάσσα Μποφίλιου, μαζί με τον Θέμη Καραμουρατίδη και τους εξαιρετικούς μουσικούς της, παρουσίασε το «Μέτρημα» σε μια συναυλία που είχε ήδη γίνει sold out πριν ανοίξουν οι πόρτες του θεάτρου. Η εμφάνιση ήταν ενταγμένη στο πρόγραμμα του Λεσβιακού Καλοκαιριού 2026.

Για τα δεδομένα της φετινής συναυλιακής περιόδου στην πόλη, δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει την αξιολογική κρίση: ήταν, κατά την άποψή μας, η πληρέστερη συναυλία που έχει φιλοξενήσει μέχρι σήμερα η Μυτιλήνη αυτό το καλοκαίρι.

Όχι επειδή επρόκειτο για ένα μεγάλο όνομα. Ούτε επειδή το Κάστρο ήταν γεμάτο και η συναυλία ήταν  sold out. Αυτά είναι στοιχεία επιτυχίας, όχι κατ’ ανάγκην στοιχεία καλλιτεχνικής ποιότητας. Η διαφορά βρισκόταν αλλού: στη συνοχή της παράστασης, στην ποιότητα των ενορχηστρώσεων, στη δουλειά των μουσικών και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο η Μποφίλιου αντιλαμβάνεται πλέον τη θέση της πάνω στη σκηνή.

Εννέα χρόνια μετά, μια διαφορετική Μποφίλιου

Η προηγούμενη εμφάνιση της Νατάσσας Μποφίλιου στο Κάστρο Μυτιλήνης είχε πραγματοποιηθεί στις 2 Αυγούστου 2017, όταν παρουσίαζε τη «Βαβέλ 2 – Summer Edition». Εννέα χρόνια αργότερα επέστρεψε στον ίδιο χώρο με μια σαφώς ωριμότερη φωνή και, ακόμη περισσότερο, με μια ερμηνευτική αυτοπεποίθηση που δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύει τίποτε.

Η ωριμότητα αυτή δεν αφορά μόνο τη φωνητική της εξέλιξη. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται ολόκληρη τη σκηνή.

Η Μποφίλιου γνωρίζει πότε χρειάζεται να κινηθεί, πότε να μείνει ακίνητη, πότε να απευθυνθεί στο κοινό και πότε να αφήσει ένα τραγούδι να λειτουργήσει χωρίς περιττές εξηγήσεις. Η σκηνική της παρουσία δεν στηρίζεται σε κάποιο επινοημένο προσωπείο. Είναι έντονη επειδή είναι εξαιρετικά σωματική: χρησιμοποιεί τα χέρια, το βλέμμα, την κίνηση, τον χώρο γύρω της, χωρίς όμως να αποσπά ποτέ την προσοχή από το τραγούδι.

Ακόμη και το μαντήλι δεμένο στο μικρόφωνο, ένα μικρό χαρακτηριστικό της εικόνας της, λειτουργούσε μέσα στο σκηνικό περισσότερο σαν προέκταση αυτής της κίνησης παρά ως διακοσμητικό αντικείμενο. Σε αρκετές στιγμές έμοιαζε σχεδόν με προσωπικό λάβαρο, ακολουθώντας τη χειρονομία και την ένταση της ερμηνείας.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι άλλο.

Η Νατάσσα Μποφίλιου εξακολουθεί, ύστερα από τόσα χρόνια συνεχούς παρουσίας, να δίνει την εντύπωση ότι αγαπά πραγματικά αυτό που κάνει. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο.

Υπάρχουν πολύ καλοί τραγουδιστές που κάποια στιγμή αρχίζουν να εκτελούν άψογα το επάγγελμά τους. Η εμπειρία τούς επιτρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων πότε θα έρθει το χειροκρότημα, πότε θα υψωθούν τα κινητά, πότε πρέπει να ανέβει η ένταση και πότε το κοινό θα τραγουδήσει μόνο του.

Η Μποφίλιου, αντιθέτως, δίνει ακόμη την αίσθηση ότι εμπλέκεται προσωπικά σε κάθε τραγούδι.

Αυτό είναι ίσως το στοιχείο που διαφοροποιεί περισσότερο μια μεγάλη ερμηνεύτρια από μια απλώς μεγάλη φωνή.

Η σχέση της με τους μουσικούς δεν είναι σκηνική σύμβαση

Η ίδια σχέση φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους μουσικούς της.

Με αρκετούς από αυτούς υπάρχει πολυετής συνεργασία, κάτι που στη σκηνή μεταφράζεται σε μια επικοινωνία η οποία δύσκολα προσποιείται. Τα βλέμματα, οι αντιδράσεις, οι μικρές χειρονομίες, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο η Μποφίλιου παρακολουθεί έναν μουσικό όταν εκείνος παίρνει για λίγο το κέντρο της παράστασης, μαρτυρούν ότι πρόκειται για μια ομάδα που έχει περάσει πολλές ώρες μαζί.

Δεν είναι η τραγουδίστρια μπροστά και μια ορχήστρα πίσω της. Είναι ένα μουσικό σύνολο με σαφή πρωταγωνίστρια, αλλά με συνείδηση της συλλογικής δουλειάς που απαιτείται για να στηθεί μια τέτοια παράσταση.

Σε αυτό το σημείο η συμβολή του Θέμη Καραμουρατίδη είναι καθοριστική.

Θέμης Καραμουρατίδης: όταν η ενορχήστρωση ξαναγράφει ένα γνώριμο τραγούδι

Για τον Καραμουρατίδη μπορεί κανείς εύκολα να καταφύγει σε μεγάλους χαρακτηρισμούς. Το ουσιαστικότερο όμως είναι να ακούσει τι κάνει στις ενορχηστρώσεις.

Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα για έναν δημιουργό είναι να επιστρέφει σε τραγούδια που έχουν ήδη αποκτήσει τη δική τους θέση στη συνείδηση του κοινού και να τα μετακινεί χωρίς να καταστρέφει αυτό που τα έκανε αγαπητά.

Ο Θέμης Καραμουρατίδης έχει αυτή την ικανότητα.

Παίρνει γνωστό υλικό και αλλάζει τις ισορροπίες, τονίζει διαφορετικές αρμονικές γραμμές, μετακινεί το κέντρο βάρους, αφήνει περισσότερο χώρο σε ένα όργανο ή επαναπροσδιορίζει τον ρυθμό. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει με άσκηση επίδειξης. Υπηρετεί την ανάγκη το τραγούδι, ύστερα από εκατοντάδες εκτελέσεις, να έχει ακόμη λόγο να ακούγεται ζωντανό.

Στη Μυτιλήνη ο ίδιος πρόσφερε και μία από τις ξεχωριστές στιγμές της βραδιάς, περνώντας από τον ρόλο του δημιουργού και πιανίστα στον ρόλο του ερμηνευτή, με την «Τζαμάικα».

Ήταν ένα μικρό δώρο μέσα στο πρόγραμμα και συγχρόνως μια υπενθύμιση ότι πίσω από μεγάλο μέρος του μουσικού κόσμου που έχει χτιστεί γύρω από τη Μποφίλιου βρίσκεται ένας δημιουργός με βαθιά γνώση του ελληνικού τραγουδιού.

Όταν κατέβηκε από τη σκηνή

Η σημαντικότερη ίσως εικόνα της βραδιάς δεν διαδραματίστηκε τελικά επάνω στη σκηνή.

Κατά την ερμηνεία του «Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει», η Νατάσσα Μποφίλιου επέλεξε να κατέβει από το πάλκο και να κινηθεί μέσα στον κόσμο. Σε ένα κλειστό μουσικό χώρο μια τέτοια κίνηση είναι σχετικά ελεγχόμενη. Σε ένα γεμάτο υπαίθριο θέατρο και μάλιστα σε sold out συναυλία, αποκτά διαφορετική διάσταση.

Η Μποφίλιου βρέθηκε ανάμεσα στο κοινό και τραγούδησε μέσα στους ανθρώπους που είχαν έρθει να την ακούσουν.

Δεν χρειαζόταν αυτή την κίνηση για να κερδίσει το χειροκρότημα. Το είχε ήδη. Χρειαζόταν, όμως, για κάτι που φαίνεται να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ως performer: την ανάγκη να καταργεί, έστω για λίγο, την ασφαλή απόσταση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στον θεατή.

Το κοινό της Μυτιλήνης ανταποκρίθηκε με τρόπο που επιβεβαίωσε ότι αυτή η σχέση δεν είναι μονόπλευρη. Ήταν ένα κοινό ιδιαίτερα ζωντανό, διαφορετικών ηλικιών, στο οποίο βρίσκονταν άνθρωποι που παρακολουθούν την πορεία της εδώ και χρόνια αλλά, προφανώς, και αρκετοί που τη συναντούσαν για πρώτη φορά επί σκηνής.

Για περίπου δύο ώρες η επαφή αυτή δεν χάθηκε.

Το «Εν Λευκώ» και μια προσωπική εξομολόγηση

Ιδιαίτερη σημασία είχε ο τρόπος με τον οποίο η Νατάσσα Μποφίλιου προλόγισε το «Εν Λευκώ».

Μίλησε για ένα τραγούδι που δεν αντιμετωπίζει απλώς ως σταθμό της δισκογραφίας της, αλλά ως σημείο τομής της προσωπικής και καλλιτεχνικής της ζωής. Όπως η ίδια είπε από τη σκηνή του Κάστρου, η ζωή της μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους: πριν από το «Εν Λευκώ» και μετά από αυτό.

Η φράση έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί βοηθά να κατανοήσει κανείς καλύτερα και την ίδια την ερμηνεύτρια.

Υπάρχουν τραγούδια που ένας τραγουδιστής τα συναντά στην πορεία του και υπάρχουν τραγούδια που γίνονται μέρος της ταυτότητάς του. Το «Εν Λευκώ» ανήκει προφανώς στη δεύτερη κατηγορία.

Όποιος παρακολουθεί τη Μποφίλιου μόνο μέσα από τη δύναμη της φωνής της, χάνει ένα μεγάλο κομμάτι της καλλιτεχνικής της ιδιοσυγκρασίας. Η ουσία βρίσκεται στη σχέση της με τον λόγο, στον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να κατοικήσει έναν στίχο και στην ένταση με την οποία μεταφέρει το νόημά του.

Οι μεγάλες φωνές δεν κρίνονται μόνο από το τι μπορούν να τραγουδήσουν. Κρίνονται και από το τι μπορούν να κάνουν ένα τραγούδι να σημαίνει.

Και εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της δύναμης της Μποφίλιου.

Το «Μέτρημα» δεν είναι επετειακή αναδρομή

Η ίδια η παράσταση έχει ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο. Το «Μέτρημα» οπως ειναι ο τιτλος έρχεται περίπου είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της κοινής πορείας της Μποφίλιου, του Καραμουρατίδη και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Οι δημιουργοί το έχουν σχεδιάσει ως ένα σημείο μετάβασης ανάμεσα στον κύκλο του «Κάτι καίγεται» και σε όσα ετοιμάζονται για την επόμενη περίοδο. Η καλοκαιρινή περιοδεία του 2026 παρουσιάζει υλικό από τον βασικό κορμό της κοινής τους διαδρομής, μαζί με τις πρώτες αναφορές στο επόμενο δημιουργικό κεφάλαιο.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική επιτυχία της παράστασης. Θα ήταν πολύ εύκολο, ύστερα από είκοσι χρόνια, να κατασκευαστεί μια επετειακή βραδιά βασισμένη στη νοσταλγία και στην ασφάλεια των επιτυχιών.

Δεν έγινε αυτό. Τα γνωστά τραγούδια επανέρχονται μέσα από νέες ενορχηστρωτικές οπτικές, ενώ η επιλογή του προγράμματος επιχειρεί να συνδέσει όσα έχουν ήδη κατακτηθεί με όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.

Γι' αυτό και ο τίτλος «Μέτρημα» λειτουργεί περισσότερο ως απολογισμός εν κινήσει παρά ως επέτειος.

Μια ερμηνεύτρια που έχει πλέον ολόκληρο το πακέτο

Η συναυλία της Μυτιλήνης έδειξε, τελικά, κάτι πολύ συγκεκριμένο για τη σημερινή φάση της Νατάσσας Μποφίλιου.

Η φωνητική της δυνατότητα είναι γνωστή εδώ και χρόνια. Εκείνο που έχει πλέον ολοκληρωθεί είναι ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουν φωνή, ερμηνεία, θεατρικότητα, κίνηση, μουσική γνώση, ρεπερτόριο και επικοινωνία με το κοινό. Με απλά λόγια, έχει ολόκληρο το πακέτο.

Και το έχει χωρίς να φαίνεται ότι επιχειρεί να αποδείξει ότι το διαθέτει. Αυτό είναι κατάκτηση ωριμότητας.

Η Μποφίλιου του 2026 δεν χρειάζεται να φωνάξει περισσότερο για να δείξει πόσο μεγάλη είναι η φωνή της. Μπορεί να κινηθεί από την εκρηκτικότητα στην απόλυτη εσωτερικότητα και να διατηρήσει την προσοχή του θεατή και στις δύο περιπτώσεις.

Μπορεί να βρεθεί στο κέντρο μιας κατάμεστης σκηνής και, λίγο αργότερα, να κατέβει ανάμεσα στον κόσμο χωρίς να αλλάζει ο πυρήνας της παράστασης.

Και μπορεί, κυρίως, να πάρει τραγούδια που ένα μεγάλο μέρος του κοινού γνωρίζει σχεδόν απέξω και να τα κάνει να ακουστούν σαν να υπάρχει ακόμη κάτι μέσα τους που δεν έχει ειπωθεί. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.

Ίσως η καλύτερη συναυλία του καλοκαιριού στη Μυτιλήνη

Οι καλλιτεχνικές αξιολογήσεις δεν είναι μαθηματικά και δεν χρειάζεται να παρουσιάζονται ως τέτοιες.

Όμως μέχρι αυτή τη στιγμή, με βάση το συνολικό αποτέλεσμα, η συναυλία της Νατάσσας Μποφίλιου μπορεί δικαιολογημένα να διεκδικήσει τον χαρακτηρισμό της καλύτερης συναυλίας που έχει παρουσιαστεί στη Μυτιλήνη το φετινό καλοκαίρι.

Όχι εξαιτίας ενός μεμονωμένου εντυπωσιακού στιγμιότυπου.

Αλλά επειδή λειτούργησαν ταυτόχρονα όλα όσα πρέπει να λειτουργήσουν σε μια μεγάλη συναυλία: η φωνή, οι μουσικοί, οι ενορχηστρώσεις, το πρόγραμμα, ο χώρος, η σκηνική παρουσία και —κυρίως— η επικοινωνία.

Όταν ολοκληρώθηκε το πρόγραμμα, το ενδιαφέρον δεν ήταν πόσα τραγούδια ακούστηκαν ή πόσες φορές σηκώθηκε όρθιο το κοινό.

Το ενδιαφέρον ήταν ότι δύο ώρες είχαν περάσει χωρίς η παράσταση να χάσει τον έλεγχο του ακροατή της.

Και σε μια εποχή όπου οι συναυλίες συχνά αντιμετωπίζονται περισσότερο ως γεγονότα προς φωτογράφιση παρά ως εμπειρίες ακρόασης, αυτό αποτελεί ίσως την πιο ουσιαστική επιτυχία.

Η Νατάσσα Μποφίλιου επέστρεψε στο Κάστρο Μυτιλήνης εννέα χρόνια μετά όχι για να επαναλάβει εκείνη τη βραδιά του 2017, αλλά για να δείξει πόσο μεγάλη απόσταση έχει διανύσει έκτοτε. Και αν πράγματι το «Μέτρημα» είναι ένας απολογισμός είκοσι χρόνων, η βραδιά της Μυτιλήνης έδωσε μια αρκετά καθαρή απάντηση για το αποτέλεσμα αυτού του απολογισμού:

Μια σπουδαία ερμηνεύτρια, ένας εξαιρετικός δημιουργικός πυρήνας και μια μουσική σχέση που, αντί να εξαντλείται με τον χρόνο, εξακολουθεί να εξελίσσεται.

 

SHARE

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟ

Διαβάστε επίσης
Άρθρα απο την ίδια κατηγορία
Όλες οι προσεχείς εκδηλώσεις